Το ζήτημα που ο άνθρωπος προσλαμβάνει τον κόσμο είναι ένα από αυτά που έχουν απασχολήσει περισσότερο από καθετί την Φιλοσοφία. Εδώ δεν θα κάνουμε φιλοσοφική ανάλυση, θα υπενθυμίσουμε όμως ότι ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του αιώνα του πέρασε, ο Μάρτιν Χάιντεγκερ μίλησε για τον άνθρωπο ως ένα «υποκείμενο» – στην γλώσσα του «ενθάδε-είναι»-, που δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον κόσμο. Ο άνθρωπος είναι ένα «είναι-μέσα-στον-κόσμο» και βρίσκεται πάντοτε μπλεγμένος μέσα σε μια «δραστηριότητα» (activity). Ποτέ δεν μπορεί να σταθεί «απέναντι» στον κόσμο. Ο κόσμος είναι μέρος του ορισμού του.

Τι υπάρχει πρώτα; Ο «μάστορας» που φτιάχνει την καλύβα ή τα σφυριά, τα καρφιά, οι σανίδες κ.λπ.; Όσο και αν φαίνεται παράξενο, κατά τον Χάιντεγκερ πρώτα υπάρχουν «πρό-χειρα» τα σφυριά ή τα καρφιά. Και αυτό γιατί δεν θα μπορούσαμε να φαντασθούμε κάποιον «άνθρωπο», ή μάλλον ένα «ενθάδε-είναι», να βρίσκεται κάποια στιγμή σε εντελώς ουδέτερη στάση έναντι του κόσμου και να σκέπτεται «πώς να αντιμετωπίσω τον κόσμο τώρα; Σε τι να επιδοθώ»; Για τον Καντ, οι άνθρωποι βλέπουν γιατί έχουν μάτια. Για τον Χάιντεγκερ δεν ισχύει αυτό. Το «ενθάδε-είναι» έχει μάτια γιατί πρέπει να βλέπει, καθώς αποτελεί μια «ανοικτότητα», ορίζεται εξ υπαρχής ως εκ-στατικό φαινόμενο: είναι από τη φύση του, αν θα μπορούσαμε να πούμε κάτι τέτοιο (γιατί ο φιλόσοφος δεν παραδέχεται ότι υπάρχει «φύση» του ανθρώπου) ένα «άνοιγμα» προς τα έξω. Είναι θα λέγαμε, αντίθετα από ό,τι πίστευε ο Καντ, ένα «ον-εν-τω-γίγνεσθαι». Και παράλληλα είναι και «χρόνος»: ο Καντ πίστευε ότι ο άνθρωπος μπορεί και βιώνει έναν αντικειμενικό χρόνο, αντιθέτως ο Χάιντεγκερ θεωρεί ότι δεν μπορώ στην πραγματικότητα και πρωτογενώς να «μετρήσω» τον χρόνο. «Υφίσταμαι» τον χρόνο, όπως μια έγκυος δεν μπορεί να δει την εγκυμοσύνη της ως ένα γεγονός που βιώνει εξωτερικά και αντικειμενικά. Βιώνει, «υφίσταται» την εγκυμοσύνη της.
Πρόκειται, όσο και αν δεν φαίνεται με μια πρώτη ματια, για μια μηδενιστική, αντιχριστιανική φιλοσοφία. Δεν θεωρείται πρώτιστη η σχέση με τον Θεό, αλλά ακριβώς το «είναι-μέσα-στον-κόσμο». Ο Θεός θεωρείται και Αυτός ότι υπάγεται στο «Είναι», που τον ξεπερνά. Εφόσον ο Θεός υπάρχει, «είναι», άρα είναι ένα Ον ανάμεσα στα άλλα. Και μάλιστα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια προνομία του ανθρώπου έναντι του Θεού! Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που είναι ικανό να βιώνει το νόημα του «Είναι». Ο Θεός υποβιβάζεται.
***************
Πολλά έχουν ειπωθεί και έχουν γραφτεί από τους θεολόγους για να αντιμετωπίσουν τον Χάιντεγκερ. Εδώ θα θέλαμε να δείξουμε ότι υπάρχει μια έννοια εντός της Εκκλησίας, και συγκεκριμένα του μοναχισμού, που αναδεικνύει το βαθύτερο πνεύμα του Ευαγγελίου. Πρόκειται για την έννοια της μοναχικής «ξενιτείας», την οποία ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ορίζει ως «την εκούσια απομάκρυνση από όλα όσα μας συνδέουν με τον κόσμο, με σκοπό την πλήρη αφοσίωση στον Θεό». Ας δούμε τους βασικούς πυλώνες αυτής της έννοιας.
Εν πρώτοις, «ξενιτεία» σημαίνει αποκοπή από το οικείο περιβάλλον (πατρίδα, σπίτι, ανέσεις), πράγμα που γίνεται για να σπάσουν οι δεσμοί της υλικής ασφάλειας. Ο Χάιντεγκερ όμως λέγει ότι οπωσδήποτε το «ενθάδε-είναι» είναι κάπου «ερριμμένο» μέσα στον κόσμο, όπου αισθάνεται άνετα. Βλέπουμε λοιπόν την μοναχική «ξενιτεία» να συνιστά ένα ξεπέρασμα, μια υπέρβαση του κόσμου- που έχει σίγουρα εσχατολογικό περιεχόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο μοναχός δεν ζει πουθενά, ωστόσο εκεί που βρίσκεται δεν νιώθει «δεμένος» με τον κόσμο. Σαν τον Πατριάρχη Αβραάμ, που του είπε ο Θεός «έξελθε εκ της γης της συγγενείας σου και δεύρο εις την γην ην αν σοι δείξω», έτσι και ο μοναχός, χωρίς στην πραγματικότητα να μισεί ή να καταφρονεί την ύλη, καταδεικνύει ότι η αληθινή πατρίδα μας υπάρχει στον ουρανό. Ο κόσμος είναι ένα δώρο του Θεού στον άνθρωπο- αλλά πρωτεύει η σχέση με τον Θεό, ο οποίος δεν υπάγεται, αλλά υπερβαίνει το Είναι. Ο Θεός είναι υπερ-ούσιος.
Περαιτέρω, ένα δεύτερο στοιχείο που ορίζει την ξενιτεία είναι η αποδέσμευση από την «συγγένεια»: το Γεροντικό αναφέρει περιπτώσεις μοναχών που έκαναν δεκαετίες να δουν τους συγγενείς τους και, όταν τους δόθηκε η ευκαιρία να το κάνουν, αυτοί το αρνήθηκαν. Και αυτό δεν αφορά τα παλαιά χρόνια, αλλά και την σύγχρονη μοναχική ιστορία. Με αυτόν τον τρόπο ο μοναχός αποφεύγει να εκπέσει σε ό,τι ο Χάιντεγκερ ορίζει «σχέση με τους ‘πολλούς’». Για τον Χάιντεγκερ, στην ουσία το λεγόμενο «συνείναι», η συνύπαρξη δηλαδή για τους άλλους, είναι εξ ορισμού εκπεσμένο στην σχέση με τους ‘πολλούς’, που σημαίνει αυτό που ο Καβάφης ακριβώς εννοεί με τον στίχο «μην την εξευτελίζεις (την ζωή σου) με τες πολλές συνάφειες και ομιλίες». Ο μοναχικός θεσμός της ξενιτείας μάς δίνει ακριβώς να καταλάβουμε ότι υπάρχει σχέση με τον άλλον που υπερβαίνει την βιολογία, ότι μέσω ακριβώς της «υπακοής», για την οποία εδώ δεν μπορούμε να πούμε πολλά πράγματα, επέρχεται το ζητούμενο, η «αυθεντικότητα» για τον άλλον.
*************
Και τελειώνουμε με τον μαθητή του Χάιντεγκερ Levinas, ο οποίος, με υπόβαθρο την ιουδαϊκή παράδοση και στην προσπάθειά του να την μεταστοιχειώσει σε φιλοσοφική σκέψη, μιλά για τον «άλλον», που εμφανίζεται στον ορίζοντα του υποκειμένου, κραυγάζοντας «ιδού εγώ, μη με φονεύσεις». Πρόκειται για μια θετική συμβολή του Λεβινάς, ωστόσο διά του θεσμού της μοναχικής ξενιτείας ο μοναχός ζει μια «Ξένη» ζωή: ζει ως ξένος και παρεπίδημος στον κόσμο αυτό, καθώς αληθινή πατρίδα του είναι η Βασιλεία των Ουρανών, οπότε και η ζωή σε αυτόν τον κόσμο θεωρείται μια προσωρινή διαμονή σε ξένο τόπο. Όντας πια «ξένος», ο χριστιανός- γιατί στην πραγματικότητα αυτά όλα αφορούν κάθε χριστιανό- στην ουσία δίνει την ζωή του στον όποιον «άλλον» εμφανίζεται στον λεγόμενο «φαινομενολογικό» ορίζοντα, καθώς είναι το πιο ανυπεράσπιστο ον. Είναι ακόμα ικανό, όπως ο Απόστολος Παύλος, να λέγει ότι «προτιμώ να γίνω κατάρα εγώ, για να γίνετε εσείς ευλογία».
************
Τελειώνουμε εδώ, σημειώνοντας ότι ο πλούτος της πατερικής μας παράδοσης είναι τεράστιος και οφείλουμε να εμπλουτίσουμε την σκέψη μας με αυτόν.