Ο Μέγας Αντώνιος με την δική του προαίρεση αξιώθηκε να είναι ναός Θεού, θρόνος έμψυχος της Αγίας Τριάδος

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Λόγος εγκωμιαστικός εις τον Μέγαν Αντώνιον
Του Ιεροδιδασκάλου Μακαρίου του Πατμίου ακμάσαντος κατά τον ΙΗ’ αιώνα,
ληφθείς εκ της «Ευαγγελικής Σάλπιγγος»

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2026/01/agios-antonios-enas-olozontanos-kai-labrotatos-kathreftis-tis-ouranias-politeias/

Αλλά το διαφανέστατον κάτοπτρον του ουρανού, ο περιβόητός μας Αντώνιος, δεν ειναι ολιγώτερον λαμπρός, δεν είναι κατώτερος κατά την φύσιν του παραδείγματος προς το παραδειγματιζόμενον, αλλά πλέον λαμπρότερος, πλέον ενδοξότερος, όχι διότι ο Μέγας Αντώνιος είναι έμψυχος και ο ουρανός άψυχος διότι είναι εικών Θεού, ο δε ουρανός ουχί· (αυτά κοινά πλεονεκτήματα της ανθρωπίνης φύσεως). αλλ’ ότι εκείνα, διά τα οποία είπομεν ότι ο ουρανός είναι τίμιον πράγμα και ένδοξον, ο ουρανός τα έχει κατά συμβεβηκός, ο δε Άγιος Αντώνιος καθ’ αυτό και εκ προαιρέσεως.

Ποία είναι εκείνα, διά τα οποία εδείξαμεν τον ουρανόν λαμπρόν και περιβόητον; τα ενθυμείσθε· ότι δηλαδή είναι θρόνος Θεού, κατοικία των μακαρίων και τα άλλα τα οποία είπομεν, ταύτα όμως έχει κατά θείαν χάριν και όχι κατά προαίρεσιν, επειδή τα άψυχα δεν έχουν προαίρεσιν.

Αλλ’ ο πολυΰμνητός μας Μέγας Αντώνιος με την ιδικήν του προαίρεσιν ηξιώθη να είναι ναός Θεού, θρόνος έμψυχος της Αγίας Τριάδος, και προς τούτοις ηξιώθη να έχη με την ιδικήν του ασύγκριτον αγάπην προς τον Θεόν τα στέφανα και τας λαμπρότητας, όχι μόνον των Οσίων, όχι μόνον των Ασκητών, αλλά και των ελεημόνων και των Μαρτύρων και απλώς ειπείν πάντων εκείνων των Δικαίων τας αρετάς, με των οποίων την κατοίκησιν φαίνεται ένδοξος και λαμπρός ουρανός.

Και διά να μη νομίση τις, ότι λαλούμεν, χωρίς απόδειξιν, ας έλθωμεν εις τα έργα του Αγίου Αντωνίου και από εκείνα, καθώς τα διηγείται με πάσαν αλήθειαν ο Μέγας Αθανάσιος, θέλει βεβαιωθή καθ’ εις, ότι ο Μέγας Αντώνιος είναι αληθώς εν κάτοπτρον του ουρανού, επειδή εις όσα χαίρεται και καυχάται ο ουρανός, όλα τα εσώρευσε μέσα εις την ψυχήν του ο μακάριος Αντώνιος.

Ποίον είναι το πρώτον όπερ στολίζει τον ουρανόν; οι Μάρτυρες; ας υποθέσωμεν τούτο, καθώς και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εις την Αποκάλυψίν του (Κεφ. ξ’) είδε τους Μάρτυρας, οίτινες ίσταντο πρώτοι έμπροσθεν εις τον θρόνον του Θεού και ενώπιον του αρνίου, περιβεβλημένοι στολάς λευκάς και φοίνικες εν ταις χερσίν αυτών. Τούτο λέγω και εγώ, επειδή Μάρτυς ο Αντώνιος και τη προαιρέσει και τη πράξει.

Διά τούτο ο Μέγας Αθανάσιος με πολλήν του, χαράν γράφει, ότι όταν εκυρίευσε την Εκκλησίαν ο Μαξιμίνου διωγμός και εσύροντο εις την Αλεξάνδρειαν οι Μάρτυρες, άφησεν ευθύς ο Άγιος Αντώνιος τα Μοναστήρια, ηκολούθησε και αυτός, λέγων· «Απέλθωμεν, ιν’ αγωνισώμεθα».

Και επήγε με τοιαύτην προθυμίαν, όχι μακρόθεν αλλά και μέσα εις τας φυλακάς και μέσα εις τα μέταλλα· και άλλους Μάρτυρας υπηρέτει, άλλους παρεκίνει εις το μαρτύριον και με τόσην σπουδήν, με τόσον θάρρος, με τόσην καταφρόνησιν των τυράννων, ώστε παρεκινήθη ο τύραννος να εμποδίση τους Μοναχούς, πλέον να μη έρχωνται εις το κριτήριον.

Και άκουσον τα ίδια λόγια του Μεγάλου Αθανασίου· «Ο ουν δικαστής βλέπων αυτού τε και των συν αυτώ το άφοβον, παρήγγειλε μηδένα των Μοναχών εν τω δικαστηρίω φαίνεσθαι». Ποίων το άφοβον; του Μεγίστου Αντωνίου, μάλιστα διότι μαρτυρεί αυτός ο Άγιος Αθανάσιος περί αυτού, ότι «πολλή η αυτού σπουδή εν τω δικαστηρίω αυξάνειν εις προθυμίαν τους αγωνιζομένους, μαρτυρούντας δε αυτούς απολαμβάνειν και προπέμπειν έως τελειωθώσιν».

Βλέπεις εδώ πόσας φοράς έγινε Μάρτυς; Όσας, φοράς επήγεν εις το δικαστήριον, όσους παρεκίνησε και εστήριξεν εις το Μαρτύριον, τόσας φοράς έγινε Μάρτυς. Και τούτου την αλήθειαν ακόμη γνώρισε από τούτο προσέταξεν ο κριτής να μη φανή πλέον Μοναχός εις το κριτήριον· τάχα εψήφησεν αυτήν την απόφασιν, εφοβήθη ο Αντώνιος;

Μη γένοιτο· αλλ’ όταν έφυγον οι άλλοι, αυτός πλύνει τον επενδύτην, στολίζεται με αυτό το ασκητικόν φόρεμα, έρχεται εις το κριτήριον με περισσοτέραν προθυμίαν από την πρώτην, αναβαίνει εις υψηλόν τόπον, διά να τον βλέπη και αυτός ο κριτής· «Και οι μεν άλλοι πάντες (λέγει ο Μέγας Αθανάσιος) έδοξαν κρύπτεσθαι τη ημέρα εκείνη, ο δ’ Αντώνιος τοσούτον εφρόντισεν, ώστε και μάλλον πλύναι τον επενδύτην, και τη εξής έμπροσθεν εφ’ υφηλού στήναι, και φαίνεσθαι τω ηγεμόνι λαμπρόν».

Τόση ήτο η προθυμία του, τόσος ο ζήλός του, διά να χύση το αίμά του και διά να δοκιμάση περισσότερα μαρτύρια από όλους. Αλλά τι το εμπόδιον; το λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, ότι ο Θεός δεν ήθελε να αναχωρήση από τον κόσμον τοιούτον χρυσούν παράδειγμα της αρετής· «Ο δε Κύριος ην αυτόν φυλάττων, και εις την ημών και την των ετέρων ωφέλειαν».

Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Ιανουάριος, τόμος α’.