«Νέον Οἰκηματάριον», ἤτοι Οἱ Εἴκοσι-τέσσαρες Οἶκοι τῆς Θεοτόκου, μελοποιηθέντες ὑπὸ τοῦ ἐξ Αἴνου Ἱερέως Συμεὼν Ἀ. Μανασσείδου»

Ο Σύλλογος Ιεροψαλτών της Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως εξέδωσε πρόσφατα (2025) ένα ιδιαίτερο μουσικό βιβλίο βυζαντινής μουσικής. Πρόκειται για το «Νέον Οικηματάριον» του αιδεσιμολογιώτατου και μουσικολογιώτατου ιερέα π. Συμεών Μανασσείδη[1], άξιου τέκνου της θρακικής γης, με καταγωγή από τη μητέρα πατρίδα της Αλεξανδρούπολης, την ιστορική και πολυύμνητη Αίνο. Το βιβλίο αυτό έρχεται να προστεθεί ως πέμπτο στα τέσσερα μουσικά βιβλία που ήδη κυκλοφορούν από τον δραστήριο Σύλλογο[2], και αφορούν σε αδημοσίευτα έργα του σπουδαίου Πρωτοψάλτου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Γεωργίου Ραιδεστηνού του Β΄ (1833-1889).

         Η δακτυλογράφηση των μουσικών κειμένων και η εν γένει επιμέλεια της καλαίσθητης έκδοσης του Νέου Οικηματαρίου πραγματοποιήθηκε από τον κ. Γεώργιο Δροσάκη, Πρωτοψάλτη του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Νικολάου και Πρόεδρο του Συλλόγου Ιεροψαλτών της Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως. Τη διόρθωση των μουσικών κειμένων ανέλαβε ο κ. Αναστάσιος Λιόγας, τη Φιλολογική επιμέλεια ο γράφων, την ηλεκτρονική επιμέλεια ο κ. Χρήστος Παπαναστασίου και την καλλιτεχνική επιμέλεια η κ. Μαρία Τρομπούκη. Ευγενής χορηγός της έκδοσης ήταν ο κ. Σπυρίδων Παπασούλης. Το χειρόγραφο του Νέου Οικηματαρίου του π. Συμεών διασώθηκε θεία οικονομία και βρίσκεται τεθησαυρισμένο στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής.

         Το βιβλίο του π. Συμεών φέρει τον τίτλο «Νέον Οικηματάριον» και εμπεριέχει μελοποιημένους στους οκτώ ήχους τους εικοσιτέσσερις Οίκους του Ακαθίστου Ύμνου, καθώς και τα εγκώμια των ήχων της Παρακλητικής. Πρόκειται για αδημοσίευτα μελοποιημένα μαθήματα του Αινίτη παπα-Συμεών, τα αποδεικνύουν την λογιοσύνη και το αστείρευτο μουσικό τάλαντό του. Αν και το μουσικό κείμενο του Νέου Οικηματαρίου γράφηκε σε διάφορες περιόδους και τόπους, ωστόσο, το συνολικό κείμενο εκδόθηκε το 1921.

         Στο Προλογικό Σημείωμα της σύγχρονης έκδοσης (σ. ε΄- ς΄)[3], ο φιλόκαλος και φιλόμουσος Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως κ. Άνθιμος, επικαλούμενος τις επιστημονικές θέσεις του άρθρου «Ἡ ἀρχαία Μουσικὴ τοῦ ἈκαθίστουὝμνου» του αειμνήστου Μητροπολίτη Σερβίων και Κοζάνης κυρού Διονυσίου Ψαριανού, εκφράζει τον προβληματισμό του για το ύφος και το ήθος της σημερινής βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής στην Εκκλησία της Πατρίδος μας, «προκειμένου», όπως σημειώνει, «η μουσική τής Λατρείας μας να έχει μέλλον». Ακολουθεί το Προλογικό Σημείωμα του εκδότη (σ. ζ΄), όπου ο κ. Δροσάκης δίνει κάποια βιογραφικά στοιχεία για τον π. Συμεών Μανασσείδη, πληροφορίες για το πώς περιήλθε το μουσικό χειρόγραφό του στα χέρια του Συλλόγου, καθώς και ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις σχετικές με το συγγραφικό και το μουσικό ύφος του Αινίτη ιερέα.

         Αρχικά, προηγείται το δίχορον «Τῇ ὑπερμάχῳ» (σ. 1-2). Εν συνεχεία από τον Οίκο α΄ έως τον ις΄, κάθε δύο Οίκοι αντιστοιχίζονται κατά τη διάταξη των κυρίων και των πλαγίων ήχων. Ακολούθως, από τον ιζ΄ Οίκο έως τον κδ΄ οι οκτώ Οίκοι μελοποιήθηκαν κατ’ αντιστοιχίαν με τους οκτώ ήχους (σ. 2-88). Μετά τους Οίκους, ακολουθεί η μελοποίηση του καθίσματος «Τὴν ὡραιότητα», σύντομον και στιχηραρικόν (σ. 89-91) και έτερον θεοτοκίον «Δέσποινα πρόσδεξαι» (σ. 91-92). Στο Παράρτημα σταχυολογήθηκαν μελοποιημένα κατά τον ήχο τους τα εγκώμια των οκτώ ήχων της Παρακλητικής (σ. 94-103). Έπειτα αναφέρονται οι Τόμοι που απαρτίζουν τη Μουσική Βιβλιοθήκη του πολυγραφότατου ιερέως, μελοποιημένοι από τον ίδιο (σ. 104). Τέλος, η σύγχρονη έκδοση κλείνει με τα Περιεχόμενα (σ. 105-106) και έναν Κατάλογο των φιλομούσων συνδρομητών (σ. 107-112).

         Το χειρόγραφο έχει γραφεί με ιδιαίτερη επιμέλεια και σχολαστικότητα, γεγονός που αποδεικνύει το καλλιγραφικό τάλαντο του δημιουργού. Το μουσικό κείμενο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι χωρισμένο σε τετράσημα μέτρα. Στο τέλος κάθε γραμμής ο π. Συμεών, με έναν πρωτότυπο τρόπο, βοηθά τον ψαλμωδό στην εκτέλεση του μαθήματος: σημειώνει τον φθόγγο στον οποίο βρίσκεται το μέλος με την αναγραφή ενός μικρού γράμματος (κατ’ αναλογίαν με τις μαρτυρίες). Αν σε εκείνο το σημείο αλλάζει το σύστημα ή υπάρχει παραχορδή, με την χρήση διαχωριστικής γραμμής υποδεικνύει τον φθόγγο που παραλλάσσεται και τον αντίστοιχο στον οποίο πραγματικά βρίσκεται το μάθημα. Αυτός ο ευρηματικός τρόπος αποδεικνύει ότι ο ιερεύς ήταν σπουδαίος διδάσκαλος.

         Οι παρεμβάσεις του επιμελητή στο μουσικό και το ποιητικό κείμενο είναι ελάχιστες. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η γραφή του ολίγου με κεντήματα από επάνω, όπου ο Μανασσείδης τοποθετεί αντικένωμα ως ποιοτικό σημείο κάτω από το ολίγον. Ωστόσο, ο επιμελητής αντικατέστησε το αντικένωμα με ψηφιστό, όπως δηλαδή επικράτησε αυτός ο τρόπος γραφής σε όλες τις έντυπες εκδόσεις βιβλίων βυζαντινής μουσικής.

         Επιπλέον, στον 13ο Οίκο, έλειπε από το χειρόγραφο του παπα-Συμεών η φράση «χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ’ οὗ σκέπονται πολλοί», το ποιητικό κείμενο του οποίου συμπληρώθηκε από τον επιμελητή, ενώ για την μελοποίησή του χρησιμοποιήθηκε αυτούσιο το αντίστοιχο του πρώτου ημιστιχίου «Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί».

         Ο π. Συμεών δεν ξανάγραψε τις μελοποιημένες επωδούς στους Οίκους ιζ΄ – κγ΄, αλλά παρέπεμπε στις ομόηχες επωδούς των Οίκων α΄- ιε΄. Ωστόσο, για πρακτικούς λόγους, ο επιμελητής πρόσθεσε τις αντίστοιχες ήδη μελοποιημένες επωδούς των Οίκων, προκειμένου ο μελετητής ή ο ιεροψάλτης να μην αναγκάζεται να ανατρέχει στην σελίδα που παρέπεμπε ο π. Συμεών. Συν τοις άλλοις, εντοπίζονται διαφοροποιήσεις σε λέξεις ή φράσεις των ποιητικών κειμένων των εγκωμίων των οκτώ ήχων, οι οποίες προφανώς οφείλονταν στη συγκεκριμένη έκδοση της Παρακλητικής που είχε στα χέρια του ο π. Συμεών. Ο εκδότης εν γνώσει του διατήρησε τις διαφοροποιήσεις αυτές των ποιητικών κειμένων, αλλά με υποσημείωση στις αντίστοιχες λέξεις ή φράσεις παραδίδει  το κείμενο της Οκτωήχου που είναι εν χρήσει σήμερα. Τέλος, για λόγους καλαισθησίας και ομοιομορφίας με τις τέσσερις προηγούμενες εκδόσεις του Συλλόγου, ο επιμελητής προτίμησε την χρήση κόκκινου χρώματος για τα γοργά και τις μαρτυρίες, ενώ στο πρωτότυπο ο π. Συμεών έχει καταγράψει τα πάντα μόνο με μαύρο μελάνι.

         Ο λόγος που ο π. Συμεών τιτλοφορεί το πόνημά του ως «Νέον» Οικηματάριον είναι η ύπαρξη παλαιότερων μελοποιημένων Οικηματαρίων. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν το λεγόμενο «πολυώνυμον», γνωστό από πολλά αρχαία χειρόγραφα, όπου βρίσκονται συγκεντρωμένοι Οίκοι διαφόρων μελοποιών, το Οικηματάριον του Ιωάννου Κλαδά (ca. 1400), του Αναστασίου Ραψανιώτη (18ος αι.), καθώς και η αδημοσίευτη έκδοση του Χουρμουζίου (ca. 1770 – 1840). Το γεγονός είναι ενδεικτικό της ευρείας μουσικής παιδείας του π. Συμεών, ο οποίος γνώριζε την ύπαρξη των παλαιών Οικηματαρίων, και μάλιστα σε μία εποχή που ήταν πολύ δύσκολη η διάδοσή τους. Ωστόσο, η καινοτομία του π. Συμεών είναι ότι μελοποίησε το Οικηματάριόν του απευθείας στη Νέα Μέθοδο της μουσικής σημειογραφίας, η οποία ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, με ευθύνη των τριών διδασκάλων Χρυσάνθου εκ Μαδύτων (ca. 1770-1846), Γρηγορίου του Πρωτοψάλτου (1777-1822) και Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος (ca. 1770 – 1840), αντικατέστησε την δύσκολη σημειογραφία των προηγούμενων αιώνων.

         Είναι χαρακτηριστικό ότι ο π. Συμεών Μανασσείδης έχει αργοσύντομες θέσεις με ιδιάζουσες αναλύσεις και πρωτότυπα μελικά σχήματα, τα οποία αποτυπώνουν το δικό του ιδιαίτερο μουσικό ύφος. Ωστόσο, η μικρότερη έκταση των μαθημάτων, σε σχέση με τις παλαιότερες ογκώδεις μελοποιήσεις, επιτρέπει την επιλεκτική ψαλμώδησή τους στις καθημερινές ακολουθίες του Αποδείπνου ή του Ακαθίστου Ύμνου. Για αυτό και προτρέπει τους μουσικούς ιερείς, ιεροδιακόνους, μοναχούς και κάθε ευσεβή ιεροψάλτη και μουσικολόγο να ψάλλουν «καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν πρὸ τοῦ δείπνου δύω Οἴκους πρὸς χάριν καὶ αἶνον τῆς Θεοτόκου, οὔσης μεσιτρίας ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, ἵνα Αὐτὴν ἔχῃ πάντοτε προστάτριαν ἐν τῷ βίῳ αὐτοῦ». Η παρότρυνση αυτή του ευσεβούς ιερέως είναι στην πραγματικότητα ένας μικρός προσευχητικός και ψαλμικός κύκλος, αφού, αν ακολουθεί κατά γράμμα στις καθ’ ημέραν ακολουθίες, τότε η ψαλμώδηση από τον α΄ έως τον ις΄ Οίκο απαιτεί οκτώ ημέρες, ενώ από τον ιζ΄ έως τον κδ΄ άλλες τέσσερις. Επομένως, για να ολοκληρωθεί ο προτεινόμενος από τον ιερέα κύκλος, απαιτούνται δώδεκα ημέρες.

         Σύντομες πληροφορίες για το Νέον Οικηματάριον και έμμεσα βιογραφικά στοιχεία για τον ίδιο εξάγονται από τη δεύτερη σελίδα του πρωτότυπου χειρογράφου του[4]:

1921

ΕΙΔΗΣΙΣ

Ἀπὸ τοῦ πρώτου Οἴκου μέχρι καὶ τοῦ Ἑβδόμου ἐμέλισα ἐν Χατζηγηρίῳ κώμῃ παρὰ τὴν Κεσσάνην τῆς Θράκης κατὰ τὸ 1875. Οἱ δὲ ἐφεξῆς ἐμελίσθησαν μετὰ 19 ἔτη τῷ 1894. Τὸ εἱρμολογικὸν «Τήν ὡραιότητα» ἐν Χατζηγηρίῳ 1883. Τὸ στιχηραρικὸν ἐν Μπεγεντί-κιόϊ, κώμῃ παρὰ τῷ Χατζηγηρίῳ 18 Mαρτίου 1894. Ἐν τούτῳ ἐχρημάτισα ἐπὶ ἓν ἔτος διδάσκαλος, ἐν δὲ τῷ Χατζηγηρίῳ 17 ἔτη, ἐν ᾧ ἐμέλισα καὶ τὰ πλείονα τῶν ποιημάτων μου.

 

Σ.Α. Μανασσείδης

 

         Βάσει των ισχνών αυτοβιογραφικών πληροφοριών που καταγράφει ο ίδιος στις σελίδες του Νέου Οικηματαρίου του, αλλά και αξιοποιώντας έμμεσα στοιχεία από δημοσιευμένα αυτοτελή έργα και άρθρα του θα επιχειρήσουμε να ανασυνθέσουμε, αλλού με αρκετή βεβαιότητα και αλλού με πολλές υποθέσεις, ένα μικρό βιογραφικό για τον π. Συμεών.

         Ο λόγιος ιερεύς καταγόταν από την ιστορική θρακική Αίνο. Με δεδομένο τα διάφορα παρατιθέμενα από αυτόν έτη στις σημειώσεις των έργων του, η γέννηση του πρέπει να τοποθετηθεί γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα. Αν και αναφέρει το αρκτικόγραμμα του πατρωνύμου του (Α.), είναι δύσκολο να υποτεθεί το ακριβές όνομα του πατέρα του, λόγω του πλήθους των ανδρικών ονομάτων που αρχίζουν από Α. Βάσει του επωνύμου του υποθέτω ότι ο παππούς του ή κάποιος πρόγονός του έφερε το παλαιοδιαθηκικό όνομα του βασιλέως «Μανασσή». Από το όνομά του προήλθε το πατρωνυμικό «Μανασσείδης», δηλαδή ο γιος ή ο απόγονος του Μανασσή, μία ευρέως διαδεδομένη συνήθεια που απαντάται ήδη στην Αρχαία Ελλάδα (π.χ. Ατρέας > Ατρείδης), αλλά και σε επώνυμα κυρίως από τις περιοχές του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Η ακμή του ως ιερέα, διδασκάλου και μουσικού φαίνεται ότι ήταν το τελευταίο τέταρτο του 19ου και το πρώτο του 20ού αιώνα. Εκτός των ελληνικών γραμμάτων, δίδαξε την Ψαλτική Τέχνη σε ιερωμένους και λαϊκούς όλων των ηλικιών, καταλείποντας μάλιστα στις επόμενες γενιές ένα αξιόλογο μελοποιητικό έργο.

         Δυστυχώς, στα σποραδικά σημειώματά του δεν παρέχει πληροφορίες για την οικογενειακή του κατάσταση. Προφανώς ήταν έγγαμος, αφού στο Νέον Οικηματάριόν του αναφέρεται ως ιερεύς και όχι ως ιερομόναχος. Επιπλέον, με βάση ένα δημοσιευμένο έργο στην Σμύρνη το 1912 εικάζω ότι είχε τουλάχιστον δύο κόρες, οι οποίες κατέγραψαν ποικίλα σμυρνέικα τραγούδια[5]. Διακόνησε ως διδάσκαλος σε διάφορα χωριά της επαρχίας Κεσσάνης στην Ανατολική Θράκη: μεταξύ των ετών 1875-1894 υπηρέτησε ως διδάσκαλος συνολικά για 17 έτη στο Χατζηγήριο (σ.σ. Χατζηγύρι, σημ. Hacıköy, κοντά στα Ύψαλα), όπου και μελοποίησε τον μεγαλύτερο όγκο των έργων του. Ακολούθως, το 1894-1895 υπηρέτησε για ένα έτος στο Μπεγεντί-κιόϊ (σημ. Beğendik), χωριό κοντά στην Κεσσάνη. Φαίνεται όμως ότι το 1894 διέμενε μόνιμα ή για μεγάλα διαστήματα στην πατρίδα του, την Αίνο, αφού αναφέρει ότι εκεί μελοποίησε τα εγκώμια των οκτώ ήχων[6] . Εξάλλου, η γειτνίαση των δύο αστικών κέντρων, Αίνου και Κεσσάνης, είναι λογικό ότι επέτρεπε την διαμονή και τις συχνές επισκέψεις του ιερέως-διδασκάλου στην πατρίδα του. Το επόμενο έτος (1895) ο π. Συμεών αναφέρεται μεταξύ των μελών του εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου[7].

         Στις αρχές του 20ού αιώνα βρίσκουμε τον π. Συμεών ως εφημέριο στον ναό της Παναγίας Κοσμοσώτειρας Φερών Έβρου[8]. Στην τότε «ετοιμόρροπη εκκλησία», στις 4 Φεβρουαρίου 1902, ο ιερεύς ετέλεσε την κηδεία του εικοσιοκτάχρονου Αγοραστού Δ. Λέλεκα εκ Φερών και ο ίδιος εξεφώνησε ένα δικό του ελεγείον, ένα συγκινητικό παράπονο κατά της μοίρας[9], αποδεικνύοντας εκτός των άλλων και το ποιητικό τάλαντό του. Τα επόμενα έτη ο ιερεύς μετακινήθηκε στην περιοχή της Σμύρνης. Ωστόσο, δεν είναι ξεκάθαρο αν η μετακίνησή του στην Σμύρνη οφειλόταν σε προσωπική του επιλογή ή στάλθηκε σε χωριά της περιοχής ως ιερεύς και διδάσκαλος με εντολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ελληνικής Διοίκησης.

         Οι δραματικές εξελίξεις στην Τουρκία με την επικράτηση του Κινήματος των Νεότουρκων (1909), τις αφόρητες πιέσεις και την σταδιακή εξουθένωση κάθε ελληνικού στοιχείου που κατέληξαν στην τελική υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών (1922) και τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), βρήκαν τον π. Συμεών να διαμένει στην περιοχή της Σμύρνης. Μάλιστα, κατά την απελευθέρωση της περιοχής της Μαγνησίας Μικράς Ασίας από 5ο ελληνικό Σύνταγμα Πεζικού και το Πυροβολικό (12 Μαΐου 1919) και την εγκαθίδρυση του Σώματος Στρατού Σμύρνης (Ιανουάριος – Ιούνιος 1920) ο παπα-Συμεών σημειώνει ρητά ότι βρισκόταν στο Φίλιο της Μαγνησίας (Φεβρουάριος 1920), ενώ το επόμενο έτος (1921) στην Νιόβη (Χαμζά-Μπεϊλή) της Μαγνησίας[10]. Ωστόσο, μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την περιοχή της Μαγνησίας, ο λόγιος ιερέας, όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες κάτοικοι της περιοχής, βίωσαν με τον πιο τραγικό τρόπο τα δραματικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής: οι περισσότεροι αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους[11], άλλοι εκδιώχθηκαν και άλλοι φονεύτηκαν. Θεία οικονομία όμως ο π. Συμεών υπήρξε πιθανότατα μεταξύ των διασωθέντων και η συγγραφική του προσπάθεια συνεχίστηκε και τα επόμενα έτη στην Αθήνα, αφού κατά τα έτη 1934-1936 συμπεριλήφθηκαν στο «Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού» και άλλες δημοσιεύσεις του[12], πιθανότατα οι τελευταίες. Ωστόσο, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι οι εν λόγω λαογραφικές μελέτες δεν δημοσιεύτηκαν από τον ίδιο, αλλά ότι πρόκειται για αναδημοσιεύσεις παλαιότερων έργων του από κάποιον τρίτο.

         Φαίνεται ότι ο πολυγραφότατος και πολυσχιδής ιερεύς δαπάνησε ατελείωτες ώρες για την καταγραφή εκκλησιαστικών ύμνων με βυζαντινή παρασημαντική, αλλά και για την εκπόνηση ποικίλων χρήσιμων εγχειριδίων για τους ιερείς, τους ιεροψάλτες και τους μαθητές της εκκλησιαστικής μουσικής, τα οποία είναι άγνωστο αν και πού σώζονται σήμερα. Είναι ενδιαφέρον ότι η καταγραφή των πονημάτων που συγκροτούσαν τη μουσική βιβλιοθήκη του καταγράφηκαν το 1921, μόλις έναν χρόνο πριν την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Εκτός από το χειρόγραφο του Νέου Οικηματαρίου, το οποίο φυλάσσεται στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής, σώζεται και η Εκλογή Μουσικών Ποιημάτων, που βρίσκεται στην Πατριαρχική Βιβλιοθήκη, ενώ ένα ακόμη γνωστό έργο του δημοσιεύτηκε στο Παράρτημα της Φόρμιγγος[13]. Πρόκειται για τη σύνθεσή του «Μακάριος Ἀνήρ», σε γ΄ ήχο. Στο ίδιο Παράρτημα, δημοσιεύτηκαν από τη Συλλογή του π. Συμεών Μανασσείδη έξι δημώδη άσματα μεταγεγραμμένα σε βυζαντινή σημειογραφία[14].

         Ο πολυγραφότατος και άοκνος ιερεύς και διδάσκαλος καταπιάστηκε και με τη συγγραφή πλήθους γλωσσικών και εκπαιδευτικών μελετών και άρθρων, προφανώς για τη διδασκαλία των μαθητών του. Γνωστά αυτοτελή έργα του είναι η Ποικίλη γλωσσικὴ ὕλη (1880), η Μυθολογία τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων (1881 και 1883), τα Ἕτερα ζῶντα μνημεῖα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ γλώσσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (Αἶνος 1882), τα Ζῶντα μνημεῖα (1884), η Νεοελληνικὴ μυθολογία (1885), η Ποικίλη γλωσσικὴ ὕλη (1886), η Ποικίλη γλωσσικὴ ὕλη καὶ ζῶντα μνημεῖα (1887), η Ποικίλη γλωσσικὴ ὕλη (1888), η Ποικίλη γλωσσικὴ ὕλη (1890), η Γλωσσικὴ ὕλη (1896), η Δημώδης γλωσσικὴ ὕλη συλλεγεῖσα ἐξ Αἴνου (1906) και η Συλλογὴ ζώντων μνημείων τοῦ Ἑλληνισμοῦ (1917). Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μία εποχή που δεν κυκλοφορούσαν ευρέως επίσημα σχολικά εγχειρίδια, ο π. Συμεών προβαίνει στην συγγραφή χρήσιμων βοηθημάτων, προσφέροντας γενναιόδωρα τη γνώση του στους μαθητές του. Επιπλέον, στη Φόρμιγγα δημοσιεύτηκε και ένα ενδιαφέρον χρονογράφημα του πολυγραφότατου ιερέως υπό τον τίτλο «Ἀνάγκη τὸν ποιητὴν μουσικὸν εἶναι καὶ τὸν μουσικὸν ποιητήν», για το οποίο, ωστόσο, ο Κ. Ψάχος σχολίασε ότι είναι «Σύγχυσις ἀργοῦ καὶ συντόμου μέλους, ἐξ ἀμαθείας»[15]. Άλλα άρθρα σε περιοδικά ποικίλης ύλης είναι η «Συλλογὴ κυρίων ὀνομάτων τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων Θρᾴκης (Εκ του Λεξιγραφικού Αρχείου Μανασσείδου, διδασκάλου)»[16], το «Ἑορτολόγιο καὶ ὀνόματα μηνῶν Σουφλίου καὶ Ἀδριανουπόλεως»[17], τα «Δημώδη ᾄσματα Αἴνου»[18], τα «Λαογραφικὰ Αἴνου»[19], η «Διάλεκτος Αἴνου, Ἴμβρου καὶ Τενέδου, λεξιλόγια, ᾄσματα, ἔθιμα καὶ μαγγανεῖαι, παιδιαί»[20] και η «Ποικίλη ὕλη (γλωσσικὴ-λαογραφική) συλλεχθεῖσα ἐξ Αἴνου, Ἴμβρου καὶ τῶν περιχώρων»[21]. Είναι λογικό ότι η συγγραφή των παραπάνω λαογραφικών και γλωσσικών πονημάτων απαιτούσε προσωπικές επισκέψεις, διεξοδικές έρευνες, προγραμματισμένες συναντήσεις με διάφορα πρόσωπα στους αναφερόμενους τόπους (Αίνος, Αδριανούπολη, Σουφλί, Ίμβρος, Τένεδος κ.ά.), αλλά και έξοδα, κάτι που αποδεικνύει ότι ο λόγιος ιερεύς δεν εφείσθη, κόπων, χρημάτων και χρόνου για τη συλλογή του υλικού και την περαιτέρω δημοσίευση και διάσωσή του. Πιθανότατα, κληρονόμησε το συγγραφικό του τάλαντο από τον (επίσης διδάσκαλο;) πατέρα του Α. Μανασσείδη, γνωστά έργα του οποίου είναι η Συλλογὴ ζώντων μνημείων (1880) και η Γλωσσικὴ ὕλη (1894)[22].

         Στις 23 Απριλίου 1921 ο π. Συμεών πληροφορεί ότι συγκροτούσαν τη μουσική βιβλιοθήκη του συνολικά είκοσι πολυσέλιδοι χειρόγραφοι τόμοι, εν συνόλω 7.240 σελίδων[23]. Ο αριθμός των σελίδων των χειρογράφων είναι πραγματικά εντυπωσιακός και αποδεικνύει την άοκνη χείρα του και το αστείρευτο μουσικό τάλαντο του ιερέως. Οι τόμοι του παπα-Συμεών ήταν οι εξής:

  1. Εγχειρίδιον της Εκκλησιαστικής Μουσικής διά μαθητάς εκ σελίδων (σ. 595).
  2. Αναστασιματάριον διπλοῦν (σ. 626).
  3. Μουσική Ανθολογία τρίτομος (σ. 708).
  4. Μουσικόν Μηνολόγιον 4/τευχον (σ. 1360)
  5. Μουσικόν Τριώδιον (σ. 408)
  6. Μουσικόν Πεντηκοστάριον (σ. 390)
  7. Ο Ακάθιστος Ὕμνος μετά τῶν κδ΄ Οἴκων μετά μέλους (Οἰκηματάριον) (σ. 118)
  8. Το Ψαλτήριον Δαβίδ μετά τῶν 9 ᾠδῶν (σ. 1064)
  9. Μουσικόν Πυξίον περιέχον τά ψαλτά τῶν διαφόρων Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί Μυστηρίων (σ. 497)
  10. Ιεροψάλτης, διά πρωτοπείρους Ἱεροψάλτας (σ. 194)
  11. Νέας Ἀκολουθίας Ἁγίων τινῶν (σ. 169)
  12. Πένθιμος Μοῦσα, ἤτοι Πολυέλεοι ἐννέα (σ. 159)
  13. Ι. Ἀκολουθία τῆς Ἀλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως (σ. 96)
  14. Μηνιαῖα προσόμοια Ἑορτῶν καί Ἁγίων (σ. 126)
  15. Ακολουθία τῶν Ἐγκαινίων πλήρης (σ. 218)
  16. Ασματολόγιον ἐξωτερικόν (σ. 300)
  17. Ιστορία τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς σύντ. διά μαθητάς (σ. 156)
  18. Εκλογή Μουσικών Ποιημάτων (Πατριαρχική Βιβλιοθήκη).
  19. Δύο ακόμη άγνωστοι τόμοι.

Ενδιαφέρουσα είναι η σημείωση κάτω από την απαρίθμηση των μουσικών τόμων του[24]:

Ἔστω δὲ γνωστὸν καὶ τὸ ἑξῆς.

Μελοποιήσας τὸ Ἀναστασιματάριον καὶ τὸ Μηνολόγιον ἀπέστειλα αὐτὰ διὰ φίλου πρὸς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὸν Φιλολογικὸν Σύλλογον, ὁ δὲ φίλος αὐτὸς ἐπώλησεν, αὐτὸς μόνος καὶ ὁ Κύριος οἴδεν, εἰς τίνα. Ἀλλ΄ αὐτὸς ὁ τὶς δὲν δύναται νὰ οἰκειοποιηθῇ αὐτὰ ὡς ποιήματα αὑτοῦ, διότι τὰ παρ’ ἐμοὶ λείψανα ἐκείνων μετὰ τῆς χρονολογίας αὐτῶν καταχωρηθέντα ἐν τοῖς ἐκ δευτέρου μελοποιηθεῖσι μαρτυροῦσι τίς ἐστι ὁ μελοποιὸς αὐτῶν.

Σ.Α. Μανασείδης

ἐν Νιὸβῃ (Χαμζά-Μπεϊλῆ) Μαγνησίας

τὴν 23 Ἀπριλίου 1921

         Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο π. Συμεών δώρισε στην Βιβλιοθήκη του Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως δύο ογκώδη μελοποιημένα έργα του: το Αναστασιματάριον και το Μηνολόγιόν του. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει για τα έργα του, το Αναστασιματάριόν του ήταν διπλό και αποτελείτο από 626 σελίδες, ενώ το Μηνολόγιον του ήταν τετράτομο και αποτελείτο από 1360 σελίδες. Η δωρεά των βιβλίων πραγματοποιήθηκε μέσω κάποιου φίλου του, ο οποίος όμως δεν τα παρέδωσε ως όφειλε στον Σύλλογο, αλλά τα πώλησε σε κάποιον άγνωστο. Πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτός ο άγνωστος ήταν γνώστης της εκκλησιαστικής μουσικής και αναγνώρισε αμέσως την αξία και την σπουδαιότητα των μουσικών χειρογράφων του ιερέως. Ωστόσο, στα λόγια του π. Συμεών γίνεται φανερό ότι δεν ανησυχεί για το χρηματικό ύψος του συμπεφωνημένου αντιτίμου που κοστολογήθηκαν και πωλήθηκαν τα έργα του, για αυτό άλλωστε και δεν το αναφέρει, ούτε επιδιώκει να λάβει μέρος του ποσού, αλλά μήπως αυτός ο άγνωστος αγοραστής οικειοποιηθεί τα πονήματά του. Με άλλα λόγια, σε μία εποχή που ήταν πολύ δύσκολο να εξασφαλίσει το copyright των έργων του και προκειμένου να προλάβει τις εξελίξεις, σπεύδει με την παρούσα αποστροφή του να πληροφορήσει ότι βρίσκονται στην κατοχή του αντίγραφα των μουσικών κειμένων του με την χρονολογία καταχώρησής τους, τα οποία μαρτυρούν τον δημιουργό των έργων, προκειμένου να αποτρέψει την οικειοποίησή τους από κάποιον τρίτο.

         Επιπλέον, όπως σημειώνει στη δεύτερη σελίδα του χειρογράφου του, πρόθεσή του ήταν να δωρίσει και το Νέον Οικηματάριον στον Ελληνικό Μουσικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως («Δωρεῖται τῷ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησιαστικῷ Μουσικῷ Συλλόγῳ»)[25]. Είναι λογικό ότι η δωρεά των παραπάνω χειρογράφων στους Ελληνικούς Συλλόγους της Κωνσταντινούπολης είχε σκοπό να τα διασώσει από την λήθη των μελλοντικών γενιών, να εξασφαλίσει την πατρότητά τους, και να τους καταστήσει κτήμα ες αεί απάντων των μουσικοφίλων. Πιθανότατα, η δωρεά στον Εκκλησιαστικό Μουσικό Σύλλογο της Κωνσταντινούπολης διέσωσε το πολύτιμο χειρόγραφο του π. Συμεών, το οποίο μεταφέρθηκε αργότερα στην Αθήνα. Ωστόσο, υπάρχει και η περίπτωση να το μετέφερε ο ίδιος κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών από την Σμύρνη στην Αθήνα. Όποια και αν είναι η αλήθεια και από όπου και αν κατέφθασε το χειρόγραφο στην πρωτεύουσα, το σημαντικότερο είναι η διάσωση του σπουδαίου αυτού και μοναδικού μουσικού έργου.

         Τέλος, ο ταπεινός λευίτης κατέγραψε και κάποιες ψυχοφελείς παραινέσεις για τους γνώστες της εκκλησιαστικής μουσικής, ιερείς, ιεροδιακόνους, μοναχούς και ευσεβείς ιεροψάλτες και μουσικολόγους στο τέλος των μελοποιημένων μαθημάτων του. Στις παραινέσεις αυτές διαφαίνεται η ευγένειά του, η λογιοσύνη του, αλλά και η βαθιά ευλάβεια και η πνευματικότητά του, οι οποίες τον ώθησαν να μελοποιήσει τους εικοσιτέσσερις Οίκους του Ακαθίστου ΄Υμνου. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι, εκτός από καλλικέλαδος ιερεύς, ήταν και άριστος γνώστης του εκκλησιαστικού τυπικού, αφού προσπάθησε να εντάξει την ψαλμώδηση των μελοποιημένων Οίκων στην Τυπική Διάταξη των καθημερινών ακολουθιών[26]:

Γνώμη θεοφιλής

 

Καλὸν ἅμα καὶ ψυχοφελὲς ἐστὶ τὸν μουσικὸν Ἱερέα, τὸν Ἱεροδιάκονον, τὸν Μοναχὸν καὶ πάντα εὐσεβῆ Ἱεροψάλτην καὶ Μουσικολόγον τὸ ψάλλειν καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν πρὸ τοῦ δείπνου δύω Οἴκους πρὸς χάριν καὶ αἶνον τῆς Θεοτόκου, οὔσης μεσιτρίας ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, ἵνα Αὐτὴν ἔχῃ πάντοτε προστάτριαν ἐν τῷ βίῳ αὐτοῦ.

 

Ἡ διάταξις ἔστω οὑτωσί.

 

Μετὰ τὸ «Εὐλογητός», «Δόξα σοι ὁ Θεός…», «Βασιλεῦ οὐράνιε…». Τὸ τρισάγιον. Τὸ Ἀπολυτίκιον τῆς τυχούσης ἑορτῆς· τὸ τῆς Θεοτόκου «Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν…». Τὸ σύντομον «Τὸ προσταχθέν…», τὸ σύντομον «Τῇ ὑπερμάχῳ…»· μεθ’ ὃ δύω οἴκους. Εἶτα «Τῇ ὑπερμάχῳ…»· Τὸ τρισάγιον. Τὰ αὐτὰ Ἀπολυτίκια καὶ Ἀπόλυσις. Πρὸ δέ τοῦ «Δι’ εὐχῶν», «Τὴν ὡραιότητα» καὶ τὸ «Δι’ εὐχῶν».

Ὁ δὲ Ἱεροδιάκονος, Μοναχὸς καὶ ὁ Ἱεροψάλτης ἄρχεται διά τοῦ «Δι’ εὐχῶν», «Βασιλεῦ οὐράνιε…» κ.ο.κ. καὶ ἀπόλυσις μόνον διὰ τοῦ «Δι’ εὐχῶν». Πρὸ δὲ τούτου «Τὴν ὡραιότητα».

         Καθώς τα γνωστά στοιχεία για την εκκλησιαστική μουσική παράδοση της Αίνου είναι ελάχιστα, το Νέον Οικηματάριον του Αινίτη ιερέως Συμεών Μανασσείδη αποτελεί έναν πραγματικό θησαυρό για την τοπική Μητρόπολη Αλεξανδρουπόλεως, για όλους τους Αινίτες και εν γένει τους φιλόμουσους Θρακιώτες ιερωμένους και λαϊκούς, αλλά και τους απανταχού μύστες της εκκλησιαστικής μουσικής παράδοσης της πατρίδας μας. Είναι βέβαιο ότι συμπυκνώνει σε μεγάλο βαθμό τη βαθιά γνώση, τη θεωρία και την εμπειρία της μακραίωνης εκκλησιαστικής μουσικής παράδοσης, όπως αυτή έγινε προσπάθεια να διασωθεί και να καταγραφεί από τους μεγάλους δασκάλους κατά τη διάρκεια των προηγούμενων αιώνων. Η μελέτη των μουσικών θέσεων και αναλύσεων του Νέου Οικηματαρίου του π. Συμεών Μανασσείδη είναι φανερό ότι κατατάσσει τον ιερέα μεταξύ των μεγάλων διδασκάλων της εκκλησιαστικής μουσικής. Ταυτόχρονα, το εν λόγω έργο αποτελεί έναν σημαντικό κρίκο για την προσέγγιση της εν πολλοίς άγνωστης μουσικής και ψαλτικής παράδοσης της Αίνου και της ευρύτερης περιοχής της, η οποία χρήζει περαιτέρω μελέτης.

         Είναι ενδιαφέρον ότι αρκετοί, άγνωστοι κυρίως, φιλόμουσοι Θρακιώτες ιερείς και ιεροψάλτες αναφέρονται στους καταλόγους των συνδρομητών που καταχωρίστηκαν στο τέλος των μουσικών βιβλίων του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Όλοι αυτοί φαίνεται ότι ενστερνίστηκαν το ύφος των μαθημάτων της πατριαρχικής παράδοσης, την οποία διδάχθηκαν γενναιόδωρα από τους μεγάλους διδασκάλους της Πόλης και τους μαθητές τους. Σε αυτό συνετέλεσε η  γειτνίαση της Θράκης με την Κωνσταντινούπολη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι σπουδές που πραγματοποίησαν οι πολλοί από αυτούς στις Ελληνικές Σχολές της Βασιλεύουσας και της Αδριανούπολης, καθώς και η σχέση τους με τους κατά τόπους Ελληνικούς Φιλεκπαιδευτικούς και Μουσικούς Συλλόγους.

         Πλήθος ιερωμένων και ιεροψαλτών, οι οποίοι χάθηκαν βίαια από τις ωμότητες των Τούρκων στις χαμένες πατρίδες, πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών, αναφέρονται στη «Μαύρη Βίβλο τῶν διωγμῶν καὶ τῶν μαρτυρίων τοῦ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ»[27], η οποία συντάχθηκε από την «Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ ὑπὲρ τῶν Μετατοπισθέντων Ἑλληνικῶν Πληθυσμῶν», με πρόεδρο έναν δικό μας άνθρωπο, τον λόγιο και πεφωτισμένο Μητροπολίτη Αίνου Ιωακείμ Γεωργιάδη (1876-1927). Δυστυχώς, είναι βέβαιο ότι μαζί με τους ανθρώπους, τις κατά τόπους εκκλησιές, τα σχολεία, τις βιβλιοθήκες και τα διάφορα άλλα κτήρια και κειμήλια, χάθηκαν για πάντα και πολύτιμα χειρόγραφα, μουσικά και αγνώστου περιεχομένου, τα οποία αφανίστηκαν από την τουρκική λαίλαπα και απωθήθηκαν ανεπιστρεπτί στην λήθη και την ανυπαρξία. Μόνον ο Θεός γνωρίζει τι περιείχαν!

         Παρόλο που δεν υπάρχουν σαφείς αναφορές, ούτε καν ενδείξεις, ότι Αινίτες ιεροψάλτες ή Ανατολικοθρακιώτες διακόνησαν τα ιερά αναλόγια της Αλεξανδρούπολης, οι οποίοι κατέφθασαν στην νεοσύστατη πόλη από τις πατρογονικές τους εστίες πριν και μετά την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών (1922) και την Συνθήκη της Λωζάννης (1923), ωστόσο, καθώς φαίνεται, η ψαλτική αυτή παράδοση των χαμένων πατρίδων μεταλαμπαδεύτηκε χάριτι Θεού στην Αλεξανδρούπολη και συνεχίζεται αδιάκοπα μέχρι τις μέρες μας. Για αυτό και στην σημερινή συναυλία, εκτός από τα μαθήματα του Αινίτη π. Συμεών Μανασσείδη, θα ψαλούν από τις χορωδίες Ιεροψαλτών της Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως και Βυζαντινού Χορού Καβάλας και άλλοι μελοποιημένοι ύμνοι από σύγχρονους Θρακιώτες διδασκάλους, οι οποίοι διακόνησαν και διακονούν τα ιερά αναλόγια της πόλης μας. Τα μαθήματά τους αποδεικνύουν περίτρανα ότι είναι γνήσια τέκνα των παλαιών Θρακιωτών μουσικοδιδασκάλων και διατηρούν άθραυστη την μακραίωνη αλυσίδα της θρακικής ψαλτικής παράδοσης.

         Με τις ευλογίες του Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθίμου, αλλά και με τις φιλότιμες προσπάθειες του δραστήριου Συλλόγου Ιεροψαλτών της Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως, το πολύτιμο πόνημα του Αινίτη ιερέως Συμεών Μανασσείδη προσφέρεται απλόχερα στους απανταχού ιεροψάλτες και μύστες της Εκκλησιαστικής Μουσικής, εις μνημόσυνον αιώνιον του Αινίτη ιερέως και εις ανάδειξιν του ύφους και του ήθους της καθ’ ημάς βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής. Συγχαίροντας την παρούσα εκδοτική προσπάθεια του Συλλόγου Ιεροψαλτών Αλεξανδρουπόλεως και προσωπικά τον Πρόεδρο του κ. Γεώργιο Δροσάκη, ευχόμαστε το βιβλίο του Αινίτη ιερέα Συμεών Μανασσείδη να είναι η απαρχή για την ανάδειξη και άλλων, άγνωστων ή γνωστών, εντόπιων διδασκάλων και μουσουργών, οι οποίοι είναι βέβαιο ότι αποτελούν τη συνέχεια της μουσικής και ψαλτικής παράδοσης της Αίνου και της Ανατολικής Θράκης στην Αλεξανδρούπολη.

Αλεξανδρούπολη, 25.01.2026

[1] Σύλλογος Ιεροψαλτών Αλεξανδρουπόλεως, Συμεὼν Ἱερέως Μανασσείδου «Νέον Οἰκηματάριον», ἤτοι Οἱ Εἴκοσι-τέσσαρες Οἶκοι τῆς Θεοτόκου, μελοποιηθέντες ὑπὸ τοῦ ἐξ Αἴνου Ἱερέως Συμεὼν Ἀ. Μανασσείδου, Αλεξανδρούπολη 2025. Το πρωτότυπο χειρόγραφο του Αινίτη ιερέως βρίσκεται διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο  της Μουσικής Βιβλιοθήκης «Λίλιαν Βουδούρη». Βλ.  https://repository.mmb.org.gr/digma/handle/123456789/60119 (Τελευταία πρόσβαση: 18/01/2026).

[2] Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ, Τριώδιον (2018)· Θεία Λειτουργία (2019)· Θεωρητικόν (2023)· Συλλογή τοῦ Ὄρθρου (2023).

[3] Οι σελίδες που αναφέρονται στην παρούσα βιβλιοπαρουσίαση αφορούν στη σύγχρονη έκδοση του έργου.

[4] Βλ. σ. ια΄ στη σύγχρονη έκδοση.

[5] Μανασσείδου ἀδελφαὶ, Τὰ ἐθνικὰ διαμάντια, ἤτοι συλλογὴ δημοτικῶν διστίχων καὶ πολυστίχων, Σμύρνη 1912, βλ. https://stephanus.tlg.uci.edu/ilne/bibliography.html (Τελευταία πρόσβαση: 18/01/2026).

[6] Σ.Α. Μανασσείδης, Νέον Οικηματάριον, ό.π., σ. ια΄.

[7] Α. Χατζόπουλος, «Θράκες Μουσικοί τοῦ 19ου αἰ.», Ενδοχώρα 45 (1996), σ. 64.

[8] Βλ. σχετικά «Κατάλογος συνδρομητών» στο: Γ. Πρωγάκης, Μουσική Συλλογή, τ. Γ΄, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1909, σ. 563.

[9] Η κηδεία δημοσιεύθηκε στην καθημερινή εφημερίδα Κωνσταντινούπολις της 13 Φεβρουαρίου 1902. Και από αυτή τη θέση ευχαριστώ τον Πρόεδρο του Λαογραφικού Μουσείου Φερών κ. Νικόλαο Γκότση για τη χρήσιμη πληροφορία και την αποστολή του σχετικού αποκόμματος της εφημερίδος.

[10] Σ.Α. Μανασσείδης, Νέον Οικηματάριον, ό.π., σ. ια΄.

[11] Χ. Βουτσά, Ιστορία των Μητροπόλεων Εφέσου και Ανέων (17ος – 20ός αι.), μεταπτ. διπλ. εργασία, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 194.

[12] Βλ. Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού 1 (1934) 218-22-224, όπου ο Μανασσείδης συμπεριλαμβάνει και υλικό που συγκεντρώθηκε από τον σπουδαίο Σουφλιώτη ιατροφιλόσοφο Κωνσταντίνο Γ. Κουρτίδη· Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού 3 (1936) 31-84.

[13] Μουσικὸν παράρτημα τῆς μουσικῆς ἐφημερίδος «Φόρμιγξ», περιέχον ἐκλεκτὰ μουσικὰ μαθήματα ἑσπερινοῦ, ὄρθρου καὶ λειτουργίας, τῶν δοκιμωτέρων ἀρχαίων τε καὶ νεωτέρων μουσικοδιδασκάλων, ἔτι δὲ καὶ δημώδη ἄσματα, ἐκδίδοται ἐπιμελείᾳ Ἰωάννου Θ. Τσώκλη, περίοδος Β΄, ἔτος Δ΄, χ.χ., σ. 81-93.

[14] «Ἓξ ἐκ τῆς Συλλογῆς Δημοτικῶν Μελῶν καὶ Ἀσμάτων, Συμεὼν Ἀ. Μανασσείδου, Ἱερέως ἐξ Αἴνου», βλ. Μουσικὸν παράρτημα τῆς μουσικῆς ἐφημερίδος «Φόρμιγξ», περιέχον ἐκλεκτὰ μουσικὰ μαθήματα ἑσπερινοῦ, ὄρθρου καὶ λειτουργίας, τῶν δοκιμωτέρων ἀρχαίων τε καὶ νεωτέρων μουσικοδιδασκάλων, ἔτι δὲ καὶ δημώδη ἄσματα, ἐκδίδοται ἐπιμελείᾳ Ἰωάννου Θ. Τσώκλη, περίοδος Β΄, ἔτος Δ΄, χ.χ., σ. 75-80. Βλ. και A. G. Chaldæakes – S. Loupas – Evangelia A. Chaldæaki, « Uses of the New Method of the Byzantine Notation, Historico-Musicological Testimonies from K. A. Psachos’s Archive», Επιστήμης Μέτρον Λόγος / Epistēmēs Metron Logos 5 (2021), σ. Π44, Π48, Π49, Π53, Π59.

[15] Σ. Α. Μανασσείδης, «Χρονογράφημα. Ἀνάγκη τὸν ποιητὴν μουσικὸν εἶναι καὶ τὸν μουσικὸν ποιητήν», Φόρμιγξ, περ. Β΄, έτ. Ε΄, αρ. 15-16, (Αθήνα 15-30 Νοεμβρίου 1909), σ. 1-2. Βλ. και Ε. Α. Χαλδαιάκη, Ο Κ. Α. Ψάχος και η συμβολή του στην καταγραφή και μελέτη ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, διπλωματική εργασία, Αθήνα 2017, σ. 111.

[16] Βλ. Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού 1 (1934) 218-221.

[17] Βλ. Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού 1 (1934) 223-224.

[18] Βλ. Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού 3 (1936) 31-73.

[19] Βλ. Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού 3 (1936) 74-84.

[20] Βλ. Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως 8 (1874), σ. 526- 579.

[21] Βλ. Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως 9-10 (1875), σ. 335-372.

[22] Βλ. σχετικά, https://stephanus.tlg.uci.edu/ilne/bibliography.html (Τελευταία πρόσβαση: 18/01/2026).

[23] Σ.Α. Μανασσείδης, Νέον Οικηματάριον, ό.π., σ. 104.

[24] Ό.π.

[25] Σ.Α. Μανασσείδης, Νέον Οικηματάριον, ό.π., σ. ια΄ (σύγχρονη έκδοση).

[26] Σ.Α. Μανασσείδης, Νέον Οικηματάριον, ό.π., σ. 92.

[27] Οικουμενικόν Πατριαρχείον, Μαύρη Βίβλος τῶν διωγμῶν καὶ τῶν μαρτυρίων τοῦ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ (1914-1918), Εν Κωνσταντινουπόλει 1919.