Συνέντευξη στον Στέλιο Κούκο
Η Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης (ΦΑΑΘ) γιορτάζει αυτές τις μέρες τα 155 χρόνια από την ίδρυσή της με επίσημο προσκεκλημένο τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο.
Η δραστηριότητα της ΦΑΑΘ όλα αυτά τα χρόνια αποτελεί μια αδιάκοπη και συνεχή προσφορά στους ανθρώπους, στους αγώνες, στον πολιτισμό, τα πάθη, τις αγωνίες και τις ελπίδες της Θεσσαλονίκης, της Μακεδονίας και του ελληνισμού. Παράλληλα δεν παρέλειψε να συνδράμει χωρίς μισαλλοδοξία και τις ανάγκες εμπερίστατων οθωμανών, όταν χρειάστηκε.
Η Αδελφότητα εδρεύει στην καρδιά της πόλης, στην πλατεία Αγίας Σοφίας (στη γωνία των οδών Αγίας Σοφίας 38 και Κεραμοπούλου) και μοιάζει και η ίδια να αποτελεί για την Θεσσαλονίκη, μια ακόμη πλατεία, μια δεύτερη καρδιά, και ένας δεύτερος καθεδρικός δίπλα στον καθεδρικό ναό της Του Θεού Σοφίας.
Η ΦΑΑΘ από την ίδρυσή της στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη το 1871 συνδέθηκε και ταυτίστηκε με τον ευρύτερο κόσμο της πόλης και στάθηκε αρωγός της πόλης σε όλους τους αγώνες της. Ακόμη και υπό καθεστώς παρανομίας όταν χρειαζόταν, όπως στην περίπτωση της πολλαπλής συμμετοχής των ανθρώπων της και της προσφοράς της στον Μακεδονικό Αγώνα.
Τα τελευταία χρόνια η προσφορά της δεν περιορίζεται στα στενά γεωγραφικά όρια της πόλης, που έτσι κι αλλιώς η ίδια διεύρυνε και εμβάθυνε φιλανθρώπως με την ευαισθησία των μελών της και ιδιαίτερα του διοικητικού της συμβουλίου. Η ΦΑΑΘ στηρίζει πολλαπλώς και εκτός Ελλάδος φορείς και τόπους, εκεί όπου ο έξω ελληνισμός αναζητά στήριξη και συνδρομή για να συνεχίζει να υπάρχει και να καλλιεργεί την δική του ιδιοπροσωπία και παράδοση.
Για όλα αυτά μιλήσαμε με τον πρόεδρο της ΦΑΑΘ, νομικό, αλλά και διαπρεπή μουσικό της κλασικής μουσικής, Γιώργο Κωνσταντινίδη, σολίστα και αρχιμουσικό, ο οποίος ως αυθεντικός μαέστρος ξέρει να συντονίζει τις δράσεις της Αδελφότητας, κάνοντας παράλληλα και ποικίλα ανοίγματα σε διάφορους νέους τομείς, διευρύνοντας την αποστολή της.
Ελπίζουμε η επέτειος αυτή η οποία έφερε ξανά ανάμεσά μας τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο να αποτελέσει αφορμή και για την ενίσχυση του εξαιρετικού έργου της ΦΑΑΘ.
Ακολουθεί το πρώτο μέρος της συνέντευξης.
Κύριε Κωνσταντινίδη γνωρίζετε αν λειτουργούσε στην Θεσσαλονίκη πριν από την ίδρυση της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών κάποιος αντίστοιχος οργανισμός;
Η Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης αποτελεί την παλαιότερη οργανωμένη συσσωμάτωση στην πόλη και όχι μόνο σε επίπεδο φιλανθρωπίας. Αισίως συμπληρώνει 155 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας και κοινωνικής παρεμβατικής στην πόλη, στη χώρα αλλά και στις κοιτίδες Ελληνισμού εκτός των συνόρων της. Στηρίχθηκε πάντα στις δυνάμεις της και παρήγαγε αναντικατάστατο έργο συνδράμοντας στις μεγάλες ανάγκες μιας φτωχής και διαρκώς δοκιμαζόμενης κοινωνίας, εξαιτίας εμπόλεμων καταστάσεων και οικονομικών κρίσεων όπως ήταν η Θεσσαλονίκη του παρελθόντος.
Τι οδήγησε τους Θεσσαλονικείς στην ίδρυση του οργανισμού αυτού που φέτος συμπληρώνονται 155 από την ίδρυση του;
Οι λόγοι ίδρυσης της Αδελφότητας είναι οι ακόλουθοι:
1. Η ανεπαρκής υποστήριξη των άπορων χριστιανών από τις ενορίες.
2. Η υποχώρηση της αντίληψης της ατομικής ελεημοσύνης στο οθωμανικό κράτος κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, χάριν της αντιλήψεως ότι είναι αποτελεσματικότερη η συνένωση των προσπαθειών περισσότερων ατόμων.
3. Η διάσπαση της έως τότε ενιαίας ορθόδοξης χριστιανικής κοινότητας, για λόγους συνδεόμενους με την αφύπνιση του βουλγαρικού εθνικισμού και την τάση δημιουργίας ξεχωριστής βουλγαρικής κοινότητας στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια και άλλων (ρουμανικής, σερβικής κτλ). Η κατάσταση αυτή οδήγησε σε ιδεολογική αναδίπλωση της ελληνικής ορθόδοξης κοινότητας, ενώ οι συνθήκες οξύνθηκαν με την εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα.
4. Οι μέθοδοι προπαγάνδας της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας έγιναν αποτελεσματικότερες, συμβάλλοντας επίσης στην ιδεολογική ανασύνταξη της Eλληνικής Oρθόδοξης Kοινότητας.
Ήταν παράτολμη η ίδρυση ενός αντίστοιχου σωματείου την εποχή εκείνη;
Παράτολμη ή όχι δεν υπήρχε άλλη επιλογή καθώς έπρεπε να διατηρηθεί με κάθε κόστος η συνοχή της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας και η Φιλόπτωχος συνέβαλλε τα μέγιστα στην κατεύθυνση αυτή. Μην ξεχνάμε ότι σε αυτούς τους ταραγμένους καιρούς, πάντα πίσω από τον φανερό σκοπό όλων των συσσωματώσεων της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας, είτε ήταν η Φιλόπτωχος, είτε οι μεταγενέστεροι Όμιλος Φιλομούσων και ο Γυμναστικός Σύλλογος «Ηρακλής» υποκρύπτονταν εθνικό έργο και ο Μακεδονικός Αγώνας.

Συνήθως τα φιλόπτωχα σωματεία έχουν άμεση σχέση με την Εκκλησία. Άλλωστε και επί τουρκοκρατίας ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ήταν επικεφαλής της Ελληνικής Κοινότητας. Στην περίπτωση της ΦΑΑΘ πώς εξελίχθηκε η σχέση αυτή στα δύσκολα ιστορικά χρόνια (τουρκοκρατία, βαλκανικοί πόλεμοι, παγκόσμιοι πόλεμοι, κατοχή, εμφύλιος…);
Η ίδρυση της Φιλοπτώχου ήταν πρωτοποριακή πρωτοβουλία, διότι ιδρύθηκε και οργανώθηκε για να λειτουργήσει πλησίον της ορθόδοξης κοινότητας αλλά εκτός του θεσμικού της πλαισίου, συνεπώς δεν είχε άμεση εξάρτηση από την Εκκλησία. Πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι δεν ήταν λίγοι οι Θεσσαλονικείς που συμμετείχαν στην ίδρυση και στη διοίκηση της Αδελφότητας, διαδραματίζοντας ταυτοχρόνως θεσμικό ρόλο και στην οργανωμένη χριστιανική κοινότητα. Έτσι, ενώ η νέα συσσωμάτωση είχε κοσμικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αλλότρια προς τη θρησκευτική κοινότητα. Όπως αναφέρει και ο ιστορικός ερευνητής δρ. Ευάγγελος Χεκίμογλου, αποτελούσε ετερότητα, αλλά όχι αντίθεση. Στο μεταβαλλόμενο και ασταθές οθωμανικό κοινωνικό περιβάλλον, η Αδελφότητα αποτελούσε – όπως και τα άλλα σωματεία – μια μορφή αυτόνομης «κοινωνίας των πολιτών» (civil society) διαφοροποιημένη από τα millet αλλά και από το κράτος το οποίο την ανεχόταν, αλλά δεν την αναγνώριζε.
Μέσα στα χρόνια, η Αδελφότητα στάθηκε οπωσδήποτε στο πλευρό της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας. Περιτοίχισε, καλλώπισε και λειτούργησε τα Νεκροταφεία της Ευαγγελίστριας (ανατολικά) και της Αγίας Παρασκευής (δυτικά), δημιουργώντας ένα ανάχωμα στον θρησκευτικό και φυλετικό ανταγωνισμό, συνέβαλε στη λειτουργία των ελληνικών σχολείων (καθοριστικού χώρου για την εμπέδωση ελληνικής συνείδησης), του κοινοτικού νοσοκομείου και του Παπάφειου Ορφανοτροφείου.
Την περίοδο 1910 – 1911 επικούρησε την Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και τον τότε Μητροπολίτη Ιωακείμ Σγουρό στην αποπεράτωση του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Το 1922 ανήγειρε τον πρώτο Ναό στο κτήμα της στην Άνω Πόλη, αφιερωµένο στον Απόστολο Παύλο, θεµελιωτή της χριστιανικής Εκκλησίας στην Θεσσαλονίκη.
Η έλλειψη τροφίμων τον χειμώνα του 1941-1942, οδήγησε στην απόφασή της, τον Φεβρουάριο του 1942, να ενισχύσει τα κατηχητικά σχολεία που οργάνωναν συσσίτια υπό την αιγίδα της Ι. Μητρόπολης και με ευθύνη της Αδελφότητος Θεολόγων «Η Ζωή». Εκτός της οικονομικής ενίσχυσης το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα και τη διάθεση χώρων του ακινήτου της Αγίας Σοφίας προς στέγαση των συσσιτίων.
Τέλος, μετά την λήξη του πολέμου διέθεσε κάθε αποδεσμευόμενο χώρο του κτιρίου της για να λειτουργήσει χριστιανικό οικοτροφείο· το ίδιο και στο κτήμα του Αγίου Παύλου. Έτσι δεκάδες άποροι φοιτητές από το εσωτερικό της Μακεδονίας είχαν καλή τροφή, ασφαλή στέγη και κατάλληλο πνευματικό περιβάλλον.
Από ποιες κοινωνικές «τάξεις» προέρχονταν τα ιδρυτικά της μέλη και ποιοι την στήριξαν στο έργο της;
Η ίδρυση της Αδελφότητας το 1871, υποστηρίχθηκε τόσο από τον επιστημονικό και εμπορικό κόσμο της εποχής όσο και από τους απλούς τεχνίτες.
Η ίδρυση της Αδελφότητας υπήρξε συλλογικό έργο επιφανών Ελλήνων της πόλης (επιχειρηματιών, εμπόρων, επιστημόνων, αλλά και μελών των ισχυρών συντεχνιών), οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν ενορίτες του Αγίου Αθανασίου, της μεγαλύτερης ενορίας της Θεσσαλονίκης.
Η συμμετοχή ανθρώπων από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, από την ανερχόμενη αστική τάξη έως τους οργανωμένους τεχνίτες, καταδεικνύει το εύρος της κοινωνικής συσπείρωσης.
Γνωρίζουμε αν οργανώθηκε πάνω σε κάποιο πρότυπο; Από την Κωνσταντινούπολη, την ελεύθερη Ελλάδα για παράδειγμα ή κάποιο άλλο ανάλογο σχήμα στο εξωτερικό;
Ο όρος «αδελφότης» εμφανίζεται στην οθωμανική επικράτεια κατά τη δεκαετία του 1860 και επικρατεί στη συνέχεια. Κατά μία άποψη, ο όρος προήλθε από τον θεσμό των αδελφάτων, ο οποίος είναι γνωστός στην Κωνσταντινούπολη από τον 18ο αιώνα και τις αρχές του 19ου. Ενδέχεται όμως να πρόκειται για επίδραση από τη Δύση.
Τα αδελφάτα αποτελούσαν ομάδες ομοιοεπαγγελματικές ή ομοιοτοπικές (με κοινή καταγωγή) ή ομάδες συνενοριτών, οι οποίες ήταν συνδεδεμένες με έναν συγκεκριμένο ναό, για τη διακόσμηση ή και την ανοικοδόμηση του οποίου μεριμνούσαν.
Στην Ευρώπη όμως, είχε αρχίσει να διαδίδεται από τις αρχές του 19ου αιώνα η αντίληψη ότι οι απλοί εργαζόμενοι άνθρωποι, εφόσον ένωναν τις δυνάμεις τους, μπορούσαν όχι μόνον να ασκήσουν αποτελεσματικά την ελεημοσύνη, αλλά και να αναπτύξουν την αγάπη για τον πάσχοντα συνάνθρωπο, βελτιώνοντας έτσι την κοινωνία τους.
Συνεχίζεται