Την Κυριακή 18 Ιανουαρίου θα ακούσουμε την περικοπή με το θαύμα της θεραπείας των δέκα λεπρών (Λουκά 17, 11-19).
Μου κάνει εντύπωση το παρακάτω σημείο της περικοπής: 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; 18 οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; 19 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.
Εδώ βλέπουμε ότι ο Χριστός εκφράζει μία απορία όταν επιστρέφει μόνο ο ένας από τους δέκα θεραπευμένους για να Τον ευχαριστήσει. Βέβαια, ως Παντογνώστης γνωρίζει και ότι έχουν θεραπευτεί όλοι και πού έχουν πάει οι εννέα υπόλοιποι. Με το ερώτημά Του, όμως, αυτό εκφράζει το μεγάλο παράπονό Του για την αχαριστία τους.
Φυσικά, ο Θεός δεν έχει ανάγκη από την ευγνωμοσύνη και τις ευχαριστίες μας. Απλώς, με την αγνωμοσύνη μας και την αδιαφορία μας, απομακρυνόμαστε από τον Εκείνον όπως ανάλογα και από τους ανθρώπους.
Οι ευεργεσίες του Θεού προς εμάς είναι τόσο πολλές και μεγάλες που θα έπρεπε συνεχώς να Τον ευχαριστούμε και να Τον δοξάζουμε. Πολύ περισσότερο που οι Άγιοι μας δείχνουν με το παράδειγμά τους ότι πρέπει να δοξολογούμε τον Θεό και για τις θλίψεις και τις δοκιμασίες.
Με την ευχαριστία η καρδιά μας ανοίγεται προς τον Θεό και μπορεί να δέχεται την χάρη και τον φωτισμό Του. Ακόμη, με μια στάση δοξολογίας, η ζωή μας γεμίζει γαλήνη, χαρά και δύναμη. Αντίθετα, με την αγνωμοσύνη, είτε προς τον Θεό είτε προς τους ανθρώπους, γινόμαστε μίζεροι, θλιβεροί και πάντα ανευχαρίστητοι.
Μπορούμε και πάλι να δούμε ότι, όπως σε όλες τις περιπτώσεις, οι εντολές του Θεού και η διδασκαλία της Εκκλησίας μας είναι μόνο για το δικό μας συμφέρον και για να γίνεται η ζωή μας μέσα στην κοινωνία καλύτερη.