Περί των τελουμένων κατά το θείο βάπτισμα και περί μετανοίας και των λεγομένων περί αυτής από τον βαπτιστή Ιωάννη

Αγίου Γρηγορίου Παλαμά
Ομιλία 59
Περί των τελουμένων κατά το θείο βάπτισμα και περί μετανοίας και των λεγομένων περί αυτής από τον βαπτιστή Ιωάννη

Εκφωνήθηκε την παραμονή των φώτων

1 Η μετάνοια και αρχή είναι και μεσότης και τέλος της διαγωγής των Χριστιανών· γι’ αυτό και ζητείται και χρεωστείται τόσο προ του αγίου βαπτίσματος όσο και κατά το άγιο βάπτισμα, καθώς και μετά το άγιο βάπτισμα.

Ζητείται η μετάνοια από μας με λόγο κατά το θείο βάπτισμα· λόγο που είναι ερωταπόκρισις για την απέναντι στο Θεό αγαθή συνείδησι, καθώς και συμφωνία και υπόσχεσις θεάρεστης ζωής και θεοφιλούς βίου. Διότι, αφού επιστεύσαμε, συντασσόμαστε με τον αγαθό και φιλάγαθο Χριστό, απομακρυνόμενοι από τον πονηρό και παμπόνηρο εχθρό, και υποσχόμαστε τις μεν αγαθοποιές εντολές του Θεού να κρατούμε με κάθε δύναμι, από κάθε πονηρό δε φρόνημα και πράγμα ν’ απέχωμε.

Ερωτώμενοι λοιπόν αποκρινόμαστε ή οι ίδιοι ή δια των αναδόχων, όπως γίνεται στην περίπτωσι των βαπτιζομένων νηπίων, σε όσα, αφού επιστεύσαμε, εδέχθήκαμε εσωτερικά και συμφωνήσαμε κατά διάνοια. Κι’ επειδή αυτά κατά τον απόστολο «πιστεύονται με την καρδιά για τη δικαιοσύνη, με το στόμα δε ομολογούνται για τη σωτηρία», εμείς κάνοντας με το στόμα την καλή ομολογία δεχόμαστε τη σωτηρία δια του λουτρού της παλιγγενεσίας.

2 Επειδή δε κατ’ αυτό το θείο λουτρό και τα γύρω από αυτό οι περισσότεροι είναι νήπιοι στην ηλικία και δεν αντιλαμβάνονται τη δύναμι του μυστηρίου, ας την φανερώσωμε τώρα εμείς σύντομα ενώπιον όλων, αφού το απαιτεί και η αυριανή εορτή. Διότι, νομίζω, δεν θα είναι μικρό κέρδος, μάλιστα για τους συνετώς ακούοντας, από την ανάμνησι και διευκρίνησι των ιερών τελετών κατά το θείο βάπτισμα. Με την υπόμνησι αυτή διαπιστώνοντας αν παραμελήσαμε κάτι από τις εκεί συμφωνίες ύστερα ή δεν εβάλαμε ούτε κατ’ αρχήν σε έργο μερικά πράγματα, θα τα επαναλάβωμε με τη μετάνοια.

3 Όταν μάθη λοιπόν ο ιεράρχης ότι προσήλθε ο ζητών να βαπτισθή, πρώτα ο ίδιος από αγαλλίασι ως μιμητής του φιλαγάθου Δεσπότη αναπέμπει νοερώς την ευχαριστία στο Θεό, τον μόνο θελητή και πρόξενο κάθε καλού.

Έπειτα συγκαλεί την υπό την διαποίμανσί του Εκκλησία για να συνεορτάσουν και συμπράξουν όλοι. Αφού σταθή τότε μαζί με τους ιερείς επί της ιεράς τραπέζης, αφού μαζί με αυτούς κάμη την ευχαριστία και φανερή, εξέρχεται και ερωτά δημοσία, τι θέλει που προσέρχεται στην Εκκλησία.

Αφού δε εκείνος αποκριθή, ή μόνος του ή διά του αναδόχου, αν είναι νήπιος κατά την ηλικίαν, ότι ποθεί με την μεσιτεία και συνέργειά του να γίνη του Θεού και να επιτύχη τα θεία, ο ιεράρχης λέγει προς αυτόν, επειδή προσέρχεται σε αληθινό και τέλειο και αναμάρτητο Θεό, πρέπει να είναι ανάλογη η προσελευσίς σου αυτή και η υπόσχεσις και κατά το βίο σου στο εξής, δηλαδή αληθινή και ακέραια και άμεμπτη.

Κι’ έτσι, αφού εξηγήση την κατά το ευαγγέλιο του Χριστού διαγωγή, πάλι ερωτά, αν έτσι προτιμά να διαβιώνη· όταν δε αυτός συμφωνήση, τον σφραγίζει ο ιεράρχης και παραγγέλλει στους ιερείς να καταγράψουν το όνομα τούτου, εντάσσοντάς τον από τώρα στη χορεία των σωζομένων ως εραστή της ζωοποιού διαγωγής.

4 Έπειτα, αφού πάλι προσευχηθή ο ιεράρχης στο Θεό, παραγγέλλει να γυμνωθή αυτός από κάθε ένδυμα και, αφού αυτός σταθή προς τα δυτικά, να δείχνη σαν να απωθή με τα χέρια, να εμφυσά και να αποτάσσεται από τον Σατανά και με ερωταπόκρισι να κάμη τρεις φορές την αποταγή.

Δηλώνει δε η μεν γύμνωσις την απόθεσι του παλαιού ανθρώπου και της ανίερης κατά την εποχή του ζωής, η δε διεύθυνσις του προσώπου προς τα δυτικά και απώθησις με τα χέρια την αποτροπή της σκοτεινής αμαρτίας· με το εμφύσημα δε, εκπνέοντας και αποβάλλοντας και κατά κάποιον τρόπο πετώντας προς τον διάβολο την από την προηγούμενη αμαρτία γενομένη μέσα του διάθεσι, την παρουσιάζει σαν δική του· η δε τριπλή ομολογία της αποταγής σημαίνει την από τον αντικείμενο στον Θεό βεβαία και ολοκληρωτική φυγή.

Αφού δε τελέση αυτά ο μέλλων να βαπτισθή, ο ιεράρχης τον διατάσσει να στραφή προς τ’ ανατολικά και, απλώνοντας τα χέρια ψηλά να συνταχθή τρεις φορές δι’ ερωταποκρίσεων με τον Χριστό. Η θέα λοιπόν προς τ’ ανατολικά υπαινίσσεται την προς το θείο φως ανάβλεψι του φυγόντος από την κακία, η δε ανάτασις των χειρών την ειλικρινή προσευχή· το δε τριπλό της ομολογίας κατά την συμπαράταξι παριστάνει την εμπέδωσι της προς τον Θεό υποσχέσεως.

5 Και αφού έτσι αναχωρήση από κάθε κακία και προστρέξη με όλη τη δύναμι στην τελεία αγαθότητα, ο ιεράρχης τον σφραγίζει τρεις φορές με το άγιο έλαιο της χρίσεως και αναθέτει στους ιερείς την χρίσι ολοκλήρου του σώματος.

Δηλώνει δε η χρίσις την προς τους ιερούς αγώνες ετοιμασία, από τη στιγμή που ο βαπτιζόμενος βαδίζοντας στα ίχνη του Χριστού που εμαρτύρησε πρώτος επί Ποντίου Πιλάτου, αποθνήσκει μαζί με αυτόν μυστικώς, γενόμενος νεκρός κατά την αμαρτία. Και σύμβολο αυτού του θανάτου είναι το θείο βάπτισμα.

Πραγματικά, αμέσως μετά την ιερά αλοιφή οδηγείται στην ιερά κολυμβήθρα που έχει προκαθαγιασθή με πολυειδείς και πανίερες πράξεις και καταβρέξεις· αφού δε οδηγηθή, ο ιεράρχης τον βαπτίζει με τρεις καταδύσεις, εκφωνώντας σε κάθε κατάδυσι την κάθε μία από τις τρεις προσκυνητές υποστάσεις.

6 Βέβαια το ύδωρ είναι καθαρτικό, αλλ’ όχι ψυχών, και απαλλακτικό ρύπων για τους βαπτιζομένους, αλλ’ όχι των από την αμαρτία· γι’ αυτό κατέρχεται σ’ αυτό βαπτιζόμενος πριν από μας ο Χριστός, ο ιατρός και των ψυχών, ο πατέρας των πνευμάτων, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου, πράγμα που και προεορτάζομε σήμερα.

Διότι μαζί με τον εαυτό του ενοικίζει στο ύδωρ τη χάρι του παναγίου Πνεύματος που είλκυσε από άνω, έτσι ώστε για τους έπειτα κατά το παράδειγμά του βαπτιζομένους, όταν κατέρχωνται στο ύδωρ να ευρίσκεται ο ίδιος μέσα σ’ αυτό, περιβάλλοντάς τους απορρήτως με το Πνεύμα του και συνενούμενος και γεμίζοντας τους με την καθαρτική και φωτιστική χάρι των λογικών πνευμάτων.

Κι’ αυτό είναι που λέγει ο Παύλος, «όσοι εβαπτισθήκατε στο όνομα του Χριστού, ενδυθήκατε το Χριστό».

Συνεχίζεται

Από τον τόμο «Γρηγορίου Παλαμά, έργα 11» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Κ. Χρήστου.