(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Βασιλειών Α’ (Μασ. Σαμουήλ Α’)
Α’ Βασιλέων 26
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2026/01/o-thanatos-tou-profiti-samouil-kai-pos-o-david-pantreftike-tin-avigaian/
Α Βασ. 26,1 Οι Ζιφαίοι ήλθον από την ξηράν και τραχείαν χώραν των εις Γαβαά, όπου ήτο ο Σαούλ, και του είπαν· «ιδού, ο Δαυίδ κρύπτεται εις την χώραν μας, στον λόφον Εχελά, ο οποίος ευρίσκεται απέναντι του Ιεσσαιμούν».
Α Βασ. 26,2 Ηγέρθη ο Σαούλ και κατέβη εις την έρημον Ζιφ έχων μαζή του τρεις χιλιάδας άνδρας εκλεκτούς από όλους τους Ισραηλίτας, διά να αναζητήση τον Δαυίδ εις την έρημον Ζιφ.
Α Βασ. 26,3 Ο Σαούλ ήλθε και εστρατοπέδευσεν στον λόφον Εχελά, ο οποίος ευρίσκετο απέναντι του Ιεσσαμούν· εστρατοπέδευσεν εις την οδόν. Ο Δαυίδ ευρίσκετο εις την έρημον. Έμαθε δε ότι ο Σαούλ ήλθε πίσω από αυτόν εις την έρημον.
Α Βασ. 26,4 Απέστειλε κατασκόπους και εβεβαιώθη ότι πράγματι ο Σαούλ είχεν έλθει από την Κεϊλά έτοιμος με στρατόν, διά να τον συλλάβη.
Α Βασ. 26,5 Ο Δαυίδ ηγέρθη και απεφάσισε να εισδύση κρυφίως στον τόπον, όπου εκοιμάτο ο Σαούλ. Εκεί δε εκοιμάτο και ο αρχιστράτηγος του Σαούλ, ο Αβεννήρ, ο υιός του Νηρ. Ο Σαούλ εκοιμάτο εις την σκηνήν του, οι δε στρατιώται εκοιμώντο κύκλω από την σκηνήν του.
Α Βασ. 26,6 Ο Δαυίδ είπε προς τον Αβιμέλεχ, ο οποίος κατήγετο από την φυλήν των Χετταίων, και προς τον ανεψιόν του τον Αβεσσά, υιόν της αδελφής του της Σαρουΐας και αδελφόν του Ιωάβ, και είπε· «ποιός θάρθη μαζή μου, διά να εισχωρήσωμεν κρυφίως στο στρατόπεδον του Σαούλ;» Ο Αβεσσά απήντησεν· «εγώ θα έλθω μαζή σου».
Α Βασ. 26,7 Ο Δαυίδ πράγματι εισεχώρησε μαζή με τον Αβεσσά ανάμεσα από τους στρατιώτας του Σαούλ κατά την νύκτα. Και ιδού ο Σαούλ εκοιμάτο βαθέως εις την σκηνήν του, το δε βασιλικόν δόρυ του ήτο μπηγμένον στο χώμα, κοντά στο κεφάλι του. Ο Αβεννήρ και ο στρατός του εκοιμώντο γύρω από αυτόν.
Α Βασ. 26,8 Ο Αβεσσά είπε τότε προς τον Δαυίδ· «ο Θεός σήμερον σου έχει παραδώσει εις τα χέρια σου τον εχθρόν σου. Και τώρα άφησέ με να κτυπήσω αυτόν με το δόρυ μου μίαν μόνην φοράν και το δόρυ μου θα φθάση εις την γην, χωρίς να παραστή ανάγκη να κτυπήσω δεύτερη φορά».
Α Βασ. 26,9 Ο Δαυίδ απήντησε προς τον Αβεσσά· «μη φονεύσης και μη εξευτελίσης αυτόν, διότι ποιός θα τολμήση να απλώση το χέρι του εναντίον βασιλέως, τον οποίον έχρισεν ο Θεός και θα θεωρηθή αθώος και ανένοχος;»
Α Βασ. 26,10 Ο Δαυίδ προσέθεσεν· «ορκίζομαι στον Κύριον ότι δεν πρέπει να γίνη κάτι τέτοιο. Ο Κύριος μόνον δύναται να κτυπήση τον Σαούλ ή να τον αφήση εν τη ζωή έως την ημέραν κατά την οποίαν θα έλθη η ώρα να αποθάνη ειρηνικώς ή όταν μεταβή εις πόλεμον και φονευθή από τους εχθρούς του.
Α Βασ. 26,11 Ο Κύριος να μη δώση ποτέ και απλώσω το χέρι μου εναντίον βασιλέως, τον οποίον Αυτός έχρισε. Και τώρα πάρε το δόρυ, που ευρίσκεται κοντά εις την κεφαλήν του, και το δοχείον του ύδατος και ας φύγωμεν απ’ εδώ, διά να επανέλθωμεν στο στρατόπεδον μας».
Α Βασ. 26,12 Ο Δαυίδ επήρε το δόρυ και το φακοειδές δοχείον του ύδατος που ευρίσκοντο κοντά εις την κεφαλήν του Σαούλ, και έφυγαν διά το στρατόπεδόν των. Κανείς δεν τους είδε, κανείς δεν τους αντελήφθη, κανείς δεν εσηκώθη, όλοι εκοιμώντο βαθειά, διότι ο Κύριος τους εθάμπωσε.
Α Βασ. 26,13 Κατόπιν ο Δαυίδ επέρασε εις την απέναντι πλευράν του όρους, ανέβη και εστάθη όρθιος από μακρυά εις την κορυφήν. Η δε απόστασις μεταξύ του στρατοπέδου του Σαούλ και αυτού ήτο μεγάλη.
Α Βασ. 26,14 Ο Δαυίδ εφώναξε τον λαόν και ωμίλησε προς τον Αβεννήρ λέγων· «Αβεννήρ, δεν θα μου απαντήσης;» Ο Αβεννήρ απήντησε και είπε· «ποιος είσαι συ, ο οποίος με φωνάζεις;»
Α Βασ. 26,15 Ο Δαυίδ είπε προς τον Αβεννήρ· «δεν είσαι συ πράγματι γενναίος ανήρ; Ποιος άλλος είναι τόσον ανδρείος μεταξύ των Ισραηλιτών, όσον συ; Διατί λοιπόν δεν φρουρείς και δεν προφυλάσσεις τον κύριόν σου και βασιλέα; Αυτό σου το λέγω, διότι κάποιος Ισραηλίτης εισήλθεν στο στρατόπεδόν σου, διά να φονεύση τον βασιλέα.
Α Βασ. 26,16 Η αμέλεια, την οποίαν έδειξες, δεν είναι καθόλου καλή. Ορκίζομαι στον Θεόν ότι σύ και όσοι άλλοι φυλάσσουν τον βασιλέα και κύριόν σου τον χριστόν Κυρίου είσθε άξιοι θανάτου. Και τώρα ιδού η απόδειξις ότι δεν φρουρείτε τον βασιλέα σας. Το βασιλικόν δόρυ και το δοχείον του ύδατος, τα οποία ήσαν κοντά εις την κεφαλήν του βασιλέως, πού ευρίσκονται τώρα;»
Α Βασ. 26,17 Ο Σαούλ ανεγνώρισε την φωνήν του Δαυίδ και είπε· «παιδί μου Δαυίδ, η φωνή σου είναι αυτή;» Ο Δαυίδ απήντησεν· «ναι, εγώ είμαι, ο δούλος σου, κύριε βασιλεύ».
Α Βασ. 26,18 Και προσέθεσε· «διατί εμέ τον δούλον σου καταδιώκεις πάντοτε; Εις τι έχω πταίσει απέναντί σου και ποίον είναι το αδίκημά μου;
Α Βασ. 26,19 Και τώρα ο κύριός μου και ο βασιλεύς μου ας καταδεχθή να ακούση τα λόγια εμού του δούλου του· Εάν μεν ο Θεός σε αποστέλλη εναντίον μου, διά να με φονεύσης, ας προσφερθή η ζωή μου ως ευάρεστος θυσία στον Θεόν. Εάν όμως πονηροί άνθρωποι σε εξερεθίζουν εναντίον μου, ας είναι κατηραμένοι ενώπιον του Κυρίου, διότι σήμερον με έχουν εκδιώξει και δεν με αφήνουν να ζήσω εις την κληρονομίαν του Θεού, την γην της επαγγελίας, και μου λέγουν· Φύγε, πήγαινε να λατρεύσης άλλους θεούς.
Α Βασ. 26,20 Και τώρα είθε να μη χυθή το αίμά μου εις ξένην γην, μακράν από το πρόσωπον του Κυρίου μου, διότι ο βασιλεύς των Ισραηλιτών έχει εξέλθει και με αναζητεί, διά να με θανατώση. Με καταδιώκει όπως καταδιώκουν τον νυκτοκόρακα εις τα βουνά».
Α Βασ. 26,21 Απήντησεν ο Σαούλ και είπεν· «έσφαλα απέναντί σου. Γύρισε πίσω, παιδί μου Δαυίδ και δεν θα σε κακοποιήσω, διότι εσεβάσθης σήμερον την ζωήν μου. Εγώ εφέρθην κατά τρόπον ανόητον απέναντί σου και έχω παραπλανηθή και εξαπατηθή πάρα πολύ».
Α Βασ. 26,22 Απήντησεν ο Δαυίδ και είπεν· «ιδού, το δόρυ του βασιλέως ευρίσκεται εδώ. Ας έλθη ένας από τους νεαρούς δούλους και ας το πάρη.
Α Βασ. 26,23 Ο δε Θεός θα ανταποδώση στον καθένα αναλόγως των έργων του και της πίστεως που έδειξεν απέναντι του Θεού. Διότι ο Κύριος σε παρέδωκε σήμερα εις τα χέρια μου και δεν ηθέλησα να απλώσω το χέρι μου εναντίον του βασιλέως, τον οποίον ο Θεός έχρισε.
Α Βασ. 26,24 Ιδού, όπως εγώ σήμερον στον τόπον τούτον, εθεώρησα αξίαν πολλού σεβασμού την ζωήν σου, είθε και ο Κύριος κατά παρόμοιον τρόπον να θεωρήση αξίαν την ζωήν μου και να με σκεπάση, να με προφυλάξη και να με απαλλάξη από κάθε κίνδυνον και περιπέτειαν».
Α Βασ. 26,25 Ο Σαούλ είπεν στον Δαυίδ· «τέκνον μου, συ είσαι ευλογημένος. Θα πραγματοποιήσης μεγάλα έργα και με δύναμιν πολλήν θα επικρατήσης». Ο Δαυίδ συνέχισε τον δρόμον του και ο Σαούλ επέστρεψεν στον τόπον του.
Μετάφραση Ιωάννης Κολιτσάρας. Από την ιστοσελίδα Ιεράς Μητρόπολης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου: http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/09.%20VasilionA.htm