(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Άλλοτε πάλιν, κατά μίαν των συνάξεων, προσήλθε κάποιος προς τον μακάριον Αυξέντιον [Όσιος Αυξέντιος εν τω όρει] και εζήτει ιμάτιον διά να ενδυθή, διότι ήτο γυμνός.
Τούτο δε το έκαμεν όχι από ανέχειαν, αλλά μάλλον από απληστίαν, διότι, ενώ είχε, προσεποιείτο τον μη έχοντα.
Τότε εκείνος του είπεν· «Αδελφέ, εάν μου δώση ο Θεός, θα σου δώσω και εγώ, διότι εκτός από αυτό που φορώ, δεν έχω τίποτε άλλο».
Αυτά δε είπε, διότι συνήθιζε να μοιράζη εις τους πτωχούς ό,τι και αν είχε, μένων ο ίδιος με ένα μόνον ένδυμα πάντοτε.
Επειδή όμως ο άνθρωπος εκείνος εξηκολούθησε να ζητή επιμόνως ένδυμα, ο ευλογημένος Αυξέντιος, αφού έβγαλε εκείνο το οποίον εφόρει, το έδωσε εις αυτόν.
Μετ’ ολίγον, ελθών μετά των φίλων του προς τον θείον Ιωάννην εις το Έβδομον, όπως συνήθιζε, βλέπει εκεί πλησίον εκείνον ο οποίος επήρε το ιμάτιόν του, στενοχωρημένον και δακρυσμένον. Αφού λοιπόν έγινεν η συνήθης ευχή, λέγει προς αυτούς ο μακάριος Ιωάννης· «Καταρασθήτε, αδελφοί, εκείνον ο οποίος έκλεψε του πτωχού αυτού ανθρώπου τα ρούχα και τον άφησε γυμνόν».
Ο δε θείος Αυξέντιος απήντησε χαριέντως· «Μάλλον πρέπει να ευλογήσης, Πάτερ, εκείνον ο οποίος έκαμε την πράξιν αυτήν».
Επειδή δε ο Ιωάννης ηπόρησεν εις τους λόγους τούτους, ο Αυξέντιος, στραφείς προς τον δήθεν πτωχόν, του λέγει· «Δι’ όνομα του Θεού, αδελφέ, πόσα ενδύματα είχες;».
Τότε αυτός λέγει· «Οκτώ, μαζί με εκείνο το οποίον μου έδωσες».
Τότε λέγει ο θείος Αυξέντιος· «Αφού δεν σου έφθαναν τα επτά που είχες, αλλά και το ένα και μοναδικόν, το οποίον είχα, επέμενες να το πάρης, δικαίως τα έχασες όλα».
Με αυτόν τον τρόπον και αφού με καλωσύνην ήλεγξε την πλεονεξίαν του ο δίκαιος, τον απέλυσεν.
Τιμάται στις 14 Φεβρουαρίου.
Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Φεβρουάριος, τόμος 2ος.