(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αρχιμανδρίτης Ανανίας Κουστένης
Η Αγία Φιλοθέη, η Κυρά των Αθηνών
Εκφωνήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2005
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2026/02/gerontas-ananias-i-agia-filothei-vastaxe-tin-patrida-mas/
Με μεγαλύτερο ζήλο τώρα βοηθούσε τους σκλάβους Έλληνες. Και περισσότερο τις σκλαβωμένες γυναίκες. Αύξησε τα μετόχια της, τις περιοδείες της, τη μεγάλη της προσφορά στην πίστη και στο Γένος. Ακόμη και Τούρκους είχε ευλογήσει και είχε βοηθήσει, γιατί ανάμεσα σ’ αυτούς μερικοί ήταν αγαθοί και μερικοί ήταν εξισλαμισμένοι Έλληνες ορθόδοξοι.
Ενθυμείσθε οι παλαιότεροι στα Αναγνωστικά εκεί ένα ωραίο αφήγημα του Γρηγορίου Καμπούρογλους,«Γραικός, Γεννίτσαρος και Βενετσιάνος», που ανταμώθηκαν και πάλεψαν. Και στο τέλος τι κατάλαβαν; Ότι ήσαν και οι τρεις αδέλφια. Ο ένας έμεινε Γραικός, Έλληνας ορθόδοξος, ο άλλος έγινε Γεννίτσαρος και ο άλλος έγινε Βενετός. Κι ήλθαν μια στιγμή και μάλλωσαν. Και πήγαιναν να σκοτωθούν. Αλλά η θεία πρόνοια τους εφώτισε. Και αναγνωρίσθηκαν μεταξύ τους. Και αγκαλιάστηκαν εκεί στη νύχτα και κλαίγανε. Γιατί αντάμωσαν ύστερα από τόσα χρόνια.
Έτρεχε, λοιπόν, η αγία. Έτρεχε και δεν ησύχαζε – αλλά τρέχει κι ο χρόνος, βλέπω, και σε πέντε λεπτά πρέπει να σταματήσω. Έτρεχε η αγία. Και έκαμε και τι δεν έκαμε. Τα πάντα έκαμε. Τα πάντα έκαμε. Για την πίστη και το Γένος. Ήταν μεγάλος ήλιος. Λαμπρό αστέρι. Η παρηγοριά των σκλάβων Ελλήνων ορθοδόξων. Η μάνα τους. Η αδελφή τους. Η σκέπη τους. Η δασκάλα τους. Το υπόδειγμά τους.
Κι έκαμε συνάμα και θαύματα. Πήγε ένας δαιμονισμένος εκεί τσοπάνος, που δεν άφηνε κανέναν ήσυχο, κι η αγία με την προσευχή της έβγαλε το δαιμόνιο. Κι ο τσοπάνης έγινε καλόγηρος κι ευχαριστούσε την υπόλοιπη ζωή του τον Θεό και την αγία Φιλοθέη.
Φτάνομε στα 1588, θα θέλαμε να μιλάμε όλη μέρα κι όλη νύχτα για την αγία μας, κι έχομε υλικό πολύ, τρεις του μηνός, δύο προς τρεις Οκτωβρίου, καθώς γιόρταζε ο πολιούχος των Αθηνών άγιος Διονύσιος, ο Αρεοπαγίτης, η αρχαία εκείνη φωνή της εκκλησίας και της πατρίδος, πήγε στο μετόχι της, λοιπόν, στα Πατήσια, κι εκεί έκαναν αγρυπνία.
Δόξαζαν τον Θεό, και υμνολογούσαν τον άγιο και τον παρακαλούσαν να πρεσβεύει για την Αθήνα και για όλη τη Ρωμιοσύνη. Κι εκεί τη νύχτα, καθώς προχωρούσε η αγρυπνία, πέντε Τούρκοι οπλισμένοι μπήκαν ξαφνικά στην εκκλησία, αρπάζουνε την αγία, την βγάζουν έξω, την δένουν σε μια κολόνα και άρχισαν να την κτυπούν ανελέητα και αλύπητα.
Εκείνη είπε στις άλλες αδελφές, «Σταματήστε και κρυφτείτε, χανόμαστε».
Και την άκουσαν. Και κρύφτηκαν οι υπόλοιπες και οι εκκλησιαζόμενοι και γλύτωσαν. Την κτύπησαν τόσο πολύ, την έριξαν κάτω πια, γέμισε αίματα ο τόπος και πληγές το πολύαθλο και μαρτυρικό σώμα της και νόμισαν πως πέθανε.
Και την άφησαν και έφυγαν εκείνοι με μια άγρια χαρά. Με μια μεγάλη χαιρεκακία. «Πάει, τελειώσαμε απ᾿ αυτήν, θα ησυχάσομε πια». Και έφυγαν. Εκείνη, όμως, φώναζε πια από τους πόνους. Φώναξε τις αδελφές και τους υπόλοιπους. Βγήκαν. Της έδεσαν τις πληγές. Κείνη πονούσε αφόρητα. Εμαρτύρησε κυριολεκτικά.
Την πήγαν στο άλλο μετόχι, στην Καλογρέζα. Καλογρέζα σημαίνει καλογριά, είναι πάλι αγία Φιλοθέη, είχε κι άλλο μετόχι στη Φιλοθέη και πηγάδι στο Ψυχικό, για να πίνουν οι διψασμένοι και να αναψύχονται, κάνανε ψυχικό για τους γονείς της. Την πήγαν εκεί, και πέρασε αρκετές ημέρες μέσα σε φοβερούς πόνους. Υπέφερε τόσο, που ήρχοντο στιγμές που δεν άντεχε και νόμιζε πως θα έφευγε για τον Νυμφίο της Χριστό.
Έφτασε η 19η Φεβρουαρίου 1589, εξήντα εννέα ετών, και σαν αυτή την άγια μέρα η κυρά των Αθηνών, η αγία Φιλοθέη, η κυρά δασκάλα, η αντρειωμένη, παρέδωσε την υπέροχη ψυχή της στον φιλάνθρωπο Χριστό.
Στον αφέντη και Κύριο, που για το όνομά Του και για χάρη Του έκαμε τόσα μεγάλα στη σκλαβωμένη Αθήνα, στη γύρω περιοχή αλλά και σε μακρυνότερες πόλεις και χωριά. Την πήρε ο Κύριος τη νεομάρτυρα. Νεομάρτυς ήτο. Τη νεομάρτυρα αγία Του Φιλοθέη.
Την ανέβασε στον ουρανό, με τους οσίους και τους μάρτυρες. Είναι οσιομάρτυς η αγία. Δεν το ‘λεγαν όμως τότε, για να μη κάνουν τους Τούρκους και μανιάζουν. Την έλεγαν μόνο οσία μητέρα. Είναι, όμως, οσιομάρτυς. Είναι νεομάρτυς. Από τις πρώτες και υπέροχες νεομάρτυρες. Προεπορεύθη του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, των κλεφταρματωλών, των διδασκάλων του Γένους και έθνους μας, των Σουλιωτισσών, και όλων εκείνων των ηρωίδων και όλων, των περισσοτέρων μαρτύρων της Επαναστάσεως και της Τουρκοκρατίας. Προεπορεύθη. Ως αστήρ εωθινός. Και πήγε στη Θεία βασιλεία.
Οι καλόγριες την έκλαψαν, ακουγόντουσαν οι θρήνοι τους πολύ μακριά. Την έκλαψε ο λαός. Την έκλαψαν κι οι Τούρκοι, τελικά, όσοι καταλάβαιναν. Ορφάνεψαν. Πήραν το πολύαθλο και μαρτυρικό σώμα της και το φέρανε στον κεντρικό ναό του αγίου Ανδρέου, εδώ στην Πλάκα, που ‘ναι η σημερινή αρχιεπισκοπή. Μπήκε η οδός αγίας Φιλοθέης. Και το έθαψαν στο άγιο Βήμα.
Σε είκοσι μέρες μυροβόλησε ο τόπος. Άνοιξαν και είδαν να βγαίνει το μύρο από ολόκληρο το λείψανο της αγίας Φιλοθέης. Πήραν θάρρος. Πήραν δύναμη. Και η διάδοχός της συνέχισε. Συνέχισε τα έργα της αγίας. Και τρεις φορές ερημώθηκε αυτό το συγκρότημα. Και τρεις φορές ο λαός, ορθόδοξος, ελληνικός, χριστιανικός λαός, με θυσίες και με κόπους και κινδύνους το ανεκαίνισε.
Και βοήθησε τα μέγιστα αυτή η Βασιλειάς της αγίας Φιλοθέης, βοήθησε τη σκλαβωμένη μας πατρίδα, όσο λίγα ιδρύματα κι όσο λίγες περιπτώσεις. Γι’ αυτό, και για να τελειώσω, οφείλομε στην αγία Φιλοθέη πάρα, πάρα, πάρα πολλά.
Και σήμερα το λείψανό της ευρίσκεται, όπως είπαμε και στην αρχή, στον μητροπολιτικό ναό των Αθηνών. Στην αγκαλιά της Παναγίας της Ευαγγελίστριας, της οποίας υπήρξε γνησία θυγάτηρ αλλά και δώρον υπέροχον. Και τίμησε και την Παναγιά και τον Χριστό και την εκκλησία και την πατρίδα και τη γενιά της.
Όταν περνάμε από εκεί, αν μπορούμε, ας μπαίνομε μέσα. Κι αν δεν μπορούμε, ας κάνομε τον σταυρό μας. Κι ας την επικαλούμεθα. Ν᾿ αδράξει πάλι τ᾿ άρματα, ως ανδρειωμένη, και να σηκωθεί και να μας οδηγήσει και να μας εμπνεύσει. Γιατί και τώρα σκοτεινός αιών είναι, όπως και τότε, κι ακόμη χειρότερα.
Ω αγία Φιλοθέη, ικέτευε για μας τους αμαρτωλούς και κριματισμένους εις ους τα τέλη του αιώνος κατήντησαν, ικέτευε και παρακάλεσε τον Χριστό να μας βοηθήσει ακόμη μια φορά. Παρακάλεσε την Παναγία, την Υπέρμαχο Στρατηγό, να μας σκεπάσει ακόμη μια φορά. Και το παράδειγμά σου, αγία μου Φιλοθέη, είθε να εμπνεύσει πολλούς, αν όχι όλους. Μη μας αφήνεις, σε χρειαζόμαστε, σε ευχαριστούμε και σε μεγαλύνομε.
Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, «Νέφος Μαρτύρων, Λόγοι για τους νεομάρτυρες της τουρκοκρατίας» των εκδόσεων Ακτή, Λευκωσία 2007.