(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Ο άγιος πατήρ ημών Γρηγόριος ο Διάλογος, το πρώτον ήτο Ηγούμενος εις ένα μοναστήρι, και μίαν φοράν ήλθε προς αυτόν ένας ζήτουλας [ζητιάνος] και εφαίνετο πως ήταν ναύτης από καράβι ναυαγός και εζήτει ελεημοσύνην, αλλά δεν ήτο αληθινά ζήτουλας, αλλ’ ήτο Άγγελος Κυρίου και επήγε να ανακαλύψη και να δοκιμάση την αρετήν και συμπάθειαν του αγίου.
Λοιπόν φαινόμενος ο Άγγελος εις τοιούτο σχήμα, έκλαιε δήθεν και διηγείτο προς τον άγιον την συμφοράν του.
Ο δε άγιος εύγαλε και του έδωσεν έξ φλωρία ελεημοσύνην, και πάλιν ήλθε δευτέραν φοράν ο φαινόμενος πτωχός και εζήτει ελεημοσύνην.
Ο δε άγιος του έδωκεν άλλα έξι φλωρία και ήλθε και τρίτην φοράν και δεν έφυγεν άνδειος και χωρίς ελεημοσύνην· αλλά μη έχων φλωρία ο άγιος να του δώση, του έδωκεν ένα ταλέρι (πινάκιον) ασημένιο του μοναστηρίου, διότι ήτο τόσον ελεήμων και άκακος προς τους πτωχούς και συμπαθής, ώστε κάλλιον το είχε [το είχε καλύτερο] να δώση από τα σκεύη τα χρειαζόμενα του Μοναστηρίου, παρά να πέμψη τον πτωχόν χωρίς δωρεάν.
Όθεν δια την πολλήν του αρετήν και την χάριν όπου είχεν, ηξιώθη και έγινεν ύστερον Πάπας της Ρώμης, και έκαμνε πάλιν ομοίως την ελεημοσύνην.
Είχε δε συνήθειαν να κάθεται με δώδεκα πτωχούς εις την τράπεζαν, και μίαν ημέραν βλέπει να είναι δεκατρείς. Ηρώτησε τους υπηρέτας και είπαν ότι δώδεκα έβλεπαν τον δε 13ον δεν έβλεπαν οι υπηρέται, μόνον ο άγιος τον έβλεπε και εθαύμαζεν.
Ύστερον δε του απεκάλυψεν ο Θεός το μυστήριον αυτό, και ελθών εκείνος ο τρισκαιδέκατος [ο 13ος] είπεν· ότι εγώ είμαι Άγγελος του Θεού και με έστειλεν ο Θεός εν σχήματι πτωχού εις το Μοναστήρι, όταν μου έδωσες τα φλωρία και το ταλέρι, και δια την πολλήν σου συμπάθειαν με έστειλε και τώρα να είμαι πάντοτε μαζί σου να σε φυλάγω.
Πηγή: Παντελεήμων Γέρων Λαυριώτης, «Λαυριωτική Κυψέλη, περιέχουσα συλλογήν Πατερικών Διηγημάτων κατ᾽ εκλογήν, Διδαχών, αποφθεγμάτων και Γνωμικών, και τινα άλλα», έκδοση Σωτηρίου Σχοινά, Βόλος 1954.