(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Ο μεν μιαρός και άσπλαχνος τύραννος, λοιπόν, σχεδίαζε πράγματα κενά και μάταια, ο δε πάνσοφος γιατρός και Βασιλιάς πολυεύσπλαγχνος φρόντισε για τη θεραπεία της δούλης του. Και ακούστε πώς:
Καθώς η Αγία κοιτόταν έτσι παρατημένη και πληγωμένη μέσα στο σκοτεινό δεσμωτήριο, την ώρα του μεσονυκτίου ήρθε ένα φως ανέκφραστο και εξαίσιο. Τότε, οι θύρες της φυλακής ανοίχτηκαν από θεϊκή παρέμβαση και οι φύλακες έφυγαν έντρομοι.
Τότε η Αγία βλέπει έναν ιεροπρεπή και σεβάσμιο γέροντα, ο οποίος κρατούσε στα χέρια του ένα σκεύος γεμάτο ιατρικά βότανα. Μπροστά από αυτόν προπορευόταν ένας ωραίος νέος κρατώντας μια λαμπάδα με δυνατό φως.
Αυτοί ήταν ο Άγιος Απόστολος Πέτρος και ο Άγγελος φύλακας της ψυχής της· η Αγία όμως δεν τους αναγνώρισε.
Τότε ήρθαν και κάποιοι καλοί συμπολίτες της και γνωστοί της άνθρωποι και τη συμβούλευαν να φύγει για να μη θανατωθεί άδικα.
Η Αγία όμως τους αποκρίθηκε: «Μη γένοιτο να εγκαταλείψω τον αγώνα και το στεφάνι του Μαρτυρίου, και να γίνω επιπλέον η αιτία να τιμωρηθούν οι φύλακες».
Τότε της λέει ο Απόστολος: «Γι’ αυτόν τον σκοπό ήρθα, θυγατέρα μου, για να γιατρέψω τα πληγωμένα σου μέλη».
Η Αγία του είπε: «Ποιος είσαι εσύ που μεριμνάς για την υγεία μου; Εγώ ποτέ δεν θέλησα να κάνω καμία σωματική θεραπεία· επομένως είναι απρεπές να πράξω τώρα, που βρίσκομαι κοντά στον θάνατο, εκείνο που δεν έπραξα ποτέ».
Τότε ο μακάριος Πέτρος, θέλοντας να φανεί ακόμα περισσότερο η προθυμία της προς το Μαρτύριο, της λέει: «Μη ντρέπεσαι, θυγατέρα μου, και άφησέ με να σε γιατρέψω, διότι είμαι δούλος του Δεσπότη Χριστού και από αγάπη για Εκείνον ήρθα να σου κάνω αυτή τη χάρη».
Η Αγία αποκρίθηκε: «Εγώ δεν έχω κανέναν λόγο να ντραπώ καθόλου άνθρωπο του κόσμου, και μάλιστα εσένα που είσαι γέροντας. Οι σάρκες μου είναι τόσο καταξεσχισμένες, ώστε πιστεύω ότι δεν είναι δυνατόν κανείς να σκανδαλιστεί μαζί μου γι’ αυτό. Κύριέ μου, σε ευχαριστώ πολύ για την καλοσύνη αυτή που θέλησες με τη θέλησή σου να μου κάνεις, χωρίς εγώ να τη ζητήσω».
Ο Άγιος τη ρώτησε πάλι: «Γιατί, λοιπόν, δεν θέλεις να σε γιατρέψω;».
Εκείνη του είπε: «Διότι έχω τον Δεσπότη μου Ιησού Χριστό, ο οποίος μόνο με το θέλημά Του κυβερνά όλο τον κόσμο και με τον λόγο Του θεραπεύει κάθε αθεράπευτη ασθένεια και ανίατη νόσο. Εάν, λοιπόν, είναι αρεστό σε Εκείνον και η θεραπεία του δικού μου σώματος είναι προς το συμφέρον μου, θα μου τη δώσει η Χάρη Του μόνο με έναν λόγο ή ένα ελάχιστο νεύμα».
Ακούγοντας αυτά ο Άγιος και αφού χαμογέλασε λίγο, της είπε: «Μάθε, θυγατέρα μου, ότι εγώ είμαι ο Απόστολος Πέτρος και ιδού, θεραπεύτηκες με τη Χάρη του Χριστού».
Και μόλις είπε αυτά, ο μεν Απόστολος του Κυρίου έγινε άφαντος, η δε Αγία βρέθηκε υγιής, με όλα της τα μέλη ανανεωμένα, χωρίς να έχει ούτε το παραμικρό σημάδι από τις πληγές.
Τότε έπεσε στη γη και προσευχόταν με ευχαριστία προς τον Κύριο λέγοντας: «Ευλογητός ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, που μέσω του Αποστόλου Σου Πέτρου θεράπευσες το στήθος μου και τα υπόλοιπα τραυματισμένα μέλη του σώματός μου».
Η Αγία Αγάθη τιμάται στις 5 Φεβρουαρίου.
Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Φεβρουάριος, τόμος 2ος.