(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας
«Εν καινότητι πολιτεύεσθε»
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2026/02/archimandritis-aimilianos-o-anthropos-den-iborei-na-zisi-ean-den-aisthanetai-ta-simeia-tou-theou/
Εις την εποχήν μας, της αναβιώσεως του θρησκευτικού αισθήματος, ίσως και παγκοσμίως, διά να αποφύγωμεν τον σκόπελον και τον πειρασμόν ενός εγκοσμιοκρατικού μεσσιανισμού, αξίζει να τονίζωμεν αυτήν την ουσιαστικήν εσχατολογικήν διάστασιν της εκκλησιαστικής μας ζωής.
Η Εσχατολογία δεν είναι μόνον το επισφραγιστήριον κεφάλαιον της ορθοδόξου δογματικής, δεν αφορά μόνον εις την τελευταίαν κρίσιν, αλλά είναι η πεμπτουσία, το Α και Ω της ορθοδόξου πίστεώς μας. Ταυτίζεται με την Εκκλησιολογίαν μας. Είναι ο αήρ που αναπνέομεν και μας μεταποιεί πολίτας της άνω Ιερουσαλήμ, ανθρώπους ενδιαφερομένους όχι μόνον διά τα επίγεια αγαθά αλλά και διά τα ζώπυρα, αφού κατά τον άγιον Μακάριον τον Αιγύπτιον, το Πνεύμα το Άγιον είναι διά τον πιστόν θεϊκόν πύρ, ένδυμα, κατοικία, τροφή και καθημερινή εντρύφησις.
Όντως το Άγιον Πνεύμα μορφώνει τον Χριστόν εν ημίν, αναδημιουργεί και δεν παύει αενάως να αποτυποί την εικόνα του Χριστού, διά μυστηρίων, δι’ αρετών, δι’ ανατάσεως του εσωτερικού μας βλέμματος, μέχρι καταντήσωμεν εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού.
Αρνούμεθα, λοιπόν, τον παλαιόν μας, τον πεπτωκότα άνθρωπον και προσλαμβάνομεν ζωήν εν τη Εκκλησία, αδιάκοπον αναμόρφωσιν, μίαν μεταμόρφωσιν, μίαν θεοποίησιν ή μάλλον θεανθρωποίησιν.
Εκ τούτου κατανοείται και όλος ο αγών των αγίων ησυχαστών του ΙΔ΄ αιώνος να φανερώσουν την εσχατολογικήν ταύτην διάστασιν της ορθοδόξου εκκλησιαστικής μας παραδόσεως, διότι σωτηρία γέγονε και η ζωή ημών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ.
Δεν δυνάμεθα να κατανοήσωμεν την καθολικότητα της Εκκλησίας, εάν δεν βιώσωμεν προσωπικώ τρόπω το «Μυστήριον, ο έστι Χριστός εν ημίν». Όστις, λοιπόν, ενδυθή τον Χριστόν, δυνάμει του Αγίου Πνεύματος, γίνεται καινός άνθρωπος.
Κατανοούμεν ούτω τους αγίους της Εκκλησίας μας, φθάσαντας εις τον οριακόν τούτον τρόπον της καινής πολιτείας εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος, δι’ ου πολλοί έλαβον χαρίσματα, ομιλίας ξένων γλωσσών, απαντήσεις των επάναγκες συγκεκριμένων προβλημάτων, θαυματουργίας ή σπανίως φυσικήν αναστροφήν αγρίων θηρίων κλπ. διά την βίωσιν της πανενότητος της ανθρωπίνης φύσεως εν τω Χριστώ άνευ φυλετικής διαφοράς, όπου ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός.
Ακόμη δε άλλοι εξεπέρασαν την ασθενή φύσιν, ανδρών ή γυναικών, την κενοδοξίαν, τα πάθη κ.ά. Όσον οι άγιοι πλησιάζουν τον ένα Χριστόν, τόσον αυτός γίνεται τα πάντα τοις πάσιν, αναλαμβάνων την διακονίαν της καταλλαγής των μετά του Θεού και αποπληρών το έργον Αυτού εις τα μέλη του, της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία μας, ως άνω Ιερουσαλήμ, είναι κοινωνία θεώσεως, ζωή εν καινότητι, όχι μόνον κατά την λατρευτικήν της έκφρασιν, αλλ’ εις πάσας τας εκδηλώσεις της· και το βίωμα αυτό πρέπει να κρατή και να μαρτυρή προς τον παλαιόν κόσμον εις τον οποίον πορεύεται ως «πάροικος και παρεπίδημος».
Εάν η Εκκλησία λαμβάνη τοπικόν χαρακτήρα και προσλαμβάνη το σώμα του παλαιού ανθρώπου εις τας εκφράσεις της, υπό την μορφήν των επί μέρους γλωσσών ή εθνικών παραδόσεων, τούτο το ενεργεί με τον ίδιον σωτηριολογικόν και δυναμικόν τρόπον, διά να μεταμορφώση όλας αυτάς τας μορφάς του ανθρωπίνου πολιτισμού μέσα εις το άπλετον φως του μέλλοντος αιώνος.
Αν και λίαν επιτυχώς η Ορθόδοξος Εκκλησία μας προσέλαβε ποικίλας εθνικάς μορφάς, εν τούτοις βλέπομεν ότι κατά την ιστορικήν της πορείαν εξωμάλυνε τας εντόνους ιδιαιτερότητας, συνεχώνευσε και απερρόφησεν εις ομοιόμορφα σχήματα και πνευματικήν ομοήθειαν τας επί μέρους λειτουργικάς παραδόσεις, διά της επικρατήσεως του βυζαντινού τύπου.
Εάν εκρατήθη σεβασμός και τονισμός εις τας τοπικάς εκκλησιαστικάς παραδόσεις, τούτο εγένετο πάντοτε υπό την προϋπόθεσιν της ενότητος των πιστών εν τη κοινωνία των κατά τόπους Εκκλησιών, ώστε να διασώζεται εν τη ποικιλία η ενότης, κατά τον τύπον της μιας και αδιαιρέτου Τριάδος.
Συνειδητοποιούμεν, επομένως, ότι η έννοια των «εθνικών εκκλησιών» είναι ξένη προς την Ορθοδοξίαν, αφού η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με ένα έθνος συγκεκριμένον, αλλ’ απλώς διαμένει και πορεύεται εις ένα γεωγραφικόν τόπον, φανερουμένη ως το γένος των Χριστιανών. Η αρχαία άλλωστε εκκλησιαστική μας παράδοσις δεν εγνώριζεν εκφράσεις ως ελληνική ή ρωσσική ή βουλγαρική κλπ. Εκκλησία, αλλ’ ωμίλει διά την εν Κορίνθω, την εν Εφέσω, την εν Περγάμω, διά την Καθολικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν.
Εις κάθε τοπικήν εκκλησιαστικήν σύναξιν κατοπτρίζεται η ενότης του συνόλου εν τω προσώπου του επισκόπου, όστις ίσταται εις τύπον Χριστού.
Επομένως, η ενότης των κατά τόπους Εκκλησιών και η ταύτισίς των με την Καθολικήν Εκκλησίαν, πραγματοποιείται εν Χριστώ, διά μέσου του επισκόπου και της ιεραρχικής τάξεως.
Από τα πρακτικά του Διεθνούς συμποσίου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, «Το Άγιον Όρος, Χθες, σήμερα, αύριο», Μακεδονική Βιβλιοθήκη, αρ. 84, Θεσσαλονίκη 1996.