Πριν από κάθε μεγάλη εκκλησιαστική γιορτή υπάρχουν τα λαϊκά στοιχεία που μας προϊδεάζουν και μας φέρνουν τα μαντάτα, τα μηνύματα δηλαδή, ότι κάποια πολύ σπουδαία γεγονότα θα πραγματοποιηθούν τις επόμενες ημέρες. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν τα κάλαντα. Θαυμάζω πολύ τα κάλαντα επειδή περιγράφουν με σωστές ελληνικές λέξεις, πολλές από αυτές σύμφωνα με την κάθε τοπολαλιά, δηλαδή όχι με την καθομιλούμενη σημερινή γλώσσα μας, και αποδίδουν όλα τα νοήματα με την όμορφη ποιητική τους απόχρωση της ομιλίας μας. Ειδικότερα είναι εντυπωσιακά όλα τα τοπικά κάλαντα τα οποία σε πολλά μέρη οι γεροντότεροι τα ονόμαζαν κόλιαντα.

Δεν γνωρίζω εάν στην βιβλιογραφία μας υπάρχουν κάποιες συλλογές από κάλαντα, αλλά θα άξιζε πάντως να τα καταγράψουμε και να τα μελετήσουμε. Τις τελευταίες μέρες βρήκα στο διαδίκτυο λίγα από αυτά και σκέφτηκα να τα περιλάβω εδώ και να γράψω και δύο σκέψεις μου. Ξέρω πως υπάρχουν πολλά, αλλά δεν είμαι ο ειδικός λαογράφος για να τα συγκεντρώσω όλα ώστε να εκδώσω τόμους με αυτά τα ωραία δημιουργήματα. Δεν θέλησα να βάλω τα κάλαντα των Φώτων επειδή θα γινόταν πολύ μακροσκελές το κείμενό μου. Αρκέστηκα σε κάποια μόνο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.
Είναι αξιοσημείωτο πώς με τα κάλαντα τα γεγονότα της πίστης μας είναι παρόντα και ζωντανά μέσα στην καθημερινή μας ζωή. Όπως ακριβώς ψάλλει η εκκλησία μας «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου», έτσι και οι Θρακιώτισσες στα τοπικά κάλαντα καλούν όλες τις γυναίκες να μαζευτούν και να ετοιμάσουν τα σπάργανα για τον Χριστό.
Τα κάλαντα που είναι σε γλώσσα καθαρεύουσα, τα λόγια θα λέγαμε, υποθέτω πως τα συνέθεσε κάποιος μορφωμένος άνθρωπος, παρόλο που δεν γνωρίζουμε το όνομά του, όπως συμβαίνει με όλα τα δημοτικά μας τραγούδια. Για τα υπόλοιπα, όμως, που χρησιμοποιούν τη γλώσσα του λαού, πιστεύω πως συνετέλεσαν πολλοί στη δημιουργία και την συμπλήρωσή τους. Άλλωστε, παρόμοια παινέματα ή εικόνες συναντούμε σε κάλαντα διαφόρων περιοχών αυτούσια ή με παραλλαγές.
Τέλος, σκέφτομαι ότι θα ήταν όμορφο εάν το ραδιόφωνο και η τηλεόραση αυτές τις μέρες μετέδιδαν έστω και λίγον από τον πλούτο της παράδοσής μας, εάν μετέδιδαν τα πάρα πολλά και ποικίλα κάλαντά μας, αντί για τα ξενόφερτα τραγούδια και τις μελωδίες που συνήθως δεν έχουν καμιά σχέση με το πραγματικό περιεχόμενο των μεγάλων γιορτών μας.
Κάλαντα Χριστουγέννων (τα κλασικά)
Καλήν εσπέραν, άρχοντες,
κι αν είναι ορισμός σας
Χριστού την θείαν γέννησιν
να πω στ’ αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ τη πόλει,
οι ουρανοί αγάλλονται,
χαίρει η φύσις όλη.
Εν τω σπηλαίω τίκτεται,
εν φάτνη των αλόγων
ο βασιλεύς των ουρανών
και ποιητής των όλων.
Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι
το δόξα εν υψίστοις
και τούτο άξιον εστί
η των ποιμένων πίστις.
Εκ της Περσίας έρχονται
τρεις μάγοι με τα δώρα,
άστρο λαμπρό τους οδηγεί,
χωρίς να λείψει ώρα.
Φθάσαντες εις Ιερουσαλήμ, με πόθον ερωτώσι
πού εγεννήθη ο Χριστός, να πάν’ να τον ευρώσι.
Διά Χριστόν ως ήκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης
αμέσως εταράχθηκε κι έγινε θηριώδης.
Ότι πολλά φοβήθηκε διά την βασιλείαν,
μην του την πάρη ο Χριστός και χάση την αξίαν.
Κράζει τους μάγους κι ερωτά, πού ο Χριστός γεννάται,
εν Βηθλεέμ ηξεύρωμεν, ως η γραφή διηγάται.
Τους είπε να υπάγωσι και, όπου τον ευρώσι,
να τονε προσκυνήσουσι κι ευθύς να του το ειπώσι.
Όπως υπάγη και αυτός, για να τον προσκυνήση,
με δόλον ο μισόθεος, για να τον αφανίση.
Βγαίνουν οι μάγοι τρέχοντες και τον αστέρα βλέπουν,
φως θεϊκό κατέβαινε και με χαρά προστρέχουν.
Στην Βηθλεέμ εφθάσανε, βρίσκουν την Θεοτόκον,
κρατούσε εις τας αγκάλας της τον άγιόν της τόκον.
Γονατιστοί τον προσκυνούν και δώρα τού χαρίζουν,
σμύρνα, χρυσόν και λίβανον, Θεόν τον ευφημίζουν.
Την σμύρναν μεν ως άνθρωπον, χρυσόν ως βασιλέα,
τον λίβανον δε ως Θεόν σ’ όλη την ατμοσφαίρα.
Αφού τον επροσκύνησαν, ευθύς πάλι μισεύουν
και τον Ηρώδη μελετούν, να πάνε να τον εύρουν.
Πλην, άγγελος εξ ουρανού βαίνει, τους εμποδίζει,
άλλην οδόν να πορευτούν αυτός τους διορίζει.
Και πάλιν άλλος άγγελος τον Ιωσήφ προστάζει,
εις Αίγυπτον να πορευθή κι εκεί να ησυχάση.
Να πάρη και την Μαριάμ, ομού με τον Υιόν της,
ότι ο Ηρώδης εζητεί τον τόκον τον δικόν της.
Μη βλέπων δε ο βασιλεύς τους μάγους να γυρίζουν,
στην Βηθλεέμ, επρόσταξε, παιδί να μην αφήσουν.
Όσα παιδία εύρισκον δύο χρονών και κάτω,
όλα να τα περάσωσιν ευθύς απ’ τα σπαθιά των.
Χιλιάδες δεκατέσσαρες σφάζουν σε μιαν ημέραν,
θρήνον, κλαυθμόν και οδυρμόν είχε κάθε μητέρα.
Και επληρώθη το ρηθέν προφήτου Ησαΐου,
μετά των άλλων προφητών και του Ιερεμίου.
Φωνή ηκούσθη εν Ραμά, Ραχήλ τα τέκνα κλαίει,
παραμυθία ουκ ήθελε, ότι αυτά ουκ έχει.
Ιδού ότι σας είπαμεν όλην την υμνωδίαν,
του Ιησού μας του Χριστού γέννησιν την αγίαν.
Και σας καληνυχτίζουμε, πέσετε, κοιμηθήτε,
ολίγον ύπνον πάρετε κι ευθύς να σηκωθήτε.
Στην εκκλησίαν τρέξατε με θείαν προθυμίαν
και με πολλήν ευλάβειαν στην θείαν λειτουργίαν.
Κι ευθύς, άμα γυρίσετε εις το αρχοντικό σας,
ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητό σας.
Και τον σταυρό σας κάνετε, γευθήτε, ευφρανθήτε,
δώστε και κανενός φτωχού, όστις να υστερήται.
Δώστε κι εμάς τον κόπο μας, ό,τι είναι ορισμός σας
και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.
Χρόνους πολλούς να χαίρεστε, πάντα ευτυχισμένοι,
σωματικά και ψυχικά να είστε πλουτισμένοι.
Κάλαντα Χριστουγέννων Πελοποννήσου
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου,
για βγάτε, διέτε, μάθετε πως ο Χριστός γεννιέται,
γεννιέται κι ανατρέφεται στο μέλι και στο γάλα,
το μέλι τρών’ οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες
και το μελισσοβότανο το λούζονται οι κυράδες.
Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά γαϊτανοφρύδα,
κυρά μου, όταν στολίζεσαι να πας στην εκκλησιά σου,
βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αγκάλη
και τον καθάριο αυγερινό τον βάνεις δαχτυλίδι.
Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε,
παρά σας αγαπούσαμε κι ήρθαμε να σας δούμε,
δώστε μας και τον κόκορα, δώστε μας και την κότα,
δώστε μας και πέντ’ έξι αβγά, να πάμε σ’ άλλη πόρτα.
Κάλαντα Χριστουγέννων Δωδεκανήσου
Αυτή είναι η ημέρα
όπου ήλθ’ ο λυτρωτής
από Μαριάμ μητέρα,
εκ Παρθένου γεννηθείς.
Άναρχος αρχήν λαμβάνει
και σαρκούται ο Θεός,
ο αγέννητος γεννάται
εις την φάτνην ταπεινός.
Άγγελοι το νέον λέγουν
εις ποιμένας και βοσκούς,
ο αστήρ το θαύμα δείχνει
εις τους μάγους και σοφούς.
Οι τρεις μάγοι ξεκινάνε,
τ’ άστρο έχουν βοηθό,
τη σπηλιά ψάχνουν να βρούνε
με τον άγιο Θεό.
Λίβανο, χρυσό και σμύρνα
να του πάν’ επιθυμούν,
τη μικρή γλυκιά μορφή του
σκύβουν και την προσκυνούν.
Όσοι έχετε στα ξένα
να δεχθείτε με καλό,
ευτυχία να σας δίνει
τον Θεό παρακαλώ.
Κάλαντα Χριστουγέννων Πόντου.
Χριστός ‘γεννέθεν, χαρά σον κόσμον,
χα, καλή ώρα, καλή σ’ ημέρα,
χα, καλόν παιδίν οψέ ‘γεννέθεν.
Οψέ ‘γεννέθεν, ουρανοστάθεν,
τον εγέννεσεν η Παναΐα,
τον ανέστεσεν Αϊ-Παρθένος.
Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάρι
κι εκατήβεν σο σταυροδρόμι,
έρπαξαν ατόν οι χίλ’ Εβραίοι,
χίλ’ Εβραίοι και μύρ’ Εβραίοι.
Ασ’ ακρέντικα κι ασ’ σην καρδίαν
αίμαν έσταξεν, χολήν ‘κ εφάνθεν,
ούμπαν έσταξεν και μύρος έτον,
μύρος έτον και μυρωδία.
Εμυρίστεν ατ’ ο κόσμος όλεν,
για μυρίστ’ ατό και συ, αφέντα,
συ, αφέντα, καλέ μ’ αφέντα.
Έρθαν τη Χριστού τα παλικάρια
και θυμίζνε τον νοικοκύρην,
νοικοκύρην και βασιλέα.
Δέβα σο ταρέζ κι έλα σην πόρταν,
δώσ’ μας ούβας και λεφτοκάρια
κι αν ανοίεις μας, χαράν σην πόρτα σ’,
κι αν ανοίεις μας, χαράν σην πόρτα σ’,
χαράν σην πόρτα σ’.
Κάλαντα Πρωτοχρονιάς (τα κλασικά)
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,
ψιλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος,
εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός,
άγιος και πνευματικός,
στη γη να περπατήσει
και να μας καλοκαρδίσει.
Άγιος Βασίλης έρχεται
και δε μας καταδέχεται
από την Καισαρεία,
συ ‘σαι αρχόντισσα κυρία.
Βαστά εικόνα και χαρτί,
ζαχαροκάντιο, ζυμωτή,
χαρτί και καλαμάρι,
δες κι εμέ το παλικάρι.
Το καλαμάρι έγραφε,
τη μοίρα του την έλεγε
και το χαρτί ομίλει,
άγιε μου καλέ Βασίλη.
Και νέον έτος αριθμεί
η του Χριστού περιτομή
και η μνήμη του αγίου
ιεράρχου Βασιλείου.
Του χρόνου μας αρχή καλή
και ο Χριστός μάς προσκαλεί
την κακία ν’ αρνηθούμε,
μ’ αρετές να στολισθούμε.
Να ζούμε βίο τέλειο
κατά το ευαγγέλιο,
με αγάπη, με ειρήνη
και με τη δικαιοσύνη.
Χρόνια πολλά και ευτυχή
με καθαρή κι αγνή ψυχή,
με χαρά και με υγεία
και τη θεία ευλογία.
Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Αρχαγγέλου Ρόδου
Καλησπερώ σ’ αφέντη μου, καλές αυγές κοιμάσαι.
Καλά σου ξημερώματα σαν κάθεσαι και ‘φκάσαι.
Κι εμείς στην πόρτα σ’ ήρθαμε με το δικό σου θάρρος,
περικαλώ σ’ αφέντη μου και μην το πάρεις βάρος.
Αν είναι θέλημα Θεού, τα κάλαντα να πούμε,
και μ’ όλη μας τη συντροφιά, να σας καλησπερούμε.
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή του Γεναρίου,
που μπαίνει ο μήνας του Χριστού, τ’ Αγίου Βασιλείου.
Αρχή που πρωτοπάτησε ο κύριος στον κόσμο,
το πρώτο χνάρι που ‘καμε, χρυσό δενδρίν εβγήκε,
Χρυσά ήταν τα φύλλα του, γράμματα τα κλωνιά του,
παπάδες τα ανεγνώνασι, διάκοι το συλλαβούσαν.
Κι ένα διακάκι ν’ έρχεται από την Καισαρεία,
κι εβάσταγε στα χέρια του λαμπάδες και κερία.
Διακάκι πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;
Από τη μάνα μου έρχομαι και στο σχολειό μου πάω.
Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις, κάτσε να τραγουδήσεις,
κάτσε τον πόνο σου να πεις, να μας καλοκαρδίσεις.
Εγώ γράμματα μάθαινα, τραγούδια δεν ηξεύρω.
και να που ξέρεις γράμματα, πες μας την άλφα-βήτα
Και στο ραβδί τ’ ακούμπησε, να πει την αλφαβήτα.
και το ραβδί ξερό ήταν, χλωρά βλαστάρια επέτα,
Και πάνω στα χλωρά βλαστά, πέρδικες κελαηδούσαν,
και κάτω στις ριζούλες τους, βρύσες εκυματούσαν.
Και κατεβαίνει η πέρδικα, πίνει νερό και φεύγει,
και βρέχει τη φτερούγα της και σεν’ αφέντη ραίνει.
Αφέντη μου να χαίρεσαι, αφέντη μου να ζήσεις,
στον Άγιο τάφο του Χριστού να πας να προσκυνήσεις.
και πάλι αν μετάστραφεις, και πίσω να γυρίσεις
κεριά και μοσχολίβανα να φέρεις να χαρίσεις.
Μ’ εσένα αφέντη πρέπει σου, καρέκλα καρυδένια,
για ν’ ακουμπάς την μέση σου, την μαργαριταρένια.
Εσένα αφέντη πρέπει σου, κορώνα στο κεφάλι,
για να σε προσκηνώνουνε όλοι μικροί, μεγάλοι.
και πάλι ξαναπρέπει σου, στο άλογο να καθίζεις,
που σαν περνάς τον ποταμό, κάτω να μην αγγίζεις.
Όσα άστρα έχει ο ουρανός και φύλλα έχουν τα δέντρα,
τόσα ψιλά πουκάμισα να κατελείς αφέντη.
Πολλά είπαμε τ’ αφέντη μας, ας πούμε της κυράς μας.
Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά καμαροφρύδα,
κυρά μου σαν εστολιστής και πας στην εκκλησία.
Βάζεις τον ήλιο πρόσωπο, και το φεγγάρι στήθος,
και του κοράκου το φτερό, βάζεις καμαροφρύδι.
Κυρά μου σαν εστολιστείς, κι έχει κι άλλες κοντά σου,
μ’ εσύ είσαι η γαρυφαλλιά, κι οι άλλες τα κλωνιά σου.
Κι εσέν’ κυρά μου πρέπει σου, λουτρό εις την αυλή σου,
να μπαινοβγαίν’ να λούνεσαι, να λάμπει το κορμί σου.
Να φέρνει η πάπια το νερό, κι χήνα το σαπούνι,
κι πέρδικα η πλουμιστή, να γέρνει να σε λούνει.
Πολλά είπαμε και της κυράς, ας πούμε και της κόρης.
Μ’ έχεις και κόρην όμορφη, γραμματικός τη θέλει,
κι αν είναι και γραμματικός, πολλά προικιά γυρεύει.
Γυρεύει αμπέλια τρυγυστά, χωράφια με τα στάχυα,
γυρεύει και τη Βενετιά, μ’ όλα της τα καράβια,
γυρεύει και τον κυρ Βοριά, να τα’ αρμενίζει πάντα.
Πολλά είπαμε της κόρης σας, ας πούμε και του γιού σας.
Μ’ έχει και γιο γραμματικό, που σέρνει το κοντύλι,
να τα’ αξιώσει ο Θεός, να βάλει πετραχήλι.
Κυρά μου τον γιούκα σου, τον πολυχρονεμένο,
για λούσε τον, χτένισε τον και στο σχολειό τον πέψε.
Να τον εδέρει ο δάσκαλος, μ’ ένα κλωνάρι μόσχο,
και η κυρά δασκάλισσα, με μια χοντρή βεργίτσα.
Να τον φωνάζουν τα παιδιά, μωρέ μοσχοδαρμένε,
μωρέ κι επού ν’ τα γράμματα, μωρέ κι επού ν’ ο νους σου.
Τα γράμματα είναι στο σχολειό, κι ο νους μου στις κοπέλες,
πέντε μικρές τον αγαπούν και δεκαοχτώ μεγάλες.
Κι η μια της άλλης έλεγε, κι η μια της άλλης λέγει,
Χατέστε να τον πάρουμε να τον ευλογηθούμε.
Να του γοράσουμ’ άλογο, καινούργιο αλογάρι,
να περπατά να χαίρεται, στους κάμπους καβαλάρης.
Στους κάμπους πιάνουν τους λαγούς, στα πλάγια τα περδίκια,
και τα ψαράκια του γιαλού, πιάνουν τα με τα δίχτυα.
Πολλά είπαμε του γιού κα σου, ας πούμε της Βαγίτσας.
Άψε Βαγίτσα τα κεριά, άψε και τα λυχνάρια,
βάλε και ρόδι καστανό και ρόδι λεπτομέρι,
και βάλε και γλυκό κρασί, να πιούν τα παλικάρια,
που στέκονται στην πόρτα σου και τραγουδούν αγκάλια.
Χρόνια πολλά!
Ποντιακά κάλαντα Πρωτοχρονιάς.
Αρχή κάλαντα κι αρχή του χρόνου – κι αρχή του χρόνου,
πάντα κάλαντα, πάντα του χρόνου – πάντα του χρόνου.
Αρχή μήλον εν κι αρχή κυδών εν – κι αρχή κυδών εν,
κι αρχή βάλσαμον το μυριγμένον – το μυριγμένον.
Εμυρίστεν ατό ο κόσμος όλεν – ο κόσμος όλεν,
για μύριστ ατό και εσύ αφέντα καλέ μ’ αφέντα.
Έρθαν καλά παιδία ‘ς σην πόρτα σ’ και ξαν’ ‘ς σην πόρτα σ’,
άψον το κερί κι έλα σην πόρτα σ’.
Δέβα σο ταρέζ κι έλα σην πόρταν
δόσ’ μας ούβας και λεφτοκάραι…
κι αν ανοί’ εις μας χαρά σην πόρτας!