(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Διηγείται ο Αγιορείτης Μοναχός Σάββας Καψαλιώτης:
Έγινα μοναχός [στην Μονή Λογγοβάρδας Πάρου], ρασοευχή με τ’ όνομα Σάββας. Έγινε τότε ο πόλεμος (1940), επιστράτευση. Φύγαμε 9 μοναχοί να υπηρετήσουμε την πατρίδα [αναγκαστική επιστράτευση και των μοναχών].
Ερώτησα τον Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο, τον ηγούμενο:
«- Εγώ ήμουν εις το πυροβολικό στρατιώτης, τώρα θα είμαι πάλι εις την πρώτη γραμμή, θα πυροβολώ εις το στόχο, αφού είμαι μοναχός;»
«- Τι λες, πάτερ μου, είμαστε αμυνόμενοι, θα πολεμήσεις κανονικά, θάρθουν οι Ιταλοί-Γερμανοί και θα βιάσουν την μητέρα σου, την αδελφή σου…».
Φθάσαμε Πειραιά και μετά Θεσσαλονίκη, έβγαλα τα ράσα, ξυρίστηκα, ντύθηκα στρατιωτικά, παρηγορούσα τον εαυτό μου, λέγοντας· «Η καλή ζωή κάνει τον μοναχό. Τώρα πάμε για ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ».
Έτσι ειρήνευσα…
Εις το στρατόπεδο, τζάμια παραθύρων δεν υπάρχουν…

Βομβαρδίζουν τα Ιταλικά αεροπλάνα, σφυρίζουν σειρήνες, καταστροφές, ερείπια, νεκροί… όλεθρος παντού. Μια ημέρα είδα έναν χειριστή αντιαεροπορικού να ρίχνει (κατέρριψε) δύο Ιταλικά αεροπλάνα… ήταν καλός σκοπευτής. Την πρώτη ημέρα είδα εις τον θάλαμο την σκονισμένη εικόνα του Αγίου Δημητρίου και το αραχνιασμένο κανδήλι, τα καθάρισα, το άναψα, όλοι χάρηκαν και μου έδωσαν χρήματα για λάδι.
«Παιδιά, τους λέγω, ν’ αγοράσουμε και μία εικόνα της Παναγίας… Αμέσως συμφώνησαν και συγκέντρωσαν 150 δραχμές. Αγόρασα την εικόνα, «Άξιόν Εστι».
Ένα απόγευμα βγήκαμε έξοδο στην πόλη, κάπου προς τον Λευκό Πύργο. Ένας στρατιώτης απ’ τον Πειραιά είδε ένα πορνείο και μας έλεγε να πάμε.
Εγώ του φώναζα, «Όχι», ότι δεν γνωρίζουμε αν θα γυρίσουμε ζωντανοί απ’ τον πόλεμο…, οι άλλοι μ’ ακολούθησαν και φύγαμε… αυτός πήγε και αμάρτησε εις την πόρνη.
Πρωί την άλλη ημέρα ένα βλήμα ιταλικής βόμβας, πώς έγινε… πέρασε απ’ το παράθυρο και θανάτωσε αυτόν που χθες πήγε εις το πορνείο.
Μ’ έστειλαν εις την φρουρά με αντιαεροπορικά πυροβόλα, εις την γέφυρα του ποταμού Στρυμόνος. Την άνοιξη του 1941, πηγαίναμε στα βουνά προς Αμύνταιο και Καστοριά. Οι μετακινήσεις του λόχου μας όλη νύχτα, δυσκολίες, έλλειψη τροφίμων.
Οι Μικρασιάτες και Πόντιοι [αναφέρετε στους ξεριζωμένους της Μικρασιατικής τραγωδίας που κατοίκησαν στα χωριά των περιοχών αυτών] μας έφερναν τρόφιμα… Τους ευχαριστώ.
Μία ημέρα μεταφέραμε πυρομαχικά και τα πυροβόλα.
Κοντά σ’ ένα χωριό, τρία παιδιά 10-15 χρονών σκάλιζαν κουκιά και έλεγαν ψάλλοντας τροπάρια του Ακαθίστου. Πόσο χάρηκα, σαν αγγελάκια.
Δεν είχα απομακρυνθεί 50 μέτρα και άρχισαν Γερμανικά αεροπλάνα τους βομβαρδισμούς. Ήταν φοβερό! Το είδα με τα μάτια μου! Μία βόμβα έπεσε δίπλα εις τα παιδάκια, όμως δεν εξερράγη, σα να έκανε πήδημα έπεσε εις το αποκάτω πεζούλι και έγινε ένας μεγάλος λάκκος, καπνοί… χώματα…
Τα παιδιά δεν έπαθαν τίποτε!… Ιδού το θαύμα της Παναγίας μας!
Κατά την ώρα της μάχης τη στιγμή που μ’ έστειλαν να ειδοποιήσω για πυρομαχικά, ένα βλήμα είχε πέσει στο χαράκωμα, ακριβώς εις τη θέση που ήμουν εγώ… ο Θεός πάλι μ’ έσωσε…!
Μετά την οπισθοχώρηση, πήγα εις το Άγιον Όρος εις τον Γέροντα Αβιμέλεχ (Μικρά Αγία Άννα). Έμεινα περίπου δύο μήνες, πολλά ωφέλιμα άκουσα. Γνώρισα τις συνοδείες των Δανιλαίων, του π. Γερασίμου του υμνογράφου… τον Γέροντα Ιωσήφ τον σπηλιώτη. Ο Γέρο-Αβιμέλεχ είχε και τα προσκύνησα τα άγια λείψανα των Οσίων Διονυσίου και Μητροφάνους.
Εις το σπήλαιο όπου ασκήτεψαν οι άγιοι ήταν, που ευωδίαζαν… και τα μετέφερε εις το κελί του. Σήμερα δεν γνωρίζω πού ευρίσκονται. Η ζωή του Γέροντα Αβιμέλεχ ήταν πολύ ασκητική, δεν άντεξα και μου είπε να κοινοβιάσω εις την Μονή Κωνσταμονίτου.
Απόσπασμα από το βιβλίο, «Σάββας Καψαλιώτης Γέρων, Ψυχωφελείς ιστορικές διηγήσεις, θαυμαστά γεγονότα και σημειώσεις από την πορεία της ζωής του», των εκδόσεων Ορθόδοξος Κυψέλη.