(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Ο διδάσκαλος
Εδίδασκε ο παπα-Τύχων με την αγιασμένην ζωήν του. Η απλότητά του και η βαθειά του ταπεινοφροσύνη μιλούσαν τόσο φανερά. Μιλούσε και δίδασκε και με κλειστό το στόμα, όταν όμως άρχιζε να διδάσκη, να λέη τις συμβουλές του ο Γέροντας καθισμένος στη ρίζα της μικρής ελιάς, δίπλα στον τάφο του ή στη σκληρή σανίδα του κρεββατιού του, τότε η ψυχή του μαθητού εγοητεύετο.
Το πρώτο που σου εδίδασκε ήτο το ότι πάντα από τον Θεόν να ξεκινάς. Έτσι μόλις έφθανες στο κελλί του, σε οδηγούσε στο εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού. Εκεί έψαλλε το «Άξιόν εστιν» και το «Σώσον Κύριε τον λαόν σου». Σε έβαζε να κάνης τρεις μετάνοιες στο μεγάλο σταυρό που είχε σε κεντρική θέση εκεί μέσα και προσέθετε «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τον δούλον σου».
Ακολουθούσε το κέρασμα και με πολλή απλότητα ήρχοντο οι συμβουλές· όταν τον ερωτούσες, έδιδε πολλή βαρύτητα στην ταπεινοφροσύνην.
Αυτός που είχε «υψηλόν βίον» (Αγ. Νείλος), είχε ταπεινόν φρόνημα και αυτά επιθυμούσε να μεταδώση. Σαν να εδίωκε την υψοποιό ταπείνωσι, γιατί εγνώριζε ότι «αυτή στολή θεότητός εστιν» (Όσ. Ισαάκ).
Έλεγε λοιπόν απλά ο παπα-Τύχωνας: «Κάθε πρωί ο Θεός ευλογεί όλο κόσμο με ένα χέρι. Βλέπει ταπεινό άνθρωπο, ευλογεί με δυο χέρια. Πολλά χέρια».
Ταπεινός άνθρωπος, αξίζει πιο πολύ από όλο κόσμο· και διά να δείξη πως η παρθενία μόνη δεν σώζει χωρίς την «πλουτοποιόν ταπείνωση» και πως ο Θεός αγαπά την σύναξι των ταπεινών σαν την σύναξι των Σεραφείμ (Άγ. Χρυσόστομος) έλεγε: «Γέμισε κόλασις παρθένοι υπερήφανοι. Όταν εγώ παρθένο μόνο, πάει κόλασι. Άλλος λέει εγώ παρθένος, παρθένος. Μα κόλασις γεμάτη παρθένοι που εγώ έχουν. Άμα εγώ ταπεινός και λέω ελέησόν με ο Θεός, τότε Κύριος πιάνει με από χέρι και λέει Κύριος: “Έλα παιδί μου, εδώ μέσα παράδεισο”».
Κάποτε μια ομάδα νεαρών δοκίμων μοναχών είχαν πάει στο καλύβι του Γέροντα.
Έρχεται ο παπα-Τύχων και τους λέει: «Άγια Πνεύματα» (δεν μπορούσε να είπη Άγιο Πνεύμα), είπε «είναι καλοί άνθρωποι αυτοί, μα δεν ξέρουν αλήθεια. Λέω εγώ τώρα: Έτοιμοι γίνεσθε», και έκανε μια ανάπτυξι του χωρίου τόσο απόρρητη, που εδάκρυσαν τα καλογεροπαίδια.
Διηγούνται πώς όταν τον επεσκέφθη ο Ρώσος επίσκοπος του Λένινγκραντ Νικόδημος και ζήτησε να του διαβάση μια ευχή, ο παπα-Τύχων εταράχθηκε, εδυσκολεύτηκε, μα στο τέλος υπήκουσε. Μετά έλεγε: «Μητροπολίτης εμένα νομίζει άγιο. Νομίζει, νομίζει όμως…» και άφηνε να εννοηθή ότι εγώ δεν είμαι τίποτε απ’ αυτά.
Πολύ αγάπη έτρεφε η αγία αυτή ψυχή στο τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας. Αν η γλώσσα του εδυσκολεύετο να τα προφέρη, η καρδιά του πάντα για τον Παράκλητο μιλούσε: «Αγία Πνεύματα (Άγιον Πνεύμα) βοηθήστε με», έλεγε κάθε τόσο και επεξηγούσε: «Λέω γιατί αυτό νοικοκύρη. Χριστός αυτά άφησε νοικοκύρη. Για να λέει παπάς όταν λειτουργήσει “Βασιλεύ ουράνιε Παράκλητε…”. Με την προσευχή έρχεται μέσα στην καρδιά Χριστός και όπου Χριστός όλη Αγία Τριάδα παιδί μου. Πω, πω, πω, όπου Χριστός εκεί Πατέρας και Άγιο Πνεύμα». Και συνδύαζε την σκέψι του με τον λόγον του Κυρίου προς τον Φίλιππο (Ιω. ιδ’ 9).
Επέμενε πολύ στο θέμα της μελέτης. Στους πιο μορφωμένους συνιστούσε Βασίλειο, Γρηγόριο, Χρυσόστομο, Συμεών Ν. Θεολόγο και Αγ. Κύριλλο. «Όταν διαβάσει νους καθαρίσει», έλεγε χαρακτηριστικά.
Για την εργασία έλεγε τα εξής: «Όχι πολλή δουλειά οι μοναχοί. Κοσμικοί αυτό. Φαραώ πολλή δουλειά έλεγε Εβραίους, να ξεχνάτε Θεό. Σύ μοναχός, δουλειά μια ώρα στοπ. Ευλογητός ο Θεός! Κύριε ελέησον! Προσευχή κάνει. Μετά δουλειά. Σε μια ώρα πάλι: Ευλογητός ο Θεός!».
Από το θέμα της υπακοής, για το οποίο έλεγε συχνά, χαρακτηριστικό είναι το εξής: «Ερημίτης δεν πάει πολύ γιατρό», έλεγε. «Πάει όμως. Υπακοή κάνει γιατρό».
Τον συνέπαιρνε η αγάπη του Θεού. «Αγάπη αιώνια… πω, πω, πω, αιώνια αγάπη», έλεγε ο Γέροντας συγκινημένος ενώ δάκρυα έτρεχαν στις ξηραμένες από την άσκηση παρειές του.
Απόσπασμα από το βιβλίο Χ. Φιλοαθωνίτου, ο «Παπα-Τύχων, Ένα λουλούδι από το περιβόλι της Παναγίας», έκδοση Ι. Μονής Οσίου Δαβίδ Ευβοίας, 1972.