Παραμονή Χριστουγέννων και δεν ησύχαζε. Αγωνιούσε. Πρώτη φορά τέτοια μέρα άρχισε να τον ενοχλεί ο εξής λογισμός: Θα γεννηθεί ο Χριστός φέτος ή όχι; Και να, σχεδόν ολόκληρη και πλήρης, η αγωνία του Μεγάλου Σαββάτου για την Ανάσταση να επανάρχεται και να του δημιουργεί βλάβην ένδοθεν λογισμού αμφιβόλου.
Σίγουρα παρηγόρησε τον εαυτό του πως δεν πρόκειται για την αγωνία του Μεγάλου Σαββάτου, πως δηλαδή ο Χριστός πέθανε και βρίσκεται στον Άδη.
Άλλη, όμως, αγωνία εδώ τον τυραννούσε: Μα εδώ μοιάζει σαν ο Χριστός να μην γεννήθηκε ακόμη. Κακά τα ψέματα, λοιπόν, σήμερα παραμονή Χριστουγέννων περιμένουμε τον Μεσσία. 2025 μετά Χριστόν και τον αναμένουμε! Τι γίνεται και πώς θα το αντιμετωπίσουμε αυτό;
«Παναγίτσα μου», αναφώνησε και κοίταξε μήπως τον άκουσε κανείς! Μήπως αυτό, τελικά, πρόκειται για κάτι χειρότερο από την δοκιμασία του Μεγάλου Σαββάτου; Τι να είναι αυτή η δοκιμασία που τον βρήκε;
Μήπως, όμως, όλο αυτό αποτελεί την πλήρη μας αποτυχία να βάλουμε στην ζωή μας τον Θέανθρωπο ως φίλο καλό, παντοτινό;
Να τι μπορεί να σου κάνει ένας δραστικός, ακατάσχετος και ραγδαίος λογισμός ο οποίος σε πλημμυρίζει και σε κάνει ακόμη και τα συντελεσμένα και τα τετελεσμένα να τα αμφισβητείς! Σχεδόν, βεβαίως, γιατί βρισκόμαστε πολύ κοντά στα αναμένομενα γιατί από στιγμή σε στιγμή θα γίνουν – έστω από ώρα σε ώρα και κανείς δεν τα αμφισβητεί. Μόνο που αυτή η αναμονή προσλαμβάνει διαστάσεις ιδιαίτερης αγωνίας. Και εξελίσσεται σε εσωτερικό θρίλερ!
Ναι, είναι λιγότερη έντονη η αγωνία αυτή από το «θρίλερ» της Μεγάλης Παρασκευής που ο Ιησούς κηδεύεται, αλλά και του Μεγάλου Σαββάτου που βρίσκεται ολόσωμος στον τάφο. Οπωσδήποτε δεν είναι το ίδιο!
Μα και εδώ, παραμονή Χριστουγέννων, όταν οι ώρες δεν περνούν είναι βασανιστικές.
Αρχίζει να σκέφτεται όλο το γεγονός της Γεννήσεως, εξετάζει κάτι που μπορεί να συμβεί, να πάει κάτι στραβά και να ανατρέψει την όλη ιστορία της Γέννησης του 2025. Δεν βρίσκει κάτι ιδιαίτερα επικίνδυνο ή βλέπει πολλά, και έτσι καθησυχάζει ο ίδιος τον εαυτό του πως όλα θα πάνε καλά.
Θα πάνε όμως; Πώς θα πάμε και πού θα πάμε σκέφτεται ενδόμυχα…
Δεν τον παρηγορεί η απάντηση: «εκεί που πήγε και πέρυσι και κάθε άλλη χρονιά»!
Τι σημαίνει αυτό; Τα πράγματα αλλάζουν. Αναρωτιέται αν ο λογισμός του είναι βαθύτερος αν αμφισβητεί το ίδιο το γεγονός και απαντά βέβαιος: σε καμιά περίπτωση. Αυτό το ερώτημα έχει απαντηθεί από καιρό μέσα του. Εκεί που βρίσκουμε πάντα την αλήθεια των πραγμάτων. Τις μεγάλες διαβεβαιώσεις.
Ξαφνικά θυμάται την έκκληση της προσευχής: «Ελθέ και σκήνωσον εν ημίν».
Να η φάτνη έτοιμη παραδέχεται. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς; Αφού υπάρχει φάτνη μέσα μου θα έλθει και ο Χριστός!
Τίποτε δεν μπορεί να αποτρέψει το γεγονός που μοίρασε την ιστορία στα δύο. Αν δεν την ένωσε κιόλας για πάντα. Έτσι κι αλλιώς ο χωρισμός είναι προ Χριστού και μετά Χριστόν. Βρίσκεται και εν τη… απουσία Του και ως καθοριστικός χαρακτηρισμός μιας διαφορετικής εποχής. Αλλά και της προσμονής. Και αυτός που ένωσε στον απαξιωτικό σταυρό τα διεστώτα δεν απορρίπτει και δεν πετά τίποτα. Όλα βρίσκονται στο χέρι Του, εν τη δρακί Του.
Πάντως για να μην παραταθεί η προσωπική του αγωνία μέχρι τους χαρούμενους κελαηδισμούς των καμπάνων, όρθρου βαθέως, έχει κανονίσει να βρεθεί από νωρίς στην αγρυπνία για να κάνει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα Χριστού Γέννηση -όπως λέμε «να κάνει Ανάσταση»- και να τελειώσει όσο πιο γρήγορα η ταραχή του.
Να κάνει Γέννηση ήθελε!
Στην ουσία αυτή η Γέννηση θα ήταν Ανάσταση γι’ αυτόν. Και Γέννηση-Ανάσταση ήταν αυτό που λαχταρούσε η ψυχή του και τον ταλαιπωρούσε -και ίσως δεν είχε και τόσο άδικο. Γιατί η Γέννηση από μόνη της, σχεδόν, δεν έχει κανένα νόημα. Αυτή η Γέννηση νοηματοδοτείται από την Ανάσταση. Και η Ανάσταση από την Γέννηση σκέφτεται, κάπως, αφελώς, αλλά το νόημα της Γέννησης είναι ένα πλήρες μυστήριο και ένας κόσμος ζωηφόρος για όλο τον κόσμο τους ανθρώπους και την κτίση.
Πώς θα εξελιχθεί η αγωνία του αυτή δεν μπορούσε να είναι σίγουρος, αλλά θέλοντας να αποσπάσει κομμάτια, μέρη από τον μελλοντικό χρόνο πριν διαρρεύσει βασανιστικά από μέσα και πάνω του φέρνει στον νου του ιστορίες από τα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Τι κόσμος! Τι ιστορίες Χριστουγεννιάτικες! Χριστουγεννιάτικες; αναρωτιέται! Μα ορισμένες είναι σωστά θρίλερ στην στεριά, στην θάλασσα, στα λιμάνια, στις ψυχές, τα σώματα, τις ψυχές και τις καρδιές των ανθρώπων!
Παραμονή, λοιπόν, των Χριστουγέννων με την αγωνία να τον έχει κατακυριέψει, ακούει από διάφορες μεριές τα παιδιά να ψέλνουν κάλαντα. Τα αστικά, τα παραδοσιακά από διάφορες περιοχές του ελληνισμού και τα… εισαγόμενα! Όλα ωραία και απολαυστικά, αλλά προτιμά τα παραδοσιακά. Του μοιάζουν σαν να πηγάζουν ακριβώς μέσα από το ίδιο γεγονός το λειτουργικό και την όλη ελληνική παράδοση λόγια και λαϊκή, γραπτή και προφορική. Και σε μας όλα αυτά διά της γλώσσης και της μουσικής μας συνέχειας αποτελούν ένα. Ή τουλάχιστον συγκοινωνούντα δοχεία.
Καιρός είναι, λοιπόν, να επιστρέψει και στο δικό του δοχείο.
Σκέφτεται, λοιπόν, να δει σε τι κατάσταση είναι και τι μέλλει γενέσθαι με την αγωνία που τον διέλυσε παραμονή Χριστουγέννων.
Και εκεί που αναλογίζεται το κακό που τον βρήκε, ακούει τις καμπάνες να κτυπούν χαρούμενες σχεδόν μανιασμένες για την αγρυπνία! Καλά και αυτές αγωνιούσαν τόσο για την έλευση της γιορτής; Πάντως, όπως και να έχει βρίσκονται στην ίδια πνευματική ατμόσφαιρα!
Λες να είμαι τενεκές; σκέφτεται! Αλλά οι καμπάνες προέρχονται από γλυκόλαλα υλικά. Και, βεβαίως, ούτε περιαυτολογούν, ούτε ταπεινολογούν… «Σημαίνουν την Ανάσταση»! Εν προκειμένω την Γέννηση! Αλλά μήπως και την Γέννηση-Ανάσταση;
Αίφνης, όμως, από πολύ βαθιά μέσα του βγήκε ένας πολύ βαρύς αναστεναγμός που σταμάτησε οποιοδήποτε προβληματισμό του με μια λέξη να υπερχειλίζει όλη του την ύπαρξη: Σώθηκα!
Και συνέχισε:
Όλα τέλειωσαν! Σώθηκα! Να, η Γέννηση πήρε μπρος και εγώ το ίδιο!
Χριστός ετέχθη!
Μαζί με την Ανάσταση μου!
Χριστός Ανέστη εκ της φάτνης!
Χριστός ετέχθη εκ του τάφου μου!
Χρόνια πολλά φίλοι, λοιπόν!