«Αγία Ειρήνη η Τρισδιάστατη»
Ιστορία τιμής στις ζωντανές ιερές εικόνες
Κυριακή της Ορθοδοξίας 2026, ημέρα μνήμης της αναστήλωσης των εικόνων
Από οκτώ χρονών ψυχοκόρη βρέθηκε η Ειρήνη Κρασσάτο 1892 στο αρχοντικό του γουνέμπορα Στυλιανού Αγακίδη, στην Κιουτάχεια της Φρυγίας της Μικράς Ασίας. Πλάσμα πρόθυμο και σιωπηλό, εργατικό και αξιόπιστο, υπήρξε το αφανές στήριγμα του σπιτιού.
Με την υποχώρηση, το ΄22, οι Έλληνες της Κιουτάχειας ακολούθησαν τον ελληνικό στρατό. Όσοι σώθηκαν, με χίλια βάσανα, βρέθηκαν στην Ελλάδα. Η κυρα Ειρήνη, έρημη και σχεδόν ρακένδυτη, έφτασε στον Πειραιά μ΄ έναν μπόγο στο χέρι. Μόνη της ελπίδα, μήπως βρισκόταν κάποιος συμπατριώτης της να της δώσει ένα κρεβάτι κι ένα πιάτο φαγητό.
Με τα πολλά, έμαθε πως κάποιος συμπατριώτης της παππάς ήταν εφημέριος στη Ζωοδόχο Πηγή της οδού Ακαδημίας. Τράβηξε κατά εκεί και συνάντησε τον πατέρα Άγγελο Νησιώτη, αγαπητότατο κατηχητή και μαθητή του Αγίου Νεκταρίου στη Ριζάρειο. Εκείνος,την περιέθαλψεαμέσωςκαι την έκανε το δεξί του χέρι. Όλα περνούσαν από κείνη: Η φροντίδα του ναού, οι προμήθειες, η τάξη στις ακολουθίες. Αυτό όμως που, πάνω από όλα, θαύμαζε ο πατήρ Άγγελος ήταν η πλατιά της καρδιά. Ήξερε όλους τους ενορίτες με το μικρό τους όνομα. Ήξερε όμως και τα βάσανα της κάθε οικογένειας· τη φτώχεια, τις αρρώστιες, τα οικογενειακά προβλήματα. Και πώς γινόταν, η κυρά Ειρήνη ήταν πάντοτε παρούσα εκεί που χρειαζόταν: Στο νοσοκομείο για τους ασθενείς, στα σπίτια για το πένθος. Το χέρι της, αθέατο, έβαζε πάντα στην τσέπη του καθενός ένα μικρό ποσόν, όταν η φτώχια τά ΄χε φέρει όλα σε αδιέξοδο. Ένας Θεός ξέρει πού έβρισκε τα χρήματα. Για όποια ανάγκη μάθαινε, έτρεχε. Ούτε ώρα, ούτε ύπνο, ούτε δυνάμεις λογάριασε ποτέ. Και πάντα, πάντα, το δωματιάκι της δίπλα στον ναό, φωτιζόταν από ένα καντηλάκι και μοσχοβόλαγε λιβάνι. Έτσι κύλησαν σχεδόν τριάντα χρόνια.
«Πατερά Άγγελε, όλοι οι ναοί, όλο και κάποιο εικόνισμα φέρνουν για προσκύνημα. Κάντε κάτι και εσείς, να έρθει και σ΄ εμάς μια εικόνα, ένα λείψανο, να βοηθήσουμε και λιγάκι τα οικονομικά μας».
Αυτό ήταν το μόνιμα αίτημα των επιτρόπων στον πατέρα Άγγελο.
Εκείνος το απέφευγε, μέχρι που, μια μέρα, τους το ανακοίνωσε:
«Μεθαύριο να ετοιμαστείτε. Θα καταφτάσει στο ναό μας μια υπέροχη εικόνα απ΄ την Ανατολή».
«Δόξα τω Θεώ, πάτερ μου! Ποια είναι;», ρώτησαν οι επίτροποι.
«Η αγία Ειρήνη η τρισδιάστατη, εκ Κοτυαίου της Μικράς Ασίας».
Απόρησαν όλοι, αλλά δεν είπαν τίποτα Το νέο διαδόθηκε γρήγορα σε όλη την ενορία. Σε τρεις μέρες, στις έξι το απόγευμα, η εκκλησία γέμισε πιστούς για την υποδοχή. Ο πατήρ Άγγελος, τη συγκεκριμένη ώρα, με τα επίσημα άμφιά του, άνοιξε την Ωραία Πύλη, λέγοντας:
«Παρακαλώ, να μην ακουστεί λέξη την ώρα που η εικόνα θα εισέλθει στον ναό».
Έξι και πέντε, η πόρτα άνοιξε. Η κυρα Ειρήνη Κρασσά, ο φύλακας άγγελος της ενορίας της Ζωοδόχου Πηγής, ντυμένη με τα καλά της, όπως της είχε παραγγείλει ο πατήρ Άγγελος, εισήλθε στον ναό. Είδε τον κόσμο, απόρησε, πίστεψε πως κάποιον περιμένουν και κατευθύνθηκε, όπως πάντα, προς το παγκάρι. Ο πατήρ Άγγελος όμως της έκανε νεύμα. Εκείνη προχώρησε προς την Ωραία Πύλη. Όταν έφτασε, έβαλε μετάνοια και φίλησε το χέρι του. Εκείνος, της ψιθύρισε στο αυτί, δήθεν, κάποιες οδηγίες κι εκείνη, πρόθυμη, αποχώρησε.
Όταν έφυγε, ο πατήρ Άγγελος μίλησε προς όλους:
«Ιδού το άνθος της πίστεως και της αγάπης απ΄ την Ανατολή. Ιδού η ζωντανή εικόνα του Θεού που βαδίζει στην ομοίωση. Η ζωή και το παράδειγμά της, εις βοήθειαν όλων μας».
Όλοι κατάλαβαν. Τα μάτια γέμισαν δάκρυα. Πολλοί σταυροκοπιούνταν. Και όλοι διδάχτηκαν τόσα, όσα δεν είχαν διδαχτεί απ΄ όλα τα συναξάρια που είχαν διαβάσει μέχρι τότε.
Ο πατήρ Άγγελος, βλέποντας της αντιδράσεις τον πνευματικών του παιδιών χαμογέλασε. Ευλόγησε, εισήλθε στο Ιερό κι έκλεισε τα βημόθυρα.
Η μόνη που δεν κατάλαβε τίποτα ήταν η κυρα Ειρήνη.