Δοκίμια

Αγαπώ, άρα Γνωρίζω

Το πρόβλημα της γνώσης του άλλου ανθρώπου είναι σημαντικό για την φιλοσοφία, παλαιότερη αλλά και σύγχρονη. Μερικοί φιλόσοφοι είναι αυτό που θα λέγαμε «σολιψιστές»: πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα δεν μπορούμε να γνωρίσουμε κάτι άλλο εκτός από τον ίδιο μας τον εαυτό. Και ο εαυτός μας δεν μπορεί να αποδείξει ούτε υπάρχει ο έξω κόσμος, ούτε άλλοι «νόες», άλλοι δηλαδή άνθρωποι.

Έχουν δοθεί διάφορες απαντήσεις στον σολιψισμό. Για τους αρχαίους Έλληνες πρώτευε το «γνώθι σαυτόν», «γνώρισε τον εαυτό σου». Η αλήθεια είναι ότι η προσπάθεια για αυτογνωσία είναι πολύ σημαντική και ο Σωκράτης έκανε φιλότιμες προσπάθειες για να προχωρήσει στην κατανόηση καταστάσεων και εννοιών που αφορούν τον άνθρωπο. Ωστόσο, η κατανόηση του άλλου και η άμεση γνωριμία αυτού δεν τέθηκε ποτέ ως πρόβλημα στην αρχαία φιλοσοφία. Το ζήτημα αυτό ήρθε στην επιφάνεια στην πραγματικότητα με τους μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες του Δ αιώνα, οι οποίοι και προχώρησαν στον ορισμό του «προσώπου» ως καινούργιας οντολογικής κατηγορίας. Η έννοια του προσώπου είναι ίσως ό,τι πιο επαναστατικό δημιούργησε η πατερική σκέψη. Ακόμη και ο Θεός είναι και Αυτός Πρόσωπο, ή μάλλον μια κοινωνία Προσώπων («Υποστάσεων»), του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, οι οποίοι γνωρίζονται μεταξύ τους μέσω των υποστατικών τους ιδιωμάτων: ο Πατήρ «γεννά» τον Υιό, του χαρίζει δηλαδή το υποστατικό του ιδίωμα, αλλά και ο Υιός δίνει με την Γέννησή του, όπως λέγει ο Άγιος Δημήτριος Στανιλοάε, το υποστατικό ιδίωμα και στον Πατέρα («Πατρότητα»), ενώ τέλος το Άγιο Πνεύμα  «εκπορεύεται» από τον Πατέρα. Η Θεότητα είναι λοιπόν μια κοινότητα τέλειας αγάπης, ενώ οι άνθρωποι, χωρίς βέβαια να μπορούν να εννοήσουν πραγματικά τον Θεό, έχουν ως πρότυπο αυτή την θεϊκή «κοινωνία».

Η αγάπη είναι αληθινή γνώση του άλλου. Γιατί άραγε; Ο φιλόσοφος Jean-Luc Marion λέγει ότι με την αγάπη δίνουμε στον άλλο την δυνατότητα «να εμφανίσει τον εαυτό του», να «αναδυθεί», θα λέγαμε, ο όλος του εαυτός, το «εσώτερο είναι του». Φυσικά οι Πατέρες της Εκκλησίας, παλαιοί αλλά και σύγχρονοι, έχουν αναπτύξει πολύ αυτό το θέμα. Ο άνθρωπος, θα λέγαμε, ανοίγεται πρωτίστως στον Θεό- στην προσευχή, τουλάχιστον αν είναι παιδί, δεν κρύβει τίποτα. Ένας μεγάλος πνευματικός της εποχής μας, ο π. Συμεών Κραγιόπουλος, έλεγε ότι η «αλήθεια μας» θα εμφανιστεί με τον καιρό στην εξομολόγηση. Πώς όμως; Κατά τον π. Συμεών, όσο ειλικρινής και φιλαλήθης εάν είναι στις πρώτες του εξομολογήσεις ο πιστός, δεν μπορεί ακόμη να δώσει την «αλήθεια του» στον Θεό. Η υπακοή όμως στον πνευματικό είναι φιλάνθρωπη, και έρχεται μια μέρα, που θα εμπιστευτεί ο πιστός τον εξομολόγο τόσο πολύ, που θα τον δει σαν μικρό Χριστό, οπότε και θα ξανοιχθεί και θα πει την αλήθεια του. Τότε παραδίδει τον όλο εαυτό του στον Χριστό, ο οποίος είναι και ο μόνος που μπορεί να βαστάζει την αμαρτία μας και την συνακόλουθη ενοχή για αυτήν- αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο άνθρωπος μόνος του.

Καθώς προχωρεί στην πνευματική ζωή ο άνθρωπος, και αν μάλιστα έχει αγιότητα, αγαπά όλους τους ανθρώπους. Ακόμη και ένας άστοχος λόγος μπορεί να θίξει κάποιον και να  μην θελήσει να μας αποκαλυφθεί. Κάνει μεγάλη εντύπωση ότι οι μεγάλοι άγιοι της εποχής μας, όπως π.χ. ο άγιος Παϊσιος, ζητούσαν ενίοτε άδεια για να ψάξουν το «εσωτερικό» του άλλου και να τους βοηθήσουν αναλόγως. Μερικοί άγιοι που είχαν το προορατικό χάρισμα και γνώριζαν τι συνέβαινε στους άλλους, έλεγαν ότι αυτό το χάρισμα είναι πηγή οδύνης- γιατί στενοχωρούνται βλέποντας την αμαρτία του Αδάμ.

Η αγάπη ωστόσο βοηθά και τον καθένα από μας, τους απλούς πιστούς, να γνωρίσουμε πραγματικά τους άλλους. Η  φιλία είναι μια υπέροχη, για παράδειγμα, σχέση. Έχει μεγάλη σημασία στην υγιή ανάπτυξή της να αφήσει κανείς χώρο στον άλλον, χώρο να ανοιχθεί. Αλλά αυτό το κάνει στην πραγματικότητα ο Χριστός. Αυτός δίνει όλα τα χαρίσματα. Ο Χριστός είναι στην πραγματικότητα αυτός που μας διδει το χάρισμα να εννοήσουμε την «ετερότητα» του άλλου. Η «ετερότητα» είναι μια φιλοσοφική, αλλά και θεολογική κατηγορία. Όσο και αν ψάξουμε, λέγει ο προαναφερθείς π. Συμεών Κραγιόπουλος, δεν θα βρούμε δύο ανθρώπους που να είναι ακριβώς «ίδιοι». Κάθε άνθρωπος έχει την δική του λοιπόν ετερότητα, και πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον άλλον ως «άλλον». Η εννόηση του άλλου δεν σημαίνει ότι τον εξομοιώνουμε με τις ήδη γνωστές μας έννοιες και τον ανάγουμε στο ήδη γνωστό, αλλά στο ότι διατηρούμε το στοιχείο της «έκπληξης» πάντα, όσο καλά και αν ξέρουμε τον άνθρωπο αυτό.

Κάτι άλλο που πρέπει να προσέξουμε, και τονίζει ο φιλόσοφος Marion, είναι η σχέση μεταξύ των εννοιών «love»( =αγάπη περισσότερο ως έρως) και «charity» (=αγάπη περισσότερο ως ευσπλαχνία). Ο γάλλος φιλόσοφος λέγει ότι αυτά τα δύο συμπλέκονται αξεδιάλυτα στην πραγματική ευαγγελική «αγάπη». Υπάρχει ένας «ερωτικός» (=εκστατικός, με την αρεοπαγιτική έννοια) θαυμασμός μπροστά στην ετερότητα του άλλου, που είναι καθαρά πνευματικός και όχι σαρκικός (ακόμη και στον γάμο η αγάπη κατά τον ιερό Χρυσόστομο δεν μπορεί να είναι «σαρκική», χωρίς αυτό να μειώνει την αξία του  σώματος, που είναι άλλωστε ναός του Θεού), αλλά υπάρχει αξεδιάλυτα μαζί και η ευσπλαχνία. Αγάπη χωρίς ευσπλαχνία είναι χωρίς νόημα. Πρέπει επίσης να προσέχουμε να μην συγχέουμε την χριστιανική αγάπη με αυτό που λέμε «desire», γιατί πολλές φορές η επιθυμία μπορεί να είναι κάτι που στερείται ευσπλαχνίας. Σχετική είναι και η λέξη «benevolence» (=αγαθότητα), η οποία συνοδεύει πάντα την αληθινή αγάπη.

                           **************

Τελειώνουμε με έναν λόγο του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή: «Αν κάποιους τους αγαπάς πολύ, άλλους λίγο και άλλους καθόλου, γνώρισε ότι είσαι μακριά από την αγάπη που κήρυξε ο Χριστός».