(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Kάποιος ασκητής, Μεθόδιος ονομαζόμενος, πηγαίνοντας μίαν ημέραν εις τον Όσιον [τον Όσιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη], είδε φως θείον οπού έλαμπε τριγύρω εις αυτόν.
Δεν ετολμούσε δε να πλησιάση εις αυτόν, έως ότου τον επρόσταξεν ο Όσιος και ούτως επλησίασε.
Και τούτο ακόμη το εξαίρετο ελέγετο από πολλούς διά τον Όσιον, ότι εδέχετο άρτον ουράνιον. Διότι εν καιρώ χειμώνος επήγεν εις επίσκεψίν του ο νοσοκόμος της Λαύρας, Γρηγόριος το όνομα, ομού με άλλον αδελφόν, και από το πολύ χιόνι οπού έπεσεν ήταν σκεπασμένος ο τόπος και πατήματα ανθρώπου δεν εφαίνοντο πουθενά.
Όθεν, κάνοντες εκείνοι πολύ κόπον, επήγαν εις την καλύβην του Οσίου, έχοντες μαζί τους ψωμί, κρασί και άλλα τινά προς παρηγορίαν.
Καθώς δε εμβήκαν εις την καλύβαν του, βλέπουν ένα ψωμί ζεστόν και καθαρώτατον, οπού εύγανε τόσην πολλήν και θαυμασίαν ευωδίαν, οπού εγέμιζε την καλύβαν.
Αυτοί δε περιεργαζόμενοι, εάν φανή εις την καλύβαν σημείον φωτίας και μη ευρίσκοντες, έμειναν εκστατικοί θαυμάζοντες τον ουράνιον άρτον.
Πεσόντες δε εις τους πόδας του Αγίου, εζητούσαν να τους δώση μέρος από τον άρτον εκείνον.
Ο δε Όσιος σπλαγχνισθείς, έκοψε τον μισόν άρτον και τους έδωκε, λέγοντας προς αυτούς: «Λάβετε, φάγετε και προσέχετε να μην το ειπήτε τινός, έως οπού ζω»».
Αλλά και νερόν πόσιμον και γλυκύ έδωκεν εις αυτούς τους ιδίους, καθώς -επί Θεώ μάρτυρι- μας είπον ύστερον από την κοίμησιν του Οσίου.
Άλλοι δε αδελφοί μας είπαν, ότι και νερόν της θαλάσσης έκαμε γλυκύ και έπιεν αυτός, δίνοντας και εις εκείνους να πιούν.
Απόσπασμα από το βιβλίο, «Άγιος Μάξιμος Καυσοκαλύβης , Βίος, πολιτεία και θαύματα υπό Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Ιερά ασματική και πανηγυρική ακολουθία», Άγιον Όρος 1994.