Γράφει ο φιλόσοφος Χούσσερλ στο ωραίο βιβλίο του για τον χρόνο: «Καθώς μια κίνηση γίνεται αντιληπτή, λαμβάνει χώρα ανά πάσα στιγμή ένα ‘συλλαμβάνειν-ως-τώρα [παρόν]’ και εντός του συγκροτείται η τώρα τρέχουσα ενεργεία φάση της ίδιας της κίνησης» ( «Για τη φαινομενολογία της συνείδησης του εσωτερικού χρόνου», ΠΕ Κρήτης, Ηράκλειο 2020, σ. 131). Υπάρχει η έννοια του «τώρα», αυτό που επιτελώ την παρούσα στιγμή- ό,τι πέρασε ανακρατείται στη μνήμη, ό,τι περιμένω προ-κρατείται ως προσδοκία.
Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε αυτόν τον κατά τα φαινόμενα προφανή ισχυρισμό σε ό,τι αφορά την καθημερινή και την εκκλησιαστική ζωή. Θυμάμαι το «τώρα» στις μεγάλες εκκλησιαστικές βραδινές ακολουθίες την Μεγάλη Εβδομάδα, όταν πηγαίναμε σε άλλο χωριό να παρακολουθήσουμε τις αγρυπνίες, γιατί εμείς δεν είχαμε ιερέα- είμαστε εξόριστοι. Και όμως, ήταν ένα περίεργο είδος εξορίας. Κανονικά θα έπρεπε να νιώθουμε ξένοι, παρείσακτοι, αλλά στο κοντινό χωριό, χανόμαστε μέσα στην τεράστια όπως μας φαινόταν τότε εκκλησία- σήμερα τον κοιτάζω και τον θεωρώ ναΐσκο-, με το μέγα πλήθος που μέσα του χωρούσε. Εμείς πηγαίναμε πίσω, κάτω από τον γυναικωνίτη, και μπροστά δεν μπορούσαμε να δούμε τον ιερέα, ακουγόταν όμως ένας περίεργος θόρυβος, χωρίς να μιλά κανείς, μια αναστάτωση των προσκυνητών την Μεγάλη Εβδομάδα -φαινόταν δύσκολο καθήκον ακόμα και το άναμμα ενός κεριού- , όλα ήταν ένα χάος. Όλα ήταν ένα χάος, ούτε που καταλαβαίναμε τι έλεγε ο παπάς, τι έλεγε ο Ψάλτης, οι μεγάλοι έλεγαν ωστόσο ότι τα Ευαγγέλια ήταν δώδεκα. Μια φορά είχε πολύ κόσμο και μείναμε έξω από το ναό και η ομήγυρη συζητούσε ποιο ευαγγέλιο ήταν αυτό που διαβαζόταν- το πέμπτο; το έκτο;-, κι αυτή η αγωνιώδης προσπάθεια της αρίθμησης ήταν τόσο γοητευτική, ώστε ποτέ στην ζωή μου ξανά δεν άκουσα με τέτοια ηδονή Μαθηματικά.
Είμαστε έξω από τον ναό, το μεγάφωνο ηχούσε, κι όμως, αισθανόμουν ότι ήμουν μέσα, ότι ο ναός άνοιγε διάπλατα, οι τοίχοι του έπεφταν για να εγερθούν άλλοι, πολύ πιο μεγάλοι, κοσμικοί, συμπαντικοί- κι εκείνη η παρατήρηση του δασκάλου ότι την Μεγάλη Εβδομάδα δεν γελάμε. Μικροί και μεγάλοι τηρούσαν αυτήν την προτροπή, κανείς δεν γέλαγε την Μεγάλη Εβδομάδα, κι όμως η έλλειψη γέλιου δεν σήμαινε στενοχώρια. Δεν θα το έλεγε κανείς στενοχώρια αυτό που νιώθαμε εκείνη την στιγμή- τα ευαγγέλια, από ό,τι έλεγαν οι μεγάλοι, κρατούσαν πολύ, και τότε αγάπησα την ωρίμανση.
Ήταν αυτό ένα «τώρα», ένα «νυν». Αλλά καθώς πέρναγε ο καιρός, πέρναγε ο χρόνος, το «νυν» αυτό δεν έλεγε να ξεπεραστεί, μόνο θαυμαστά διασαφηνιζόταν. Όταν μεγάλωσα και είδα ξαφνικά τον ναό να γκρεμίζεται, γιατί ήταν «μικρός» κι έπρεπε να φτιαχτεί ένας μεγαλύτερος- ο αγαθός λευίτης του χωριού έφτιαξε με τεράστια προσπάθεια έναν αληθινά πολύ μεγάλο-, έμεινε από τον παλιό «μικρό» ναό μόνο η αγία Τράπεζα και γύρω ένα περιτείχισμα. Όταν το έβλεπα, θυμόμουν πια την αλήθεια που με δίδαξε η θεολογία, ότι ο χώρος που κτίζεται ένας ναός είναι ιερός και δεν πρέπει ποτέ να δίδεται σε άλλη χρήση. Η παλιά αγία Τράπεζα, ο μικρός ναΐσκος, δέχεται πια αλύπητα τα χτυπήματα της θάλασσας, τα κύματα τον χτυπούν πάλι και πάλι- ωστόσο εγώ είχα μάθει από μικρός ότι η θάλασσα, όπως στον Παπαδιαμάντη, δεν δέρνει ποτέ έναν ναό, τον φιλάει. Η θάλασσα στέκει ακοίμητος φρουρός, ανοιχτή στο Αιγαίο, βλέποντας- τις πολύ καθαρές ήμερες- μια σκιά κατά τον βορρά, τον Άθω. Κι αυτό, ότι αυτή η σκιά είναι ο Άθως, το έμαθα αργότερα, αφού πρωτοπήγα στο Άγιον Όρος και κατάλαβα, υποτίθεται, τι είναι καλογερική ζωή.
Πότε «κατάλαβα» τι είναι καλογερική ζωή; Υπήρξε στα αλήθεια, όπως λέγει ο Χούσσερλ, κάποιο «νυν», όπου το κατάλαβα; Θα υποστήριζε κάποιος, με περισσή αληθοφάνεια, ότι προηγείται μια «επεξεργασία» και πρόσληψη διαφόρων σχετικών στοιχείων, και κάποια στιγμή, ξυπνά απότομα το πνεύμα, ο νους, το μυαλό, και συλλαμβάνει τι είναι «καλογερική ζωή». Αυτή η θεωρία είναι προβληματική. Δεν υπάρχει πραγματικά ένα «νυν», ένα τώρα, όπου κάνω «κάτι»- και μπορώ να διατυπώσω κιόλας αυτό το κάτι. Είναι μυστήριο, αλλά την «ίδια» στιγμή, δεν αντιλαμβάνομαι απλώς, αλλά «καταπλήσσομαι». Όταν κατάλαβα ότι ο μεγάλος ναός της παιδικής ηλικίας ήταν αυτός ο μικρός χώρος της Αγίας Τράπεζας, που θα έπρεπε να παραμείνει αφιερωμένος στον Κύριο εις τον αιώνα, τότε μέσα μου εξηγήθηκε το γιατί στα μικράτα μου μου φαινόταν τεράστιος, γιατί τα κεριά φαίνονταν να θορυβούν πολύ όταν ανάβονταν, γιατί ο παπάς δεν φαινόταν κάτω από τον γυναικωνίτη, που καθόμαστε στριμωγμένοι, γιατί ο χρόνος άπλωνε, άπλωνε, άπλωνε, τα Δώδεκα Ευαγγέλια δεν τελείωναν ποτέ, και δεν βαριόσουν ποτέ, δεν ήθελες να τελειώσει κείνο το σκοτάδι, δεν μπορούσες, όσο κι αν προσπαθούσες, να αριθμήσεις τα Ευαγγέλια- κι αυτή η αδυναμία ήταν η μαγεία της αριθμητικής. Η θάλασσα δεν ήταν άγρια ποτέ όταν ήσουν μικρός κι έβλεπες τον ναό τεράστιο, έγινε όντως κάποια στιγμή τεράστιος, τώρα που μεγάλωσες, αλλά που ξέρεις- πότε ακριβώς το έμαθες;- ότι η θάλασσα απλώνεται απέραντη γιατί στέκει ακοίμητη φρουρός της Αγια-Τράπεζας.
Σ’ όλα αυτά μαγικά δεν υπάρχει «πριν» και «μετά». Οι στιγμές, οι χρόνοι, τα τώρα, τα μετά, όλα συμπλέκονται και συνταιριάζονται θαυμαστά μεταξύ τους. Υπάρχουν και υπομνηματισμοί. Όταν άρχισα να πηγαίνω κατηχητικό, τα βράδια της Μεγάλης Εβδομάδας γυρίζαμε από τον μεγάλο πια ναό του διπλανού χωριού μαζί με την οικογένεια της Κατηχήτριας. Ήταν μια οικογένεια που ζούσε έξι μήνες τον χειμώνα στην Αθήνα και έξι μήνες το καλοκαίρι στο χωριό. Έρχονταν πάντα λίγο πριν αρχίσει η Μεγάλη Εβδομάδα. Η κατηχήτριά μας ζωγράφιζε κιόλας- έφτιαξε μια θαυμάσια αγία Μαρία Μαγδαληνή- , ο πατέρας έψελνε κρατώντας ένα βιβλίο με κάτι περίεργα σημάδια που τότε τα πρωτοβλέπαμε, και η μητέρα έγραφε ποίηση. Γυρνώντας μαζί το βράδυ θέμα συζήτησης ήταν τα του ναού. Ότι είναι υπέροχος ο δικέφαλος αητός που ο αγαθός μαρμαράς έφτιαξε στο δάπεδο- και στην Αθήνα, έλεγαν, δεν υπάρχει τέτοιος-, και μάθαινα πια στις εκκλησίες να κοιτώ τα δάπεδα, κι η κυρία της «Ζωής», η κατηχήτρια, έλεγε για το αν την Μεγάλη Εβδομάδα η εκκλησία πρέπει να είναι σκοτεινή ή όχι –και μάθαινα ότι υπάρχουν θεολογικές διαφωνίες-, η μητέρα έλεγε ότι ο λόγος του ιερέα «παραγγείλαμε εικόνες σε ένα μεγάλο μοναστήρι, όταν τις δείτε θα τρέμετε» ήταν υπερβολικός, γίνεται να τρέμουμε; κι όμως όταν ήρθαν απλώθηκε μια απίστευτη ομορφιά πάνω στο τέμπλο, κι ο μικρός μάθαινε ότι υπάρχει αισθητική και τόσα άλλα.
Η θεία λατρεία είναι ένα ερωτικό φαινόμενο- κι ο έρωτας είναι η τρομερή υποχώρηση της σάρκας. Είναι μάταιο να ψάχνεις στη θεία λατρεία το πριν και το μετά. Είναι μάταιο να ρωτάς διανοητικά γιατί στην βυζαντινή εικόνα της Γέννησης ο Κύριος κείτεται τυλιγμένος με σουδάρια σαν νεκρός, μέσα σε έναν τάφο- πώς να το ερμηνεύσεις αλήθεια αυτό; Δεν θέλουμε να κατηγορήσουμε κανέναν φιλόσοφο, αλλά τα θεία, όταν έρχονται να φωτίσουν τον άνθρωπο, είναι αληθινά πέρα κι έξω από τον χρόνο. Ο ορθόδοξος χριστιανικός ναός είναι ένα αληθινό θαύμα.