Ο θάνατος του Προφήτη Σαμουήλ και πώς ο Δαυίδ παντρεύτηκε την Αβιγαίαν

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Βασιλειών Α’ (Μασ. Σαμουήλ Α’)

Α’ Βασιλέων 25

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2026/01/david-pros-ton-vasilia-saoul-giati-akous-tous-sykofantes-oi-opoioi-sou-legoun-oti-david-zita-tin-zoi-sou/

Α Βασ. 25,1 Ο Σαμουήλ απέθανε, και συνεκεντρώθησαν όλοι οι Ισραηλίται, οι οποίοι και τον επένθησαν μετά θρήνων και τον έθαψαν εις την αυλήν αυτού εις Αρμαθαίμ. Τότε ο Δαυίδ ητοιμάσθη και κατέβηκε από την έρημον Μαάν.

Α Βασ. 25,2 Εκεί εις την Μαάν υπήρχεν ένας άνθρωπος, του οποίου τα ποίμνια ευρίσκοντο στο Κάρμηλον. Ο άνθρωπος αυτός ήτο πολύ πλούσιος. Είχε τρεις χιλιάδες πρόβατα και χιλίας αίγας. Ήλθεν η εποχή, που θα εκούρευε τα ποίμνιά του στο Κάρμηλον.

Α Βασ. 25,3 Ο άνθρωπος αυτός ωνομάζετο Νάβαλ, η δε γυναίκα του ωνομάζετο Αβιγαία. Η γυναίκα του ήτο πολύ συνετή και ωραιότατη εις την όψιν. Εξ αντιθέτου ο σύζυγός της ήτο σκληρός, άνθρωπος των κακών έργων, αναιδής και κτηνώδης.

Α Βασ. 25,4 Ο Δαυίδ, εκεί εις την έρημον, που ευρίσκετο, επληροφορήθη ότι ο Νάβαλ κουρεύει τα γιδοπρόβατά του εις Κάρμηλον.

Α Βασ. 25,5 Έστειλε προς αυτόν δέκα νεαρούς και είπεν εις αυτούς· «ανεβήτε στο Κάρμηλον, πηγαίνετε προς τον Νάβαλ και χαιρετήσατέ τον ειρηνικώς εκ μέρους μου.

Α Βασ. 25,6 Να του πήτε τα εξής· Καλή σου ώρα· ευχόμεθα υγείαν εις σε και στους ανθρώπους του σπιτιού σου και εις όλα όσα σου ανήκουν.

Α Βασ. 25,7 Τώρα δε εγώ έμαθα, ότι οι ποιμένες σου, οι οποίοι ευρίσκοντο μαζή μου εις την έρημον, κουρεύουν τα αιγοπρόβατά σου. Αυτούς τους ποιμένας σου ουδέποτε ημείς τους ενοχλήσαμεν και ούτε τους εμποδίσαμεν να βόσκουν τα ποίμνιά σου, ούτε τους διετάξαμεν να μας κάμουν κάτι, να μας εξυπηρετήσουν εις κάτι καθ’ όλον το χρονικόν διάστημα, που ευρίσκοντο στο Κάρμηλον.

Α Βασ. 25,8 Ερώτησε τους υπηρέτας σου δι’ αυτά, που σου λέγω, και θα τα πληροφορηθής από αυτούς. Ας βρουν λοιπόν χάριν και ας γίνουν ευμενώς δεκτοί από σε οι νεαροί αυτοί, τους οποίους αποστέλλω. Έχομεν έλθει εις καλήν ημέραν, την εόρτιον ημέραν της κουράς. Δόσε σε παρακαλώ εις αυτούς ό,τι σου ευρεθή πρόχειρον δι’ εμέ, το παιδί σου, τον Δαυίδ».

Α Βασ. 25,9 Οι νεαροί αυτοί του Δαυίδ ήλθαν και είπαν τους λόγους αυτούς προς τον Νάβαλ εκ μέρους του Δαυίδ, όπως τους είχε διατάξει ο Δαυίδ.

Α Βασ. 25,10 Εκείνος όμως κατελήφθη από θυμόν, ανεπήδησε και απεκρίθη εις τα παιδιά του Δαυίδ και είπε· «Και ποιος είναι αυτός ο Δαυίδ, ποιος είναι αυτός ο υιός του Ιεσσαί; Σήμερον έχουν πληθυνθή οι δούλοι, που εδραπέτευσαν κρυφίως από τους κυρίους αυτών. Δεν αποκλείεται ένας από αυτούς να είναι και ο Δαυίδ.

Α Βασ. 25,11 Θα πάρω λοιπόν εγώ τα ψωμιά μου και το κρασί μου και τα σφαχτά μου, τα οποία έσφαξα δι’ εκείνους που κουρεύουν τα πρόβατά μου, και θα δώσω αυτά προς ανθρώπους, τους οποίους δεν γνωρίζω από πού είναι και από πού κατάγονται»;

Α Βασ. 25,12 Οι νεαροί απεσταλμένοι του Δαυίδ ανεχώρησαν οπίσω στον δρόμον των, επέστρεψαν, ήλθαν και ανήγγειλαν στον Δαυίδ όλα αυτά τα λόγια του Νάβαλ.

Α Βασ. 25,13 Είπε τότε ο Δαυίδ στους άνδρας του· «ας ζωσθή ο καθένας την ρομφαίαν του». Και τετρακόσιοι άνδρες από αυτούς ανέβησαν μαζή με τον Δαυίδ, ενώ διακόσιοι άλλοι εκάθησαν με τας αποσκευάς.

Α Βασ. 25,14 Ένας από τους νεαρούς δούλους του Νάβαλ ανήγγειλεν εις την Αβιγαίαν, την γυναίκα του Νάβαλ. Και της είπεν· «ιδού, ο Δαυίδ έστειλεν από την έρημον, που ευρίσκεται, αγγελιαφόρους να χαιρετήση τον κύριόν μας και εκείνος τους απέπεμψε με τραχύτητα.

Α Βασ. 25,15 Οι άνδρες αυτοί εφέρθησαν πολύ καλά απέναντί μας. Δεν μας ημπόδισαν εις τίποτε, ούτε μας διέταξαν να τους δώσωμεν κάτι όλας αυτάς τας ημέρας, κατά τας οποίας ευρισκόμεθα κοντά των.

Α Βασ. 25,16 Επί πλέον, όταν είμεθα εις την εξοχήν, αυτοί μας εφύλατταν ολόγυρά μας σαν τείχος νύκτα και ημέραν, καθ’ όλον το διάστημα, κατά το οποίο ημείς εβόσκαμεν τα ποίμνιά μας.

Α Βασ. 25,17 Και τώρα σκέψου και ιδέ συ, τι θα κάμης. Διότι η κακία του κυρίου μας έχει αποκορυφωθή και θα ξεσπάση εναντίον όλου του οίκου του. Διότι αυτός είναι τραχύς και χυδαίος και κανείς δεν ημπορεί να του ομιλήση».

Α Βασ. 25,18 Η Αβιγαία έσπευσεν αμέσως, επήρε διακοσίους άρτους, δύο ασκούς κρασί, πέντε πρόβατα ητοιμασμένα διά το φαγητόν, εκατό και πλέον κιλά κοπανισμένην κριθήν, πέντε περίπου κιλά ξηράν σταφίδα, διακόσιες τσαπέλες σύκα, και όλα αυτά τα εφόρτωσεν στους όνους.

Α Βασ. 25,19 Είπε δε στους νεαρούς δούλους της· «πηγαίνετε σεις εμπρός και εγώ θα σας ακολουθήσω». Εις τον σύζυγόν της δεν είπε τίποτε.

Α Βασ. 25,20 Όταν αυτή καβάλα εις την όνον της, κατέβαινε μίαν αναδίπλωσιν του όρους, ιδού ο Δαυίδ και οι άνδρες αυτού κατέβαιναν προς συνάντησίν της. Και συνηντήθησαν.

Α Βασ. 25,21 Έλεγε δε ο Δαυίδ προς τους άνδρας του· «ματαίως εγώ εφύλαξα όλα όσα ανήκουν εις αυτόν τον άνθρωπον εις την έρημον και έδωσα εντολήν στους ανθρώπους μου να μη πάρουν απολύτως τίποτε, από όσα του ανήκουν. Αυτός μου ανταπέδωσε κακά αντί των αγαθών που του έκαμα.

Α Βασ. 25,22 Ας με τιμωρήση ο Θεός με πολλάς τιμωρίας, εάν έως αύριον το πρωΐ αφήσω έστω και ένα άνδρα ζωντανόν από όσους ανήκουν στον Νάβαλ».

Α Βασ. 25,23 Η Αβιγαία είδε τον Δαυίδ, έσπευσε και κατεπήδησεν από την όνον της, έπεσε με το πρόσωπον κατά γης ενώπιον του Δαυίδ και προσεκύνησεν αυτόν βαθύτατα έως το έδαφος

Α Βασ. 25,24 έμπρος εις τα πόδια του και του είπε· «κύριέ μου, εις εμέ ας καταλογισθή η αδικία, την οποίαν ο σύζυγός μου έκαμε εναντίον σου. Επίτρεψέ μου, σε παρακαλώ, να ομιλήσω εγώ η δούλη σου ενώπιόν σου. Άκουσε τα λόγια της δούλης σου.

Α Βασ. 25,25 Σε παρακαλώ να μη δώσης καμμίαν σημασίαν στον τρόπον του ανθρώπου αυτού, διότι είναι άνθρωπος βάρβαρος και αγροίκος, άξιος του ονόματος το οποίον έχει. Νάβαλ είναι το όνομά του (=ανόητος) και η αφροσύνη και απερισκεψία τον χαρακτηρίζουν. Εγώ, η δούλη σου, δεν είδα τους δούλους του κυρίου μου, τους οποίους σύ έστειλες προς τον σύζυγόν μου.

Α Βασ. 25,26 Και τώρα, κύριέ μου, ορκίζομαι στον ζώντα Θεόν και Κύριον και εις την ιδικήν σου ζωήν και σε διαβεβαιώ, ότι με το να έλθω εγώ εις σέ, σε ημπόδισεν ο Κύριος να μη ευρεθής εις θέσιν, ώστε να χύσης αίμα αθώον και προεφύλαξε το χέρι σου από αυτό το αμάρτημα. Εύχομαι δε όπως όλοι οι εχθροί σου, εκείνοι που ζητούν το κακό σου, να έχουν την τύχην του Νάβαλ.

Α Βασ. 25,27 Και τώρα πάρε τα δώρα αυτά, τα οποία εγώ η δούλη σου έχω προσφέρει εις σε τον κύριόν μου. Δός τα στους δούλους σου, στους στρατιώτας σου οι οποίοι σε περιστοιχίζουν.

Α Βασ. 25,28 Συγχώρησε, λοιπόν, την παρανομίαν της δούλης σου, την απρεπή δηλαδή συμπεριφοράν του συζύγου μου. Εάν δε ούτω πράξης, ο Κύριος ετοιμάζει διά σε ευσεβείς απογόνους, οι οποίοι δεν θα λείψουν ποτέ. Ο πόλεμος δε, τον οποίον συ διεξάγεις, είναι πόλεμος εν ονόματι του Κυρίου και ουδέποτε πρέπει να διαπραχθή από σε ούτε η παραμικροτέρα αδικία.

Α Βασ. 25,29 Οποιοσδήποτε δε άνθρωπος και αν εξεγερθή εναντίον σου, δια να σε καταδιώξη και να ζητήση την ζωήν σου, μη φοβηθής, διότι η ζωή του κυρίου μου θα είναι ασφαλισμένη μέσα εις ασύντριπτον δεσμόν ζωής, τον οποίον Κύριος ο Θεός χορηγεί, ενώ η ζωή των εχθρών σου θα είναι σαν μέσα εις σφενδόνην, τους οποίους συ θα εκσφενδονίσης μακράν.

Α Βασ. 25,30 Όταν δε Κύριος ο Θεός πραγματοποιήση εις σε τον κύριόν μου όλα τα αγαθά, τα οποία σου έχει υποσχεθή, όταν σου δώση την εντολήν να γίνης βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού,

Α Βασ. 25,31 δεν θα έχης βάρος εις την καρδίαν σου και τύψεις της συνειδήσεως, ότι έχυσες αίμα αθώων ανθρώπων και έτσι το χέρι του κυρίου μου θα διατηρηθή καθαρόν. Όταν δε ο Κύριος θα αποστείλη τα αγαθά εις σε τον κύριόν μου, ας ενθυμηθής και εμέ την δούλην σου με καλωσύνην».

Α Βασ. 25,32 Είπεν ο Δαυίδ εις την Αβιγαίαν· «ας είναι ευλογημένος Κύριος ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού, ο οποίος έστειλε σήμερον σε εις συνάντησίν μου.

Α Βασ. 25,33 Ευλογημένος και ο τρόπος αυτός, που εφέρθης απέναντί μου, και αξιέπαινη είσαι συ, η οποία σήμερον εις τον τόπον αυτόν με ημπόδισες να χύσω αθώα αίματα και να διατηρήσω το χέρι μου καθαρόν και ανένοχον.

Α Βασ. 25,34 Σε πληροφορώ έως ότι είχα ορκισθή εις Κύριον τον Θεόν του Ισραηλιτικού λαού, ο οποίος με ημπόδισε σήμερον να σε κακοποιήσω, ότι, αν δεν έσπευδες να έλθης εις συνάντησίν μου, είχα πει· Κανείς από τους άνδρας του Νάβαλ δεν θα ζη έως αύριον το πρωΐ».

Α Βασ. 25,35 Επήρεν ο Δαυίδ από τα χέρια της Αβιγαίας όλα τα δώρα, τα οποία αυτή έφερε προς αυτόν, και της είπεν· «πήγαινε πάλιν ειρηνική και ήσυχος στον οίκον σου και μη λησμονής ότι ήκουσα την παράκλησίν σου και εξετίμησα το πρόσωπόν σου».

Α Βασ. 25,36 Η Αβιγαία επέστρεψε προς τον Νάβαλ και ιδού, βλέπει ότι είχε παρατεθή στον οίκον της συμπόσιον πλούσιον, βασιλικόν. Ο Νάβαλ είχε περιέλθει εις ευθυμίαν και σιγά σιγά περιέπιπτεν εις μεγάλην μέθην. Η Αβιγαία δεν είπε τίποτε, ούτε το παραμικρότερον από όλα εκείνα, τα οποία έλαβον χώραν μεταξύ αυτής και του Δαυίδ, έως ότου ανέτειλεν η επομένη ημέρα.

Α Βασ. 25,37 Όταν ανέτειλεν η πρωΐα της επομένης και ο Νάβαλ ανένηψεν από την μέθην του, εγνωστοποίησεν εις αυτόν η γυναίκα του όλα εκείνα τα γεγονότα. Αμέσως δε η καρδία του Νάβαλ έπαθε προσβολήν και αυτός έμεινεν αναίσθητος ωσάν άψυχος λίθος.

Α Βασ. 25,38 Έπειτα από δέκα περίπου ημέρας ο Κύριος εκτύπησε τον Νάβαλ και αυτός απέθανε.

Α Βασ. 25,39 Ο Δαυίδ ο οποίος επληροφορήθη τον θάνατον του Νάβαλ, είπεν «ευλογημένος ας είναι ο Κύριος, ο οποίος έκαμε δικαίαν κρίσιν δια τον ονειδισμόν, τον οποίον υπέστην εκ μέρους του Νάβαλ, ετιμώρησεν αυτόν δια τούτο, εμέ δε τον δούλον του με επροφύλαξε, ώστε να μη μολύνω τα χέρι μου με αδικίας. Επέρριψε δε την κακίαν Νάβαλ εις την κεφαλήν του». Ο Δαυίδ έστειλε τότε αγγελιαφόρους να είπουν εις την Αβιγαίαν, εάν θέλη, να λάβη αυτήν ως σύζυγόν του.

Α Βασ. 25,40 Οι δούλοι του Δαυίδ ήλθαν προς την Αβιγαίαν στο Κάρμηλον και είπαν εις αυτήν τα εξής· «ο Δαυίδ μας έστειλε προς σε, δια να σου αναγγείλωμεν ότι επιθυμεί να σε λάβη ως σύζυγόν του».

Α Βασ. 25,41 Εκείνη αμέσως ηγέρθη, μετέβη προς τον Δαυίδ, έπεσε με το πρόσωπον επί του εδάφους και προσεκύνησεν αυτόν και του είπεν· «ιδού, η δούλη σου, γίνομαι δούλη σου, δια να νίπτω τα πόδια των δούλων σου».

Α Βασ. 25,42 Η Αβιγαία ητοιμάσθη, ανέβηκε εις την όνον της και πέντε κοράσια την ηκολούθησαν. Ηκολούθησεν αυτή τους δούλους του Δαυίδ, ήλθε προς αυτόν και έγινε σύζυγός του.

Α Βασ. 25,43 Ο Δαυίδ έλαβε και δευτέραν ακόμη γυναίκα την Αχινόομ, η οποία κατήγετο από την πόλιν Ιεζραέλ, και αι δύο αυταί ήσαν σύζυγοι του Δαυίδ.

Α Βασ. 25,44 Ο Σαούλ, προφανώς δια να εκδικηθή τον Δαυίδ, έδωσε την Μελχόλ, την θυγατέρα του, την γυναίκα του Δαυίδ, ως σύζυγον στον Φαλτί υιόν του Αμίς.

Μετάφραση Ιωάννης Κολιτσάρας. Από την ιστοσελίδα Ιεράς Μητρόπολης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου: http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/09.%20VasilionA.htm