Άλλος τις στρατιώτης, την κλήσιν Αζάνιος, ήτο παραλυτικός και ακίνητος, έφερον δε τούτον οι συγγενείς του εις τον Άγιον [στον Άγιο Παρθένιο Επίσκοπο Λαμψάκου] φορτωμένον εις ζώον ως άψυχον, και με ένα λόγον τον εθεράπευσε.
Και Σύρος τι ονόματι Αλάμας είχε δαιμόνιον, ημέραν δε τινα πεσών από την στέγην της Εκκλησίας απέθανεν, ο δε Άγιος, όχι μόνον τον ανέστησε, αλλά και εκ του πονηρού δαίμονος τον ελύτρωσεν, ώστε πάντες εξέστησαν και εθαύμαζον.
Άλλος τις Μαξιμιανός ονόματι είχε δυσεντερίαν, ήτις είναι νόσος ανίατος, οι δε γονείς αυτού, έχοντες πίστιν αδίστακτον εις τον Θεόν και εις τον δούλον αυτού Παρθένιον, εσήκωσαν αυτόν με την κλίνην και τον έφερον από την Βιζύην εις Λάμψακον, θέσαντες δε αυτόν εις την θύραν της Εκκλησίας του Παρθενίου, εις ολίγην ώραν απέθανε.
Μετά ταύτα, ελθών ο Άγιος και ιδών τον νεκρόν, ευσπλαγχνίσθη τα δάκρυα των γονέων και δακρύσας προς Κύριον προσηυχήθη και, ω του θαύματος! ευθύς ανέστη ο νεκρός και εδόξασε τον Κύριον.
Γυνή δε τις, Ευχαριστία ονόματι, είχεν εις τα εντόσθια δεινήν ασθένειαν από μαντείας και γοητείας κακών ανθρώπων, ο δε ανήρ αυτής Μαγιστριανός, την κλήσιν Αγάπιος, την επήγεν εις τον Άγιον, όστις ποιήσας ευχήν προς τον Θεόν τελείως ταύτην ιάτρευσεν.
Άλλος τις ονόματι Θαλάσσιος απώλεσε τας φρένας του εκ συνεργείας του δαίμονος και προσφέροντες αυτόν οι συγγενείς του εις τον Άγιον, τον ιάτρευσεν εις επτά ημέρας και έμεινε σωφρονισμένος, δοξάζων τον Κύριον.
Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Φεβρουάριος, τόμος 2ος.