Δοκίμια

Το Δωδεκαήμερο στα ορεινά χωριά της Γορτυνίας

Στα χωριά της Γορτυνίας, εκεί που τα βουνά σκεπάζονται με χιόνι κι οι ράχες φαίνονται σαν κύματα πέτρινα, υπάρχει ένα χωριό χτισμένο στην πλαγιά. Τα σπίτια του είναι πέτρινα, με τις στέγες από κεραμίδι κόκκινο που τα χρόνια το έκαναν σκούρο. Οι δρόμοι καλντερίμια, στενοί, ανεβοκατεβαίνουν ανάμεσα στις αυλές όπου κρέμονται κληματαριές γυμνές τον χειμώνα. Στο κέντρο στέκεται η εκκλησία, με το καμπαναριό της ψηλό, κι από εκεί κυλάει η ζωή του χωριού σαν ποτάμι ήσυχο.

Οι άνθρωποι εκεί ζούσαν με τον ρυθμό των εποχών. Τα χέρια τους σκληρά από τη δουλειά, τα πρόσωπά τους ραγισμένα από τον ήλιο του καλοκαιριού κι από τον παγετό του χειμώνα. Στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, τα πράγματα είχαν αρχίσει να φτιάχνουν σιγά σιγά. Το ψωμί δεν έλειπε πια από τα τραπέζια, τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο με παπούτσια στα πόδια, κι οι γυναίκες μπορούσαν να αγοράσουν λίγο ύφασμα για να ράψουν καινούρια ρούχα στα μικρά.

Όταν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, το χωριό ξυπνούσε για τα καλά. Η φτώχεια ήταν ακόμα εκεί, καθισμένη στις γωνιές των σπιτιών, μα δεν κυριαρχούσε όπως παλιά. Οι άνθρωποι είχαν μάθει να ζουν με τα λίγα, κι αυτά τα μοίραζαν απλόχερα με χαρά.

Στις 23 Δεκεμβρίου, οι μεγαλύτεροι έσφαζαν το χοιρινό. Το ζώο είχε μεγαλώσει όλο τον χρόνο τρώγοντας τα απομεινάρια από το σπίτι, τα κουκούτσια, το καλαμπόκι που περίσσευε. Το σφάξιμο γινόταν το πρωί, με τους γείτονες να βοηθούν. Το αίμα το μάζευαν οι γυναίκες στη γούρνα για να φτιάξουν μαυρομάτι. Τα λίπη τα έλιωναν για το παστό, τα κρέατα τα έκοβαν σε κομμάτια και τα πασπάλιζαν με χοντρό αλάτι. Η φωτιά άναβε δυνατά και οι γυναίκες με τα μεγαλύτερα παιδιά γέμιζαν τα λεβέτια με κρέας για να βράσουν.

Τα λουκάνικα που τα έφτιαχναν από τα έντερα του ζώου, τα γέμιζαν με ψιλοκομμένο κρέας ανακατεμένο με μπαχαρικά κι αλάτι, και ύστερα τα κρεμούσαν από τα δοκάρια. Ήταν η τροφή του χρόνου, το απόθεμα που θα τους κρατούσε μέχρι το επόμενο φθινόπωρο.

Τίποτα δεν χανόταν. Ούτε η τσιγαρίδα που την έκοβαν σε κομμάτια και την τηγάνιζαν μέχρι να γίνει τραγανή, ή την έβραζαν για να βγάλουν το λίπος (λάρδι), ούτε τα κόκαλα που τα έβραζαν για ζωμό. Η οικονομία ήταν νόμος, όχι επειδή τους το δίδαξε κανένας, αλλά επειδή η ανάγκη το επέβαλε κι η συνήθεια το κράτησε.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, το απόγευμα, οι καμπάνες χτυπούσαν αργά. Ο ήχος τους ταξίδευε στις ράχες των βουνών, φτάνοντας μέχρι τα μακρινά χωράφια όπου οι βοσκοί είχαν τα πρόβατά τους. Άντρες και γυναίκες ξεκινούσαν για την εκκλησία. Τα παλτά τους μπαλωμένα, τα μαντίλια των γυναικών δεμένα σφιχτά στο κεφάλι για να μην περάσει το κρύο. Τα παιδιά τρέχανε μπροστά, με τα μάγουλά τους κόκκινα από τον κρύο.

Μέσα στην εκκλησία, οι λυχνάρηδες άναβαν τα καντήλια. Το λιβάνι μύριζε γλυκά, γέμιζε τον αέρα με μια μυρωδιά που έφερνε ησυχία. Ο παπάς, με τα ράσα του ξεθωριασμένα από τα χρόνια, ψιθύριζε τις προσευχές. Οι άνθρωποι στέκονταν όρθιοι, με τα χέρια τους σταυρωμένα, τα βλέμματά τους καρφωμένα στην εικόνα του Χριστού και της Παναγίας. Εκεί, μέσα σ’ αυτόν τον χώρο, όλοι ήταν ίσοι. Ο πλούσιος κι ο φτωχός, ο γέρος κι ο νέος, όλοι μοιράζονταν την ίδια πίστη.

Όταν τελείωνε η λειτουργία, γύριζαν στα σπίτια τους. Εκεί το τραπέζι ήταν φτωχικό, μα όχι άδειο. Χοιρινό βραστό με σέλινο, φασόλια βρασμένα με λάδι, ψωμί ζεστό που οι γυναίκες είχαν ψήσει το πρωί. Κι αν υπήρχε τύχη, μια κουλούρα με σταφίδες, ζυμωμένη με υπομονή κι αγάπη.

Τα παιδιά κοιτούσαν το φαγητό με λαχτάρα, μα περίμεναν. Ο πατέρας έκανε το σταυρό του, κι ύστερα έλεγε την ευχή. «Χριστός γεννάται σήμερα. Δόξα τω Θεώ που μας κράτησε ζωντανούς, που μας έφερε στη μέρα τούτη, που μας χάρισε το φως.» Η φωνή του ήταν χαμηλή, τρεμάμενη, γεμάτη ευγνωμοσύνη.

Οι ημέρες που ακολουθούσαν ήταν γεμάτες με ιστορίες κι έθιμα. Οι γριές έλεγαν πως οι καλικάντζαροι ανέβαιναν από τα έγκατα της γης. Έκαναν φασαρίες, έσπαζαν πράγματα, μάγευαν τα ζώα. Στα σπίτια άφηναν αναμμένα κάρβουνα στο τζάκι όλη τη νύχτα. Οι πιο γέροι κρεμούσαν σταυρούς πάνω από τις πόρτες, έριχναν αγιασμό στις γωνιές. Τα παιδιά άκουγαν τις ιστορίες κι έτρεμαν, μα ταυτόχρονα χαίρονταν. Ήταν το μαγικό κομμάτι του χειμώνα, αυτό που έκανε τις μέρες διαφορετικές.

Την Πρωτοχρονιά, τα παιδιά πήγαιναν για τα κάλαντα. «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, κι αρχή καλή του χρόνου.» Οι φωνές τους λεπτές, τα χέρια τους κοκαλιασμένα από το κρύο. Οι νοικοκυρές τους έδιναν ό,τι είχαν. Μια φέτα ψωμί, ένα καρύδι, μια χούφτα σταφίδες. Κι αν είχαν περισσότερα, ένα κομμάτι παστό κρέας τυλιγμένο σε χαρτί. Τα παιδιά τα μάζευαν όλα σε μια τσάντα κι έτρεχαν στο επόμενο σπίτι.

Οι μέρες περνούσαν αργά. Οι άντρες καθάριζαν τα χιόνια μπροστά στα σπίτια, τσάκιζαν ξύλα για τη φωτιά. Οι γυναίκες έπλεκαν κάλτσες με μαλλί από τα πρόβατα, μιλούσαν για τα καινούρια που άρχιζαν να φτάνουν στο χωριό. Κάποιος είχε αγοράσει ραδιόφωνο, κι οι γείτονες μαζεύονταν το βράδυ για να ακούσουν τα νέα. Κάποιοι άλλοι μιλούσαν για το ρεύμα που θα έρθει σε λίγα χρόνια, για το δρόμο που θα φτιάξουν για να φτάνει το λεωφορείο.

Η πίστη τους ήταν το θεμέλιο όλων. Δεν ήταν κάτι που το σκέφτονταν ή το συζητούσαν. Ήταν εκεί, σαν τον αέρα που ανέπνεαν. Ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι ήταν μέρος της ζωής τους. Στο εικονοστάσι που είχε κάθε σπίτι κρεμόταν μια παλιά εικόνα, λερωμένη από τον καπνό του τζακιού. Το καντήλι έκαιε κάθε βράδυ, με το λάδι που το φύλαγαν σαν θησαυρό.

Στις 6 Ιανουαρίου, τα Φώτα, πήγαιναν πάλι στην εκκλησία. Ο παπάς διάβαζε τις προσευχές για τον αγιασμό των υδάτων μπροστά στη μικρή κολυμπήθρα που είχε στήσει στο κέντρο του ναού. Ευλογούσε το νερό, έβυθιζε τον τίμιο σταυρό τρεις φορές μέσα στο νερό, κι έτσι γινόταν ο Μεγάλος Αγιασμός. Στο τέλος, οι χριστιανοί περνούσαν με ευλάβεια μπροστά από τον παπά, φιλούσαν το σταυρό κι έπιναν από τον αγιασμό που τους έδινε. Κάποιοι γέμιζαν και μπουκαλάκια για να πάρουν στα σπίτια τους, να ραντίσουν τις γωνιές, τα χωράφια, τα ζώα τους, να προστατέψουν την οικογένεια από το κακό. Αυτό πίστευαν κι αυτό τους κρατούσε.