Η Αποδόμηση (Ντεριντά, Λεβινάς κ.λπ.) είναι ένα ρεύμα που λέγει ότι συνείδηση δημιουργείται από τον Νόμο και ο Νόμος είναι γραπτός. Οι διατάξεις του Νόμου δημιουργούν την Ηθική. Δεν δέχεται ότι η χάρη ενοικεί στην ανθρώπινη καρδιά, ότι «δικαίω νόμος ου κείται». Μένει μόνο στην Παλαιά Διαθήκη, αρνούμενη, αν προσέξει κανείς, την Καινή. Και αυτό θέλει μια φιλοσοφική απάντηση.

Πρωτοδιάβασα την Παλαιά Διαθήκη στο Κατηχητικό- μου την έκανε δώρο μια κυρία της «Ζωής». Τα γεγονότα της Γένεσης τα είχαμε κάνει και στο Δημοτικό- δεν τα είδα ποτέ ως μύθους, αλλά ως αληθινά γεγονότα. Τα γεγονότα της ελληνικής μυθολογίας, την Οδύσσεια, την Ιλιάδα κ.λπ., αν και πολύ μικρός, τα αντιμετώπισα από νωρίς ως αυτό που λέγει η λέξη, «μύθοι». Δεν θα το έλεγα ακριβώς «ψέματα», αλλά διαισθάνθηκα ότι όλα αυτά δεν συνέβησαν πραγματικά. Αντιθέτως, τα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης, τον Αδάμ και την Εύα στον Παράδεισο, τον ίδιο τον Παράδεισο, τον κατακλυσμό του Νώε, τον Πύργο της Βαβέλ κ.λπ., ως και την Ιστορία του Προφήτη Ιωνά, τα εξέλαβα όλα ως πραγματικότητες. Στενοχωριόμουν που δεν μπορούσα να φαντασθώ την ομορφιά του Παραδείσου- μου έδωσε πολύ μεγάλη ικανοποίηση ο Γέροντάς μου π. Ιγνάτιος όταν σε ένα κήρυγμά του είπε ότι ο Θεός άφησε από τον Παράδεισο τα λουλούδια. Και η γενιά της μητέρας μου αγαπούσε απίστευτα τα λουλούδια. Η τρομερή καταιγίδα του Νώε μου φαινόταν ότι θα μπορούσε να ξανασυμβεί άλλη μια φορά και κάθε φορά που έβλεπα το ουράνιο τόξο αισθανόμουν μεγάλη χαρά, ενώ, όσον αφορά τον Πύργο της Βαβέλ, με εντυπωσίαζε πιο πολύ από όλα ότι διαχωρίστηκαν οι γλώσσες- καταλάβαινα ότι ήταν πια πολύ δύσκολο να υπάρξει στους ανθρώπους κοινό νόημα.
Μετά πέρασα στον Νόμο –Λευιτικό, Αριθμοί, Δευτερονόμιο. Κάθισα και διάβασα τα βιβλία, το ένα κεφάλαιο μετά το άλλο, και ένιωσα πρωτόγνωρα συναισθήματα. Υπήρχε λοιπόν κάτι σαν μια τρομερή αριθμητική, μια μυστική γεωμετρία – τι ωραία που ήταν τα κεφάλαια για τις στολές του αρχιερέα και των ιερέων! Μα το χρυσάφι δεν έλαμπε, και τα πετράδια δεν αχτινοβολούσαν, γιατί, όπως ένιωθα, η τέχνη των Εβραίων ήταν πολύ διαφορετική από την δική μας, την ελληνική, ή και τις άλλες, π.χ. των Αιγυπτίων, όπου ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι αστράφτουν σαν ύλη. Εδώ, στην Παλαιά Διαθήκη, ένιωσα ότι κυριαρχούσε η ανάγκη να μην λατρεύσουν οι άνθρωποι ακριβώς την κτίση. Για αυτό η Παλαιά Διαθήκη ξέρει να κρατά γερά προφυλάξεις. Βέβαια η ύλη ήταν κάτι καλό- ο Θεός την έφτιαξε κι αυτή. Ωστόσο περισσότερο κυριαρχούσε ακόμη το αίσθημα ότι ως προερχόμενος από το μηδέν ο κόσμος ήταν φθαρτός και ευάλωτος- το χρυσάφι για το οποίο γίνονταν οι πόλεμοι των ειδωλολατρών στην Παλαιά Διαθήκη τείνει και αυτό προς το μηδέν. Το κρατά ο Θεός στην ύπαρξη και για αυτό άλλα πράγματα πρωτεύουν στην Παλαιά Διαθήκη. Μόνο η Ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χριστού εδραίωσε τον κόσμο και διά της Εκκλησίας γνώρισε ο κόσμος μια πρωτόγνωρη ομορφιά- ναοδομία, αγιογραφία κ.λπ.
Ο κόσμος στην Παλαιά Διαθήκη ήταν ευάλωτος και μπορούσε να γυρίσει στο μηδέν- αλλά και ο Νόμος που διάβασα ήταν μεν πολύ σημαντικός, αλλά όχι πλήρης. Κάτι, ή μάλλον κάποιον, περίμενε. Και αυτός ήταν ο Χριστός. Η Παλαιά Διαθήκη είναι ασφαλώς μεσσιανική. Η πολύτομη μετάφραση της «Ζωής» ήταν ωραία, τα ελληνικά της πολύ όμορφα, αλλά όταν άγγιζα το πεντάτομο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης αισθανόμουν ότι αγκάλιαζα μαζί και την Καινή- δεν μπορούσα ποτέ να δω ξεχωριστά την μία από την άλλη. Κατάλαβα την έννοια του «εκλεκτού λαού», και ούτε που έδινα σημασία στις κατηγορίες των άλλων για το ότι υπάρχει εκλεκτός λαός -άλλωστε, αυτός είναι σήμερα η Εκκλησία-, αλλά ο Νόμος με έκανε να σκεφθώ ότι δεν υπάρχουν μόνο αυτό που λέμε «εντολές» αλλά και ό,τι θα μπορούσε να ονομάσει κανείς «διατάξεις». Οι διατάξεις ήταν πολλές, πάρα πολλές. Χαιρόμουν τις διατάξεις, αλλά, συγκρίνοντάς τες με τον χριστιανισμό, καταλάβαινα ότι στην Παλαιά Διαθήκη ήταν άλλο το νόημά τους. Φανταζόμουν τους Εβραίους να ασχολούνται αποκλειστικά με τις διατάξεις, να γεμίζει η ημέρα τους, η νύχτα τους, τα χρόνια τους με αυτά- κι ένιωθα ότι, όσο κι αν οι διατάξεις ήταν σημαντικές, δεν μπορούσαν, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, να σώσουν τον άνθρωπο. Αίμα ζώων δεν σώζει. Τα πάντα στην Παλαιά Διαθήκη περίμεναν την Καινή- το Αίμα του Υιού του Ανθρώπου πάνω στον Σταυρό. Μόνο αυτό μεταμορφώνει αληθινά τον άνθρωπο.
Αυτό που έδινε τελικά ο Νόμος ήταν μια κένωση. Ήταν αυτό που και πάλι είπε ο Απόστολος Παύλος, ότι σε «νεκρώνει». Ήταν ένα είδος «κένωσης» αυτός ο Νόμος, όπου τρόπον τινά, μέσα από την ίδια την ανάγνωση εξαγνιζόσουν πεθαίνοντας. Έπρεπε να περάσει κανείς, το καταλάβαινα, από αυτό το στάδιο, όπως πάλι το γράφει ο ίδιος Απόστολος. Ο Νόμος είναι «παιδαγωγός εις Χριστόν». Στην Εκκλησία συναντούσα τον Χριστό, που έδωσε, όπως λέγει το Ευαγγέλιο, «καινήν εντολήν», και η εντολή αυτή ήταν να «αγαπάτε αλλήλους», αλλά πρώτα -όπως διάβασα αργότερα στους Πατέρες, π.χ. τον άγιο Σωφρόνιο του Έσσεξ- έπρεπε να πεθάνει ο λεγόμενος «παλαιός άνθρωπος», και αυτό ήταν μια απόσυρση της χάριτος για κάποια χρόνια, βίωμα από το οποίο πέρασαν όλοι οι άγιοι. «Πιστέψτε με, αδελφοί», έλεγε ένας Αββάς του Γεροντικού, «εκεί που βάλλεται ο σατανάς, εκεί βάλλομαι».
Ο Νόμος της Παλαιάς Διαθήκης είναι ιερός και θεόπνευστος, αλλά ο Χριστός ήρθε «ίνα πληρώση τον Νόμον». Όλες οι άγιες προσωπικότητες της Παλαιάς Διαθήκης οδηγούσαν στον Μεσσία, αλλά από παιδί αισθανόμουν ότι οδηγούσαν και στην Παναγία. Αυτή ήταν το αποκορύφωμα της Παλαιάς Διαθήκης και η είσοδος στην Καινή. Για αυτό, και για να παρηγορηθώ, όποτε χρειαζόμουν παρηγοριά, έτρεχα, χωρίς να μου το έχει διδάξει κανείς, στην Παναγία, με την οποία από μικρός έμαθα να συζητώ συνέχεια. Δεν υπήρχε τίποτε που να μην το άκουγε και να μην το ελάφρυνε η Παναγία, για αυτό και χάρηκα πάρα πολύ όταν η χαριτόβρυτη εικόνα Της επισκέφθηκε το χωριό μας. Όλοι πήγαιναν να προσευχηθούν για να λήξει η ανομβρία κι εγώ έτρεχα για να δω Εκείνη που με την χάρη του Θεού έγινε αυτή που οδήγησε την Παλαιά Διαθήκη στο σημείο ακριβώς που ανακαίνισε την ανθρωπότητα: γέννησε τον τρομερό Γιαχβέ της Παλαιάς Διαθήκης, τον Θεό του Σινά, τον Θεό που έδωσε τον Νόμο. Μόνο η Παναγία μπορούσε να με παρηγορήσει και να ολοκληρώσει τον Νόμο γεννώντας τον Υιό Της.
Η Παλαιά Διαθήκη είναι θεόπνευστο, όπως είπαμε, βιβλίο. Αλλά επειδή δεν είχε ενανθρωπήσει ο Θεός ακόμη, δεν γινόταν τόσο λόγος για «θείο έρωτα», όσο για θείο ζήλο. Στην Παλαιά Διαθήκη πέρασαν και έζησαν μεγάλοι άγιοι – ήταν φορείς της χάριτος, αλλά δεν κοινωνούσαν ακόμη του Σώματος του Χριστού, που δεν είναι φορέας, αλλά η πηγή της Χάρης. Ό,τι χαρακτηρίζει την αρετή τους, όπως είπαμε, ήταν «ζήλος»- φυσικά και εμπεριείχε την αγάπη. Διαβάζεις π.χ. τον Προφήτη Ιερεμία ή τις αφηγήσεις για τον Προφήτη Ηλία και συγκλονίζεσαι από τον πόθο τους για τον Γιαχβέ. Αλλά στην Καινή Διαθήκη, που πια ο Φοβερός Γιαχβέ γεννήθηκε από μια νεαρή Κόρη στην Ναζαρέτ, μπορούσες να ερωτευθείς αυτή την γλυκυτάτη Κόρη- και φυσικά τον Υιό Της. Και άρχιζες πια να διαβάζεις με μανία τους Προφήτες. Οι Προφήτες, τρόπον τινά, πάνε πέρα από τον Νόμο, γιατί αναφέρονται στον Μεσσιανισμό- πάνε πέρα κι από τον Νόμο γιατί μιλούν για την εποχή του Μεσσία. Οι Προφήτες μιλούν για την εποχή που τα λιοντάρια θα γίνουν φίλοι με τα πρόβατα και τα άγρια θηρία θα στέκουν ήμερα δίπλα στον άνθρωπο- και όλες αυτές οι αναρίθμητες περιγραφές περιγράφουν τον μεσσιανικό παράδεισο. Είναι προπαντός ο Πάσχων Δούλος του Ησαΐα: «τω μώλωπι αυτού εσώθημεν». Ολόκληρο το περίφημο κεφάλαιο 53 του Ησαΐα δείχνει ότι οι θυσίες ζώων δεν ωφελούν σε τίποτε. Μόνο η Θυσία του Πάσχοντος Δούλου, του Υιού του Ανθρώπου, είναι ικανή να σώζει.
Ο άνθρωπος ερωτεύεται ως παιδί τον Θεό και μετά γίνεται ικανός να ερωτεύεται και ανθρωπίνως- με αυτή την τρομερή απόσυρση της σάρκας που είναι ο έρωτας. Αυτά που πριν υπήρχαν ως «διατάξεις» στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχουν και στην Καινή: τα άμφια των ιερέων, η αρχιτεκτονική και ο διάκοσμος του Ναού κ.λπ. Ωστόσο, αντίθετα με την Παλαιά, που είναι βέβαια, όπως είπαμε, θεόπνευστη αλλά ακριβώς «τύπος» της Καινής Διαθήκης, όλα είναι πια «ερωτικά», με την αρεοπαγιτική έννοια, γεγονότα. Και δεν είναι τυχαίο που οι μεγαλύτεροι μελωδοί και αγιογράφοι της Εκκλησίας υπήρξαν μοναχοί- το τάγμα της Μητέρας του Υιού του Ανθρώπου. Τώρα πια ο Χριστός έδωσε τη χάρη, και ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί- γιατί με τον Νόμο ο άνθρωπος δεν μπορούσε να σωθεί, αφού, όπως λέγει και ο Παύλος, κανείς δεν μπορούσε να τηρήσει τον Νόμο.
Η δόξα της Καινής Διαθήκης αγκαλιάζει και εγκολπώνεται τον «τύπο» της Παλαιάς- μια έλλειψη στην φιλοσοφία της Αποδόμησης είναι ότι παραθεωρεί ακριβώς την έννοια της «τυπολογίας». Ο Νόμος είναι πια χαραγμένος εν Αγίω Πνεύματι στην ανθρώπινη καρδιά και η Καινή Διαθήκη ολοκληρώνει την Παλαιά. Αυτή είναι μια πρόχειρη κριτική που θα μπορούσαμε να ασκήσουμε στην φιλοσοφία της Αποδόμησης, που αρνείται να δει σε όλη την Βίβλο μια συνέχεια.