«Ιωάννης, Μητροπολίτης Σιδηροκάστρου Ευεργέτης ανθρώπων, Συμπολίτης αγίων»

Εἴκοσι πέντε χρόνια μετὰ τὴ μακαρία κοίμηση τοῦ Μητροπολίτη Σιδηροκάστρου κυροῦ Ἰωάννη (1967 – 2001), ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Παντανάσσης Κερατέας Ἀττικῆς μᾶς προσφέρει ἕνα ἐξαιρετικὰ προσεγμένο καὶ ἐπιμελημένο βιβλίο, μὲ τίτλο «Ἰωάννης, Μητροπολίτης Σιδηροκάστρου -Εὐεργέτης ἀνθρώπων, Συμπολίτης ἁγίων». Πρόκειται γιὰ τὴ βιογραφία τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιερέα, ἐκτενῶς καταγεγραμμένης τῆς κατὰ Θεόν πολιτείας του.

Ἡ Ἱερὰ Μονή, μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ κυριάρχη Μητροπολίτη Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς κ. Νικολάου καὶ τῆς Καθηγουμένης Σαλώμης Μοναχῆς, θεώρησε καθῆκον της νὰ ἱστορήσει τὸν βίο ἑνός δικοῦ τους Ἱεράρχη καὶ πνευματικοῦ Πατέρα, ὁ ὁποῖος ὑποδειγματικὰ ἐργάστηκε στὸν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου καὶ ἀπέδωσε εὐχύμους πνευματικοὺς καρπούς, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους καὶ τὴν ἴδια τὴν ἀδελφότητα. Εἶναι λοιπὸν ἔκφραση εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν ἀείμνηστο Ἱεράρχη ἡ βιογραφία αὐτὴ ποὺ μόλις κυκλοφόρησε, ἡ ὁποία ἐπεκτείνεται καὶ στὴν περιγραφὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου μιᾶς δημιουργικῆς ἐποχῆς.

Στὶς 656 σελίδες τοῦ βιβλίου (διαστάσεων 17×24ἑκ.), γραμμένες μὲ φιλότιμο, ὑψηλὸ αἴσθημα εὐθύνης καὶ ἱεραποστολικὴ στόχευση, ἐκδιπλώνεται καὶ ἀναδεικνύεται ὁ πνευματικὸς ἀδριάντας τοῦ ταπεινοῦ καὶ συνετοῦ Ἱεράρχη. Ὅπως ἐπισημαίνει στὸν πρόλογό του ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμος: «Ὁ μακαριστὸς ὑπῆρξε ὁλοκληρωμένος ἐκκλησιαστικὸς ἄνδρας. Ἀνεπίληπτος ἀρχιερέας. Σώφρων, φιλόξενος, ἀφιλάργυρος.[…] Ἀκούραστος λειτουργός, μύστης τῆς προσευχῆς, ἱεροκήρυκας, ἐξομολόγος καὶ πνευματικὸς πατέρας.[…] Ἀνύστακτος στὰ ἔργα τῆς φιλανθρωπίας, μὲ ἀνυπόκριτη ἀγάπη γιὰ τοὺς νέους καὶ γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ προκοπή τους […]. Μιὰ ζωὴ ἀφιέρωσης, βουτηγμένη μέσα στὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Πράγματι συμπολίτης ἁγίων καὶ εὐεργέτης ἀνθρώπων».

Τὸ βιβλίο, ποὺ ἐκδόθηκε λίγο πρὶν τὰ Χριστούγεννα τοῦ 2025, διαρθρώνεται σὲ ἕξι μέρη: α) Ἡ ἐν Χριστῷ μόρφωση (1914-1951) β) Θυσιαστικὴ διακονία στὸν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου – Ἱερεὺς τοῦ Ὑψίστου (1954-1967) γ) Ἀρχιερατικὴ διακονία στὸ Σιδηρόκαστρο (1967-2001) δ) Καρποὶ τοῦ Πνεύματος – Οἱ ἀρετές του, ἀπαυγάσματα θείου φωτός ε) Ὁσιακὰ τέλη – Χαριτόβρυτο σκήνωμα στ) Μερικές ἀκόμη ψηφίδες. Καλύπτει ἔτσι ὅλα τὰ στάδια τῆς σωματικῆς και πνευματικῆς μεθηλικίωσης τοῦ ἀοιδίμου Μητροπολίτη μέχρι τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του. Μὲ γλαφυρό τρόπο, ἀντικειμενικότητα καὶ διάθεση οἰκοδομῆς τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ βιογραφία ζωντανεύει μὲ ἐπιτυχία τὴν ὁσιακὴ μορφὴ τοῦ Ἱεράρχη, ἐρειδόμενη ἐπὶ ἀδιασείστων ἱστορικῶν στοιχείων, εἰλημμένων ἀπὸ τὸ Ἱστορικὸ Ἀρχεῖο τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοβιογραφικῶν σημειώσεων τοῦ ἰδίου.

Ἡ ἐποχὴ ποὺ ἔζησε καὶ ἔδρασε ὁ Μητροπολίτης Ἰωάννης παρουσιάζει ζηλευτὰ δείγματα πνευματικῆς ἀναγέννησης, στὴν ὁποία συνέβαλε καὶ ὁ ἴδιος καθοριστικά. Ὁ πνευματικὸς καταρτισμὸς καὶ ἡ κατὰ Θεὸν προκοπὴ τῶν πιστῶν στοὺς γεωγραφικοὺς τόπους τῆς ποιμαντικῆς δράσης καὶ εὐθύνης του (Σάμος – Ἰκαρία, Σιδηρόκαστρο) ἀποτέλεσε μία ἀνιδιοτελὴ καὶ εἰλικρινὴ κατάθεση ἐξ ὅλης ψυχῆς πρὸς δόξαν τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ.

Οὐδέποτε ὁ ἴδιος κινήθηκε μὲ κριτήρια ἀνθρωπαρέσκειας, γι’ αὐτὸ καὶ εἶχε ἐλεύθερο πνεῦμα. Διαβάζουμε στὸ βιβλίο: «Ἦταν φιλάδελφος καὶ συγχρόνως ἁπλός, μὲ ἀδιάκριτη καὶ ἐξίσου ἀγάπη σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως: ἀγαποῦσε τοὺς ἱερεῖς, τὰ μοναστήρια, τὰ παιδιά, τοὺς μεγάλους, τὰ ὀρφανά, τὰ ἀνίατα … Ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τοὺς ἀδιάφορους, τοὺς παραστρατημένους, τοὺς πλανεμένους, γιὰ τοὺς ὁποίους προσευχόταν θερμά. Ἀγαποῦσε ἐν ὀλίγοις κάθε ψυχὴ τοῦ ποιμνίου του! Κι ἔδειχνε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γι’ αὐτήν, διότι ἦταν μοναδική∙ ἦταν τοῦ ἠγαπημένου του Κυρίου πλάσμα, “ὑπὲρ οὗ Χριστὸς ἀπέθανε”»[1].

Μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τοῦ βιβλίου θὰ θαυμάσει ὁ ἀναγνώστης τὴν ταπείνωση τοῦ μακαριστοῦ Ἱεράρχη, μὲ τὴν ὁποία ἐπιμελημένα ἔκρυβε τὰ πολλὰ χαρίσματα ποὺ τοῦ εἶχε ἁπλόχερα δώσει ὁ Θεός. Ὅμως κάποιες φορὲς ἀναγκαζόταν νὰ φανερώσει τὴν ἀρετή του, στοχεύοντας στὴν ὠφέλεια τοῦ ποιμνίου του. Ὅπως σημειώνει ἡ Καθηγουμένη Σαλώμη: «Σὲ μεγάλο βαθμό ἔχουμε τὴν αἴσθηση ὅτι πολλὲς πληροφορίες τῆς ζωῆς τοῦ βιογραφουμένου παραμένουν στὴν ἀφάνεια, καθὼς ὁ ἴδιος εἶχε ἐπιλέξει ὡς στάση ζωής τό “λάθε βιώσας” καὶ ἑπομένως ποτὲ δὲν ἔγιναν γνωστὲς σὲ κανένα! […] Ἔτσι τὸ σύνολο τῶν δεδομένων περὶ τῆς κατὰ Θεὸν πολιτείας καὶ τῆς ἐν γένει ἐκκλησιαστικῆς διακονίας του, φωτίζει ἀσφαλῶς τὴν προσωπικότητα τοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πόρρω απέχει ἀπὸ τὸ νὰ τὴν ἐξαντλεῖ!».

Ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ ἀπέναντι στὸν ἀείμνηστο Ἱεράρχη ἦταν ἐγνωσμένη καὶ ἐκφραζόταν αὐθόρμητα καὶ πηγαῖα. Τὴν ἴδια ἀγάπη ἔτρεφαν πρὸς τὸ πρόσωπό του καὶ οἱ συνεπίσκοποί του, τὴν ὁποίαν ἔδειχναν ποικιλότροπα. Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα εἶπε ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸς Χριστόδουλος στὸν ἐπικήδειο λόγο του κατὰ τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ Μητροπολίτη Ἰωάννη: «Ὁ ἀείμνηστος Ἱεράρχης ἐτίμησε τὸ ράσο τὸ ὁποῖον ἐφόρεσε καὶ ἐλάτρευσε τὸν Κύριον τῆς δόξης, πρὸς τὸν Ὁποῖον ἀφιερώθηκε. Γι’ αὐτό καὶ ἦτο ἄνθρωπος ἀνεπίληπτος, ἀκατάγνωστος – κανεὶς ποτὲ δὲν εὑρέθη νὰ πῇ κάτι κακὸ δι’ αὐτόν. Γιατὶ ὅλοι ἀνεγνώριζαν στὸ πρόσωπό του τὴν ἁγιότητά του».

Διεξερχόμενος ὁ ἀναγνώστης τὶς σελίδες ἑνός τέτοιου βιβλίου, ποὺ ἀξιοποιεῖ μὲ πνευματικὴ εὐαισθησία τὰ ἱστορικὰ δεδομένα, ἔχοντας τὴν πρόθεση νὰ παρουσιάσει μὲ ἀντικειμενικότητα τὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία ἑνὸς ἐναρέτου Ἱεράρχη, εὔκολα θὰ διαπιστώσει ὅτι αὐτὸ εἶναι “σημεῖον ἀναφορᾶς” γιὰ τὴ γνώση τῆς ἐκκλησιαστικῆς πραγματικότητας τῆς πατρίδας μας στὸν 20 αἰώνα.

[1] Μέρος Δ΄, Κεφ. 2ο :«Φιλαδελφία διάπυρος», σ. 475.