Χριστιανισμός, Ιστορία και Ευθύνη: μια αναγκαία διάκριση

Η κατηγορία ότι ο χριστιανισμός ευθύνεται για βιαιότητες, καταστροφές και για τη συνολική απαξίωση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού ακούγεται συχνά και ειδικότερα όταν συνδέονται οι τρεις ιεράρχες και η πατερική παράδοση, με την αρχαιοελληνική παιδεία. Όμως, εκτός του ότι μια τέτοια κατηγορία αντιμετωπίζει την ιστορία ως ενιαίο και αδιαφοροποίητο αφήγημα, προϋποθέτει και μια σύγχυση που δεν είναι ούτε ιστορικά ούτε λογικά θεμιτή: τη σύγχυση ανάμεσα στη διδασκαλία και στις πράξεις ανθρώπων που επικαλέστηκαν τη διδασκαλία αυτή χωρίς να τη ζουν.

Ο χριστιανισμός, ως πρόταση ζωής και όχι ως πολιτικό ή στρατιωτικό σύστημα, δεν δρα ιστορικά. Δεν κατεδαφίζει, δεν πυρπολεί, δεν καταργεί θεσμούς. Δρουν άνθρωποι, πάντοτε άνθρωποι, με τις αδυναμίες, τα πάθη και τις φιλοδοξίες τους. Το να αποδίδεται στον χριστιανισμό κάθε πράξη που έγινε στο όνομά του ισοδυναμεί με το να αποδίδεται στη φιλοσοφία κάθε έγκλημα φιλοσόφου ή στη δημοκρατία κάθε πόλεμος που διεξήχθη στο όνομά της. Η ιστορία, αν θέλει να είναι τίμια, οφείλει να κάνει διακρίσεις.

Ο χριστιανισμός δεν ταυτίζεται με τον αυτοπροσδιορισμό κάποιου ως χριστιανού, όπως δεν ταυτίζεται η ιατρική με τον κακό γιατρό. Η διδασκαλία του δεν επιτρέπει τη βία, δεν δικαιολογεί την καταστροφή, δεν ανέχεται καν την κατάκριση του άλλου. Αντίστροφα, αν κάτι θα μπορούσε να της προσάψει κάποιος, δεν είναι η σκληρότητα αλλά η υπερβολική της απαίτηση: στο να ζητά από τον άνθρωπο να υπερβεί τον εγωκεντρισμό του και να θέσει όρια στη δύναμή του.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κατηγορία ότι ο χριστιανισμός υπήρξε εχθρικός προς τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό χρειάζεται επίσης προσεκτική εξέταση. Η κριτική που άσκησε δεν ήταν βίαιη ούτε μηδενιστική, αλλά φιλοσοφική και ηθική. Οι Τρεις Ιεράρχες δεν απέρριψαν την ελληνική παιδεία· αντίθετα, τη γνώριζαν σε βάθος και τη χρησιμοποίησαν. Αυτό που έκαναν ήταν, εκτός του να αναγνωρίσουν την μεθοδολογική της δύναμη, η οποία οδήγησε στην σημερινή επιστήμη, να επισημάνουν τα όριά της και τους κινδύνους μιας λογικής αποκομμένης από την ευθύνη, το μέτρο και την ιερότητα της ζωής. Η στάση τους δεν ήταν καταστροφική αλλά προειδοποιητική.

Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι πολλούς από τους κινδύνους αυτούς τους βλέπουμε σήμερα να εκδηλώνονται με τρόπο δραματικό. Ο πολιτισμός μας, έχοντας ως βάση του τον αρχαιοελληνικό, που σε διάφορες εκφάνσεις του θεοποίησε την ανθρώπινη λογική, την τεχνική αποτελεσματικότητα και την απόλαυση ως αυτοσκοπό, κατέληξε να παράγει όχι μόνο υλική αφθονία αλλά και βαθιά υπαρξιακή και βιολογική φθορά. Η δυνατότητα ολικής καταστροφής με το πάτημα ενός κουμπιού, η περιβαλλοντική υποβάθμιση, η διάχυτη υπαρξιακή κενότητα και η αποσύνθεση των κοινωνικών δεσμών δεν είναι τυχαία φαινόμενα. Είναι το αποτέλεσμα μιας προόδου χωρίς αυτοκριτική. Το να επισημαίνει κανείς αυτούς τους κινδύνους δεν είναι μισαλλοδοξία· είναι στοιχειώδης υπευθυνότητα.

Η εκτόξευση των καρκίνων σε νεαρές ηλικίες, η ραγδαία αύξηση των αναπτυξιακών διαταραχών στα παιδιά, η διάχυση των ναρκωτικών στους νέους, δεν μπορούν να ιδωθούν μόνο ως ιατρικά ή κοινωνικά φαινόμενα. Συνδέονται με έναν τρόπο ζωής που αντιμετωπίζει το σώμα ως αντικείμενο χρήσης και τη φύση ως πρώτη ύλη προς εκμετάλλευση. Τρόπο ζωής που δίδαξε, ως πρακτική η αρχαιοελληνική κοινωνία, μέσα από την δουλεία και τις αγριότητες των πολέμων.

Παράλληλα, η δηλητηρίαση του νερού, της θάλασσας και του εδάφους αποκαλύπτει μια βαθύτερη αξιακή αποτυχία: την απουσία μέτρου. Η φύση δεν νοείται πια ως κόσμος με εσωτερική τάξη και ιερότητα, αλλά ως ουδέτερος χώρος για απεριόριστη ανθρώπινη επέμβαση. Αυτή η νοοτροπία δεν γεννήθηκε στη σύγχρονη εποχή· έχει τις ρίζες της σε μια πολιτισμική παράδοση που εξύψωσε τον άνθρωπο ως μέτρο όλων των πραγμάτων – οπως ισχυρίζονταν οι Σοφιστές- χωρίς επαρκή αυτοπεριορισμό.

Ακόμη και η δημογραφική κατάρρευση των ευρωπαϊκών κοινωνιών, η υπογεννητικότητα και η αδυναμία αναπαραγωγής τους στον χρόνο, δεν είναι απλώς οικονομικά ή πολιτικά ζητήματα. Αποκαλύπτουν έναν πολιτισμό που δυσκολεύεται να επενδύσει στο μέλλον, να αναλάβει θυσία, να δει τη ζωή ως ευθύνη και όχι μόνο ως δικαίωμα. Ένας πολιτισμός κουρασμένος από τον ίδιο του τον εαυτό, που χάνει την πίστη στη συνέχεια και στο νόημα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η χριστιανική κριτική προς τον αρχαιοελληνικό τρόπο σκέψης δεν μοιάζει εκ των υστέρων εχθρική, αλλά προφητική. Δεν επεδίωξε να αφανίσει την ελληνική κληρονομιά, αλλά να της υπενθυμίσει ιδέες που υπήρχαν μέσα της: ότι η λογική χωρίς αγάπη, η γνώση χωρίς ταπείνωση και η δύναμη χωρίς μέτρο οδηγούν αναπόφευκτα σε ύβρη. Το να επισημαίνει κανείς αυτούς τους κινδύνους χωρίς βία και χωρίς επιβολή δεν είναι πολιτισμική καταστροφή· είναι πράξη ευθύνης.

Αν, λοιπόν, κάποιος επιθυμεί να ασκήσει κριτική στον χριστιανισμό, η μόνη συνεπής οδός δεν είναι να του φορτώσει τις ιστορικές αμαρτίες ανθρώπων που δεν τον έζησαν, αλλά να τον κρίνει ως αυτό που είναι: μια πρόταση ζωής εξαιρετικά απαιτητική, θεϊκή και γι’ αυτό για κάποιους ουτοπική, που αρνείται να αποδεχτεί την αυτοκαταστροφική αυτάρκεια της ανθρώπινης λογικής. Αυτό μόνο είναι, που για κάποιον χωρίς βαθιά μάτια, μπορεί να θεωρηθεί ως αδυναμία του χριστιανισμού. Όχι καταστροφές, που ο ίδιος ο χριστιανισμός ποτέ δεν έκανε.