(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας
«Εν καινότητι πολιτεύεσθε»
Η ανθρώπινη ψυχή, φύσει στρεφομένη προς τον Θεόν, διά ποικίλων προσπαθειών και αθλημάτων επιζητεί εκ μυχίων την κοινωνίαν μετ’ Αυτού και, μάλιστα, την προσευχήν και κατ’ ιδίαν και επ’ Εκκλησίας τελουμένην. Την αγιαστικήν πορείαν του ανθρώπου, διά της ουρανίου δωρεάς της «τέχνης του προσεύχεσθαι», διδάσκει πλήθος εραστικών προσευχητών και επιποθητών του προσώπου του Κυρίου με τας αγίας αυτών συγγραφάς.
Ούτω πως, όταν θέλη ο αγωνιστής της προσευχής, στομώνεται και ατσαλώνεται. Τότε, αυτός γίνεται εν εαυτώ όλος θαύμα και γαλήνη και θάρρος και αγάπη και γλυκύτης και θυμηδία και πεποίθησις εις πάντα, αμεριμνία και χαρά, ανάπαυσις θαυμαστή Αγίου Πνεύματος, άφραστος μετοχή και καρδίας λαχτάρα.
Λέγει δε ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ότι «θαυμαζόμενον το θείον, ποθείται πλέον· ποθούμενον δε καθαίρει· καθαίρον δε, θεοειδείς απεργάζεται· τοιούτοις δε γενομένοις, ως οικείοις ήδη προσομιλεί… Οράς το θαυμαστόν της ενώσεως; Θεός γαρ, φησί, θεοίς ενούμενος»1
«θαυμαζόμενον το θείον, ποθείται πλέον· ποθούμενον δε καθαίρει· καθαίρον δε, θεοειδείς απεργάζεται· τοιούτοις δε γενομένοις, ως οικείοις ήδη προσομιλεί… Οράς το θαυμαστόν της ενώσεως; Θεός γαρ, φησί, θεοίς ενούμενος».
Ο άνθρωπος δεν ημπορεί να ζήση, εάν δεν αισθάνεται τα σημεία του Θεού, ή, ακόμη, τας δοκιμασίας και τας θλίψεις του εκλεκτού λαού του. Ο Θεός ουδέποτε περιπατεί εις τον ουρανόν ή εις την γην, παρά μόνον διά να οικειώση τον κόσμον μετ’ Αυτού εις τον αιώνα. Αυτός είναι ο Θεός ο αιώνιος, ο ων.
Οι θεηγόροι προφήται ανήγγειλαν, με κίνδυνον της αυτών ζωής, την επιστροφήν των εθνών εις τον αληθινόν Θεόν, οίτινες θα απετέλουν ένα «νέον λαόν» εις την ανακαινισμένην Ιερουσαλήμ, την Πόλιν του Θεού. «Έσται εν ταίς εσχάταις ημέραις εμφανές το όρος Κυρίου και ο οίκος του Θεού επ’ άκρων των ορέων και υψωθήσεται υπεράνω των βουνών· και ήξουσιν επ’ αυτό πάντα τα έθνη»2.
Τότε, περί τον βασιλέα Θεόν θα συγκεντρωθούν πάντες οι λαοί. Η Σιών θα ονομασθή Μήτηρ και θα ψάλλουν ομοφώνως άσμα καινόν εις τον λυτρωτήν Θεόν. Αι προφητικαί κραυγαί και η αναμονή της ελεύσεως του Μεσσίου θα ενεκαινίαζον την μεσσιανικήν εποχήν εις την ανακαινισμένην Ιερουσαλήμ.
Η αναμονή αύτη συνεδέθη με το δράμα της του λαού αποκαταστάσεως, ιδία μετά την βαβυλώνειον αιχμαλωσίαν. Είχον την ελπίδα ότι η μεσσιανική εποχή θα ήτο μία μάλλον κοινωνικοπολιτική αποκατάστασις του ταλαιπωρημένου Ισραήλ ή μία κάπως μετάστασις του κόσμου εις ένα άλλο επίπεδον υπάρξεως, πλέον πνευματικόν. Την ενδοκοσμικήν περί Μεσσίου αντίληψιν, Εβραίοι και χριστιανοί εισέτι συνεχίζουν να έχουν, αναμένοντες τον Μεσσίαν ως λύτρον πάντων των προβλημάτων του κόσμου τούτου. Αυτή η σύγχυσις των εβραϊκών μεσσιανικών προσδοκιών είχεν ως αποτέλεσμα και τον θάνατον του Κυρίου.
Ο Μεσσίας όμως, αυτός ούτος ο Βασιλεύς, ο νέος Δαυίδ, ο Ίδιος, η αναμενομένη βασιλεία, ήλθε και εθεμελίωσε την Βασιλείαν του, την Εκκλησίαν, εγκαινιασθείσαν τη επιφοιτήσει του Αγίου Πνεύματος, κατά την ημέραν της Πεντηκοστής.
Αι πύριναι γλώσσαι «εφ’ ένα έκαστον των Αποστόλων»3 αποκατέστησαν την ενότητα του ανθρωπίνου γένους, όπερ συνεχύθη εις την πυργοποιίαν της Βαβέλ, και ούτως εν Αγίω Πνεύματι «εκαινουργήθη μία συμφωνία»4, μία αρμονία, μία νέα εσχατολογική πραγματικότης.
Τότε εγεννήθη η Εκκλησία, ο νέος Ισραήλ του Θεού, «γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν» (λαός αφιερωμένος τω Θεώ)5.
Το γεγονός όμως της Πεντηκοστής δεν περιορίζεται χρονικώς, αλλά είναι μία εσχατολογική εμπειρία του πιστού, βιούντος εν τη Εκκλησία καθημερινώς την ζωήν του Χριστού. Ούτως ομιλούντες διά την Εκκλησίαν, αναφερόμεθα ως εις ένα εσχατολογικόν γεγονός, ως εις μίαν μόνιμον Πεντηκοστήν.
- Καλλίστου Καταφυγιώτου, Τα σωζόμενα περί θείας ενώσεως και βίου θεωρητικού 90, PG 147, 933D-936A· Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 38, Εις τα Θεοφάνεια 7, PG 36, 317C.
- Ησ. 2,2.
- Πράξ. 2,3.
- Εσπερινός Πεντηκοστής, δοξαστικόν αποστίχων.
- Α΄ Πέτρ. 2,9.
Από τα πρακτικά του Διεθνούς συμποσίου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, «Το Άγιον Όρος, Χθες, σήμερα, αύριο», Μακεδονική Βιβλιοθήκη, αρ. 84, Θεσσαλονίκη 1996.