(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αρχιμανδρίτης Ανανίας Κουστένης
Η Αγία Φιλοθέη, η Κυρά των Αθηνών
Εκφωνήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2005
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2026/02/gerontas-ananias-i-agia-filothei-vgike-periodeia-stin-attiki-sta-perix-kai-sta-nisia-prin-ton-patrokosma-kai-esose-ametritous/
Η αλήθεια πρέπει να λέγεται και ας στενοχωρούμε μερικούς. Οι ορθόδοξοι Έλληνες ήταν στο στόχαστρο όλων. Όπως και σήμερα. Το βλέπουμε καθαρά. Και χρειαζόμαστε μια νέα αγία Φιλοθέη και άλλους μεγάλους και στην πολιτεία και στην εκκλησία. Θα μου πείτε, δεν έχομε; Εγώ λέω πως έχομε. Αλλά να γίνουν μεγαλύτεροι. Και ηρωικότεροι. Και αποφασιστικότεροι. Γιατί αλλιώς θα την αποχαιρετήσομε σε λίγο την «Αλεξάνδρεια που χάνομε».
Η αγία Φιλοθέη δούλεψε σκληρά και αποτελεσματικά. Και με γενναιότητα και ανδρεία ου την τυχούσαν. «Γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει; Τιμιωτέρα δε εστί λίθων πολυτελών η τοιαύτη», λέγει ο σοφός Σολομών. Ας γυρίσομε πίσω στη βιογραφία της αγίας μας. Όσα κι αν πούμε, δεν τελειώνουν. Ψελλίσματα κι ελάχιστα λέμε.
Έτσι, για να την τιμήσομε, για να εμπνευσθούμε, να παρηγορηθούμε και να μπορέσομε κι εμείς, με την ευχή της, να κάνομε κάτι και για την πίστη και για το Γένος, τα οποία και τα δύο, ενωμένα καθώς είναι, βάλλονται από χίλιες μεριές.
Μεγάλωναν, λοιπόν, τη μικρή Ρεγούλα οι γονέοι της, ο Άγγελος και η Συρίγω, εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Κάπου βρήκαν και μια γραία διδασκάλισσα και την πήγαιναν να μάθει γράμματα. Γιατί εδώ ήταν «πηχτής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι». Ούτε σχολείο ούτε τίποτε. Παρά βαρβαρότης και σκότος και απελπισία. Πήγαινε, λοιπόν, η μικρή Ρεγούλα και τα ‘παιρνε τα γράμματα. Σε λίγο μπορούσε και διάβαζε. Διάβαζε όλα τα βιβλία. Και τ’ αρχαία και της εποχής της και τα υπόλοιπα. Και κράταγε το μυαλό της πολλά. Κι ήταν υπέροχη και πρώτη.
Συνέβαινε, όμως, και κάτι που αργότερα θα έπαιρνε τεράστιες διαστάσεις. Πήγαινε στη δασκάλα, και το μεσημέρι που σταμάταγαν, έκαναν όλη μέρα μάθημα, και της έλεγε εκείνη: «Φέρε, Ρεγούλα, το φαγητό σου να φάμε», κι εκείνη είχε άδειο το καλαθάκι της.
«Το ‘δωσα», λέει, «σε κάποια παιδάκια Ρωμιόπουλα, που πεινούσαν. Και ερχόντουσαν από κοντά μου κλαίγοντας. Και τα λυπήθηκα τα κακόμοιρα. Κάθησα, τους το ‘δωσα, το ‘φαγαν, χάρηκαν κι έφυγαν».
Άλλες φορές πήγαινε στο σπίτι το βράδυ χωρίς πανωφόρι και κάποιες φορές με ελάχιστα ενδύματα. «Τι το ‘κανες, Ρεγούλα, το πανωφόρι και τα ενδύματά σου;»
«Ε, μανούλα, τα ‘δωσα σε κάποια, που δεν είχε τίποτα. Είχε κάποια κουρέλια. Εγώ μπορώ να βρω άλλο. Εκείνη δεν μπορούσε».
«Ε, παιδί μου», λέει τότε η μάνα της, «αν είναι κάποιος φτωχός, να ‘ρχεσαι να μου το λες να σου δίνω εγώ».
Της είπε ναι, αλλά δεν το ‘κανε. Έδινε συνεχώς και το φαγητό της και τα ενδύματά της και περισσότερο την αγάπη και την αθωότητά της σ’ εκείνους που τόσο την είχαν ανάγκη.
Τέλειωσε το σχολείο η Ρεγούλα, ήξερε όλα τα γράμματα και τα της εκκλησίας και τα θύραθεν και την Ιστορία και τους Βίους των αγίων και το Ευαγγέλιο και τα Συναξάρια και τους Ύμνους της εκκλησίας και τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα.
Έφτασε σε ηλικία δώδεκα ετών η Ρεγούλα. Τη ζητούσαν πολλοί, και για το σπάνιο ήθος της και για την αγάπη της, αλλά και για την προίκα της. Εκείνη δεν κολλούσε σ’ αυτά. Οι γονείς της τα είχαν και τα κρατούσαν.
Ο Θεός τους τα έδωσε και τους έβαλε να τα κρατούν, γιατί αργότερα αυτά θα φαινόντουσαν χρήσιμα σε πολλούς. Πεινασμένους και όχι μόνο.
Τελικά η αγία επέμενε. «Εγώ θα γίνω καλογριά. Εγώ θέλω τον Χριστό μου. Κι οι άλλοι καλοί είναι, αλλά ο αφέντης είναι καλύτερος. Θέλω Αυτόν να υπηρετήσω, σ’ Αυτόν να αφοσιωθώ κι Εκείνου να είμαι εξ ολοκλήρου. Και στη συνέχεια, με τη χάρη τη δική Του, να χάνω το καλό στο σκλαβωμένο μου Γένος. Στη δουλωμένη μου πατρίδα».
Οι γονείς επέμεναν, εκείνη ελύγισε, δεν ήθελε να τους στενοχωρήσει, τους τιμούσε και τους αγαπούσε, δεν είχαν κι άλλη στον κόσμο, κι αυτοί λέγαν «Παντρέψου, ρε παιδί μου, να πάει η περιουσία μας, θα μας την πάρουν οι βάρβαροι». Είχαν και κάποιους λόγους βασίμους και επιχειρήματα πειστικά.
Παντρεύτηκε, τελικά, επήρε ένα κάποιον Ανδρέα εκεί, ο οποίος μόνο ανδρειωμένος δεν ήτο. Πέρασε του λιναριού τα πάθη. Έκανε, όμως, μεγάλη υπομονή και έδειχνε πολλή αγάπη στον σύντροφο της ζωής της. Και συνάμα προσηύχετο στον ουρανό και παρακαλούσε τον Κύριο να αλλάξει τον άνδρα της. Να τον λυπηθεί. Να τον φέρει σε μετάνοια και σε διόρθωση βίου.
Εκείνος, όμως, επέμενε. Αλλά και η αγία επέμενε και να τον αγαπά και να προσεύχεται και να κάνει υπομονή. Και τότε απάντησε ο ουρανός. Αφού δεν άλλαζε ο άντρας της ο Ανδρέας, άπλωσε το χεράκι Του ο Κύριος και τον πήρε. Και τον πήρε. Κι εκείνη, δεκαπέντε χρονών κορίτσι, χήρα πάει στη μάνα της. Κι έκλαιγε τον άντρα της, που λέει και το τραγουδάκι της Θράκης.
Οι γονείς της την παρηγόρησαν, συνάμα ένοιωθε στα βάθη της και μιαν άδεια χαρά, γιατί ο Κύριος την άκουσε και την ελευθέρωσε απ᾿ το μεγάλο σταυρό, και τώρα μπορούσε να διαθέσει τον εαυτό της όπως ήθελε. Οι γονείς επέμεναν. «Παιδί μου, να ξαναπαντρευτείς. Σου ᾿τυχε την πρώτη φορά δύσκολος άνθρωπος.
Τώρα που ξέρεις; Μπορεί να ‘σαι πιο τυχερή και να σου τύχει άνθρωπος του Θεού, που να σε αγαπάει και να κάνετε τα έργα του Κυρίου αντάμα. Να τα κάνετε μαζί. Και η αγία τι τους έλεγε; «Αύριο. Άστε σήμερα να περάσει, σταματήστε αυτές τις κουβέντες, ευλογημένοι μου γονείς, και άστε τα αύριο να τα φέρει ο Κύριος. Εγώ δε λέω όχι. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορώ ακόμα. Είμαι τόσο πληγωμένη και τόσο δυσκολεμένη από αυτά που πέρασα», και αλήθεια έλεγε, «που δεν μπορώ να προχωρήσω».
Τιμάται στις 19 Φεβρουαρίου.
Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, «Νέφος Μαρτύρων, Λόγοι για τους νεομάρτυρες της τουρκοκρατίας» των εκδόσεων Ακτή, Λευκωσία 2007.