(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας
«Εν καινότητι πολιτεύεσθε»
Ο θεάνθρωπος Κύριος δεν είναι αρχή ανακαινισμού μόνον δι’ έκαστον πιστόν προσωπικώς, αλλά και διά την Εκκλησίαν του ως θεσμού.
Ό,τι δεν είναι εν Χριστώ εν τω ενί σώματι Αυτού, ανήκει εις τον παλαιόν κόσμον της φθοράς και καταδικάζεται εις θάνατον. Κάθε επέμβασις του «παλαιού κόσμου» εις την Εκκλησίαν, ασφαλώς θα έχη ως αποτέλεσμα την διαίρεσιν και την κατάργησιν, τελικώς, του σωστικού έργου της.
Ο Κύριος λέγει εν τη Αποκαλύψει ότι ιδού, «καινά ποιώ πάντα»16. Εάν εγκολποθώμεν το μήνυμα τούτο, θα ελευθερωθώμεν από τον παλαιόν τρόπον του σκέπτεσθαι και του ενεργείν εις την εκκλησιαστικήν μας ζωήν επί προσωπικού και γενικού επιπέδου.
Ούτω π.χ., η νεωτέρα αύτη πνευματική γάγγραινα εις το εκκλησιαστικόν μας σώμα, ο φυλετισμός, δηλαδή, όστις κατεδικάσθη συνοδικώς17 το 1872 εξ αφορμής του λεγομένου «Βουλγαρικού σχίσματος», δεν είναι δυνατόν να υφίσταται εις τας μεταξύ των αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών σχέσεις και να καταργή την εκκλησιολογικήν μας πίστιν.
Διά τούτο, μήπως είναι καιρός να εμβαθύνωμεν πνευματικώς, εξετάζοντες τας προσωπικάς μας ευθύνας έναντι της ενότητος της Εκκλησίας, ης πάντες τέκνα τυγχάνομεν,
Και εις το σημείον τούτο επικεντρούται η σημασία του ορθοδόξου μοναχισμού και, ειδικώτερον, του αγιορειτικού τοιούτου.
Οι μοναχοί συνήθως δεν αρέσκονται εις ομιλίας, αλλά περισσότερον επιδιώκουν την βιωματικήν εμπειρίαν των εσχάτων εν τω παρόντι διά της συμμετοχής των εις την εκκλησιαστικήν ζωήν, μαρτυρούντες ότι το πολιτεύεσθαι «εν καινότητι» 18 του Πνεύματος» δεν είναι ένας ουτοπικός οραματισμός, αλλά μία συνεχής και χαροποιός πραγματικότης, εν προφητικόν μήνυμα.
Και η ρήσις του Κυρίου, «εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει»19, εμπραγματούται διά της ασκητικής καύσεως και ολοκληρωτικής αφιερώσεως εις το Δεσποτικόν θέλημα.
Το μοναστήρι, ένθα συνέρχονται ως αετοί οι μοναχοί, εκ διαφόρων εθνών, γλωσσών, τοπικών παραδόσεων, μορφωτικών επιπέδων, κοινωνικής στάθμης κλπ., διά να βιώσουν εν ενί Σώματι, «επί το αυτό»20 την παρουσίαν του Θεού, μεταποιείται αυτομάτως εις εν διαρκές υπερώον Πεντηκοστής και εις μίαν Νέαν Ιερουσαλήμ, ταυτιζόμενον μετ’ Αυτής ταύτης της Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας,
Τοιουτοτρόπως, ημπορεί μεν το Καθολικόν να ευρίσκεται εις το κέντρον του μοναστηριακού συγκροτήματος και όλα να αρχίζουν και να τελειώνουν εις αυτό, πλήν όμως δεν σταματούν με το τέλος της κοινής ακολουθίας.
Αδιαλείπτως, ημέρας και νυκτός, οι ισάγγελοι μοναχοί εις το στασίδι των, εις το σκαμνίον της κατ’ ιδίαν εν τω κελλίω προσευχής, εις το εργαστήριον του διακονήματος, εις τον περίπατον, εις την ομιλίαν, εις την σιωπήν και τον κλαυθμόν, άδουν τω Κυρίω το καινόν άσμα. Άπασαι αι σχέσεις των γίνονται θεοφόροι, διότι είναι εσφραγισμέναι οριστικώς με την σφραγίδα του εσφαγμένου Αρνίου,
Το γεγονός τούτο κατανοήσας ακριβώς ο πατριάρχης του καθ’ ημάς αθωνικού μοναχισμού και πρώτος κοινοβιάρχης του Αγίου Όρους όσιος Αθανάσιος ο Λαυριώτης, ήδη ζων έτι συνήγαγεν υπό τας πατρικάς του διορατικάς πτέρυγας πλήθη ετερογλώσσων και αλλοεθνών μοναχών21, προσδώσας ούτω πως άπαξ διά παντός τον οικουμενικόν χαρακτήρα εις τον αγιορειτικόν μοναχισμόν, όστις όλως ιδιαιτέρως εις τας ημέρας μας στεγάζει εις τα ποικίλα καθιδρύματά του, επιποθητάς της βασιλείας του Θεού εκ του κόσμου παντός.
Ναι! είναι δυνατόν, σεβαστοί και αγαπητοί μου Σύνεδροι, και σήμερον απ’ εντεύθεν το κατοικείν επί καινότητος22 ή αδελφούς επί το αυτό23, όταν αποφασίση κάποιος να επιστραφή ολοκληρωτικώς προς Κύριον· τότε το Πνεύμα το Άγιον, το ανακαινίζον τα πάντα, «αφελεί την καρδίαν την λιθίνην εκ της σαρκός ημών και δώσει καρδίαν ετέραν, καρδίαν σαρκίνην και πνεύμα καινόν»24.
Αυτοί οι ανακαινισμένοι άνθρωποι ίστανται επί του όρους, εις τα τείχη της Νέας Ιερουσαλήμ, της Εκκλησίας, ως φύλακες εν νυκτί, κραυγάζοντες προφητικώς: Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται… εις ευφροσύνην και χαράν καρδίας.
Αρά γε οι συμπολίται μας θα ακούσουν την φωνήν των;
16 Αποκ. 21,5.
17 Μαξίμου Μητρ. Σάρδεων, Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, Θεσσαλονίκη 1989, Ανάλεκτα Βλατάδων 52, σ. 323-330.
18 Ρωμ. 6,4· 7,6.
19 Μαρκ. 9,1.
20 Πράξ. 2,1 και 44.
21 Βίος Α’ του Αγίου Αθανασίου Αθωνίτου, 158 (έκδ. J. Noret, CCSG 9, 1982, σ. 74-75).
22 Γ’ Βασ. 8,53α.
23 Ψαλμ. 132,1.
24. Πρβλ. Ιεζεκ. 11,19. 36,26.
Από τα πρακτικά του Διεθνούς συμποσίου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, «Το Άγιον Όρος, Χθες, σήμερα, αύριο», Μακεδονική Βιβλιοθήκη, αρ. 84, Θεσσαλονίκη 1996.