(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
[Όταν τα βασανιστήρια του βασιλιά Νέρωνα στην Αγία Φωτεινή την Σαμαρείτιδα και την συνοδεία της δεν κατάφεραν να τους μεταβάλουν την πίστη]: Ήρχισε ο βασιλεύς να απορή και να διαλογίζηται τι να πράξη διά να νικήση τους Μάρτυρας και να τους φέρη εις την γνώμην του και τους μεν άνδρας προστάζει να βάλουν μέσα εις σκοτεινήν φυλακήν, την δε Αγίαν Φωτεινήν ομού με τας πέντε αδελφάς αυτής, να τας φέρουν μέσα εις το χρυσόν κουβούκλιον, να ετοιμάσουν δε χρυσήν τράπεζαν και επτά θρόνους χρυσούς και χρώματα πολλά και στολίδια χρυσά και φορέματα και ζώνας χρυσάς.
Έπειτα επρόσταξε και την θυγατέρα του Δομνίναν να υπάγη και εκείνη εις το κουβούκλιον με όλας τας δουλευτρίας της και να είναι μαζί με τας Αγίας, νομίζων, ο ματαιόφρων, ότι με αυτά τα δελεάσματα θέλει μεταστρέψει την γνώμην αυτών.
Υπεσχέθη δε εις τας Αγίας ότι, εάν αρνηθώσι τον Χριστόν, θέλει έχει αυτάς εις τοιαύτην περιποίησιν και εύνοιαν πάντοτε και θέλει χαρίσει εις αυτάς όλα εκείνα, τα οποία ευρίσκοντο εκεί μέσα και άλλα περισσότερα, θέλει δε τας αξιώσει μεγάλης δόξης και τιμής.
Αλλ’ επλανήθη ο δόλιος, διότι αι Άγιαι, ως ουρανόφρονες, κατεφρόνησαν όλα εκείνα ωσάν σκύβαλα [σκουπίδια] και δεν ήθελαν ούτε καν να τα βλέπουν.
Όταν λοιπόν η Αγία Φωτεινή είδε την Δομνίναν της είπε: «Χαίρε, η νύμφη του Κυρίου μου».
Η δε Δομνίνα της απήντησε: «Χαίροις και συ, κυρία μου, η λαμπάς του Χριστού».
Ακούσασα η Αγία Φωτεινή την Δομνίναν όπου είπε το όνομα του Χριστού, εχάρη πολύ και ευχαριστήσασα τον Κύριον ενηγκαλίσθη αυτήν και την εφίλησεν· έπειτα την κατήχησεν εις την πίστιν του Χριστού ομού με τας εκατόν δουλευτρίας της, και τας εβάπτισεν όλας, ωνόμασε δε την Δομνίναν, Ανθούσαν,
Η δε μακαρία Ανθούσα επρόσταξε την μεγαλυτέραν από τας εκατόν δουλευτρίας της Στεφανίδα να δώση εις τους πτωχούς όλα τα χρυσά στολίδια και τα χρήματα, τα οποία ήσαν μέσα εις το χρυσόν κουβούκλιον.
Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Φεβρουάριος, τόμος 2ος.