Ιερομόναχος (νυν Άγιος) Τύχων Καψαλιώτης (1884-1968)

Ο κατά κόσμον Τιμόθεος Γολεγκώφ γεννήθηκε στη Ρωσία το 1884. Προσήλθε στο Άγιον Όρος το 1909. Εκάρη μοναχός στα Καρούλια το 1912. Χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος στο Κελλί του Αγίου Νικολάου – Μπουραζέρη. Αγαπώντας πολύ τήν ησυχία και την προσευχή έγινε ασκητής της νότιας Καψάλας, ο τρισχαριτωμένος Γέροντας του Σταυρονικητιανού Ιερού Κελλίου του Τιμίου Σταυρού. Σανίδια είχε για κρεβάτι και μπαλωμένα τριμμένα ράσα για σκεπάσματα. Τα σπασμένα του ελληνικά τον έκαναν, αλήθεια, πιο χαριτωμένο: «Κάθε πρωί ο Θεός ευλογεί όλο κόσμο με ένα χέρι. Βλέπει ταπεινό! Ευλογεί με δυο χέρια. Πα, πα. Ταπεινό άνθρωπο, αξίζει πιο πολύ απ’ όλο κόσμο»! «Γιόμισε κόλασις παρθένοι υπερήφανοι, όταν εγώ παρθένο μόνο, πάει κόλαση». «Άλλοι λέει εγώ παρθένος, παρθένος. Μα κόλαση γεμάτη παρθένος πού “εγώ” έχουν. Άμα εγώ ταπεινός και λέω ελέησόν με ό Θεός, τότε Κύριος πιάνει με από χέρι και λέει Κύριος: “Έλα, παιδί μου, εδώ μέσα παράδεισο». «Η κόλαση είναι στρωμένη “θα” … Όλοι αυτοί πού δεν βάζουν ποτέ αρχή. Έρχεται και ο θάνατος, πού αρχίζει από “θα” και μένουν με τα σχέδια …».

Το λιτό φαγητό του μετριόταν σε λίγες μπουκιές, Σε κάποιον πού του πήγαινε κανένα ψαράκι τού’λεγε: «Χρυσό στεφάνι δώσει Θεός εσένα, παιδί μου». Αγαπούσε τη μελέτη. Επέμενε στη μελέτη των έργων των αγίων πατέρων: «Όταν διαβάσει, νους καθαρίσει». “Ήταν διακριτικός και ταπεινός: «Όχι πολλή δουλειά οι μοναχοί. Κοσμικοί αυτό. Φαραώ πολλή δουλειά έλεγε Εβραίους, να ξεχνάτε Θεό. Συ μοναχός, δουλειά μια ώρα, στοπ. Ευλογητός ο Θεός! Κύριε ελέησον! Προσευχή κάνει. Μετά δουλειά. Σε μια ώρα πάλι, ευλογητός ό Θεός!». «Ερημίτης δεν πάει πολύ γιατρό. Πάει όμως. Υπακοή κάνει γιατρό». Απέκτησε πλούσια χαρίσματα από τον Θεό. Αγάπησε πολύ τον Θεό και τον αγάπησε κι Εκείνος: διάκριση, διόραση, προόραση, φιλία με τ’ αγρίμια του βουνού. Ερχόταν μια αλεπού και του καθάριζε το κελλί από τα ποντίκια. Όταν του έλεγαν να πάρει μια γάτα, έλεγε: «Όχι γάτα. Έχω εγώ άλλο γάτα, μιάμιση γάτα μεγάλο έρχεται. Άνθρωπο δε φοβάται. Τρώει ποντίκια, μετά φεύγει, πάει λάκκο μέσα στο δάσος».

Μόνη του ανάπαυση και χαρά σε αυτή τη ζωή η θεία Λειτουργία. Εκεί ώρες, εκστατικός, προγευόταν την αιώνια χαρά της Βασιλείας των Ουρανών. Συλλειτουργούσε με αγγέλους ο μακάριος και δεν ήθελε κόσμο καθόλου στο εκκλησάκι του. Έβγαζε στον διάδρομο και τον ψάλτη του. Έλεγε: «Εγώ λειτουργήσει, αρχάγγελος εδώ, Σεραφείμ εκεί, φύλακα άγγελος πιο εκεί. Πω, πω, πω, παπά-Τύχωνας λειτουργεί! Όχι παραγυιό, γρήγορα-γρήγορα χερουβικό τελειώσει. Νους πάει Αγία Τριάδα…». Συχνά έλεγε: «Εάν ο Θεός ελεήσει, εγώ λειτουργήσει επάνω». «Πάντα λέει δόξα σοι ό Θεός. Όχι μόνο στα καλά, αυτό κόσμος λέει, όχι μοναχός. Και στα κακά Δόξα σοι ο Θεός. Λέει αυτό και άγιος Γιάννης Χρυσόστομος. Πω, πω, πω μεγάλος άγιος!…». Στον ουρανό «Χριστός εκεί λειτουργήσει πρώτος, δεύτερος Χρυσόστομος, τρίτος Γρηγόριος, τέταρτος εγώ λειτουργήσει…». Έλεγε επίσης: «Αγία Πνεύματα (Άγιον Πνεύμα) βοηθήστε με … Λέω γιατί αυτό νοικοκύρη. Χριστός αυτό άφησε νοικοκύρη. Γι’ αυτό λέει παπάς, όταν λειτουργήσει, “Βασιλεύ ουράνιε Παράκλητε …”. Με την προσευχή έρχεται μέσα στην καρδιά Χριστός και όπου Χριστός όλη Αγία Τριάδα, παιδί μου. Πω, πω, πω, όπου Χριστός εκεί Πατέρας και Άγιον Πνεύμα». «Αγάπη αιώνιοι…

Πω, πω, πω, αιώνια αγάπη». Η αγάπη του Θεού, έλεγε, και έκλαιγε… Με τις φούχτες έχυνε τα δάκρυά του στο ξύλο του τιμίου σταυρού πού τό’χε μουλιάσει και τό’χε “φάει”. Φυλάγεται σήμερα στον νάρθηκα τής μονής Ιβήρων με τα σημάδια των δακρυρροών του.

Πριν τελειωθεί κάλεσε τον ηγούμενο της μονής Βασίλειο και αφού τον συνεχάρη και του έδωσε την ευχή του για την ευόδωση του νέου κοινοβίου, του αποκάλυψε ότι μετά τρεις ημέρες απέρχεται του μάται¬ου και πρόσκαιρου αυτού κόσμου και του εξέφρασε την επιθυμία, πού και μέχρι σήμερα τηρείται, να μη του κάνουν εκταφή.

Φίλος όλων, των δακρύων, του θανάτου. Μόνος του είχε ανοίξει τον τάφο του. Έλεγε στον φίλο του ασκητή: «Να έτσι ρίξει χώμα». «Πεθαίνει παπά-Τύχων; Σιωπή! Κάνει κομποσχοίνι. Μετά λες: Παπά-Τύχων πέθανε». «Μην ανοίξετε. Άγιο Όρος ανοίγει. Καλός, όχι καλός παπά- Τύχων. Θεός Δευτέρα Παρουσία πει καλός – όχι καλός». Είχε ετοιμάσει και τα γράμματα πού θά ’στελναν μετά τον θάνατό του: «Φίλος παπά- Τύχων απέθανε ημέρα … Παρακαλώ διάβασε μια ευχή».

 

Πηγές – Βιβλιογραφία:
Φιλοαθωνίτου, Ο παπά-Τύχων, Αθήνα 1981. Αγαθάγγελου Καλαφάτη ιερομ., Οι αναμνήσεις μου από τον παπα-Τύχωνα Άγιον Όρος 1982.
Παϊσίου Αγιορείτου μοναχού, Αγιορείται Πατέρες και Άγιορείτικα, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1994, σσ. 15-40.
Πηγή: 
Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό Εναρέτων Αγιορειτών του Εικοστού Αιώνος, Τόμος Β΄ 1956-1983, σελ. 805-809, Eκδόσεις «Μυγδονία, Έκδοσις Α΄, Σεπτέμβριος 2011.