(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Ο υποτακτικός του Γέροντος ο π. Παΐσιος [νυν Όσιος Παΐσιος Αγιορείτης (1924-1994)] μας διηγήθηκε το εξής:
Ο παπα-Τύχωνας, όταν λειτουργούσε, δεν ήθελε άλλον μέσα σ’ αυτό το εκκλησάκι. Άφηνε τον υποτακτικό του στο διάδρομο πολλές φορές. Η θεία λειτουργία για τον Γέροντα ήταν ένα άνοιγμα του ουρανού. Σαν τον Παύλο ηρπάζετο και σαν τον Άγιο Σπυρίδωνα συναναστρέφετο τους αγγέλους του Κυρίου.
Όταν έμπαινε στη θεία Αναφορά και άρχιζε να διαβάζη την ευχή «Μετά τούτων και ημείς των μακαρίων δυνάμεων Δέσποτα Φιλάνθρωπε βοώμεν και λέγομεν Άγιος, Άγιος», ο παπα-Τύχων έβλεπε τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. «Το περιεχόμενον του μέλλοντος αιώνος» «πλήρες δόξης» αρχίζει από εδώ κάτω, όπως ξέρουμε.
Ο παπα-Τύχων «αντεγωνίζετο με τας ουρανίας δυνάμεις εις το ακατάπαυστον άσμα», όπως θα έλεγε ο Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς.
Μέσα σ’ αυτή την θεία και ουρανία ατμόσφαιρα επαιρνούσε καμμιά ώρα περίπου, οπότε συνήρχετο από το όραμα, έβλεπε τα κεριά αναμμένα εμπρός τους, το άγιο αντιμήνσιο απλωμένο επάνω στην αγία Τράπεζα και έσπευδε να τελειώση τη θεία λειτουργία. Χαρακτηριστικά έλεγε ο Γέροντας «εγώ λειτουργήσει αρχάγγελος εδώ, Σεραφείμ εκεί, φύλακα Άγγελος πιο εκεί. Πώ, πω, πω, παπα-Τύχωνας λειτουργεί! Όχι παραγυιό, γρήγορα-γρήγορα χερουβικό τελειώσει. Νους πάει αγία Τριάδα».
Εδώ έχουμε τον μεθυσμένο από την αγάπη του Θεού, τον ιερουργόν που μεθίσταται σε άλλους κόσμους και ημπορεί να λέγει ότι τον σηκώνει ο Δεσπότης Χριστός και τον εξάγει «του τε χώρου του τε ζόφου και εισάγει εις άλλον, είτε κόσμον ή αέρα… και προς φως εισάγει μέγα» (Συμ. Ν. Θεολ.).
Πόση ανάγκη έχει ο σύγχρονος κληρικός από κάτι τέτοια ουράνια μαθήματα. Ναι εδώ έχομε ένα πρότυπον ιερατικόν φροντιστήριον. Ζούσε ο παπα-Τύχων με την θεία λειτουργία. Τόσον την αγαπούσε, ώστε όνειρό του ήτο να κάνη μια λειτουργία στο Παράδεισο. Έτσι έλεγε συχνά «εάν ο Θεός ελεήσει εγώ λειτουργήσει επάνω».
Προς το τέλος της ζωής του είχε τόση βεβαιότητα γι’ αυτό, ώστε την υποθετική πρότασι την μετέτρεψε σε οριστική και έλεγε «Θα ελεήση ο Θεός και εγώ λειτουργήσει επάνω, συ (υποτακτικέ μου) λειτουργήσει εδώ».
Και με μία παιδική καρδιά που ζούσε από τώρα την αιωνιότητα προσέθετε «Χριστός εκεί λειτουργήσει πρώτος, δεύτερος Γρηγόριος, τρίτος Χρυσόστομος, τέταρτος εγώ λειτουργήσει…».

Παρακαλούσε στο τέλος του τον υποτακτικό του να μείνη στο φτωχό κελλί του, στο εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού. Τον εβεβαίωνε δε ότι θα έρχεται μια φορά το χρόνο να λειτουργή κι’ αυτός στο ίδιο θυσιαστήριο. «Εγώ θα έρχωμαι μία φορά το χρόνο λειτουργήσει εδώ. Συ κάνει υπακοή μένει εδώ».
Ο παπα-Τύχων ήτο ο άνθρωπος του «άγιος, άγιος». Έμβλημά του: Ψαλώ τω Θεώ μου έως υπάρχω. Έτσι εξηγείται ότι όσες φορές του χτυπούσε κανείς την πόρτα, οποιαδήποτε ώρα του 24ώρου αμέσως απαντούσε, χωρίς χρονοτριβή «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών».
Ο παπα-Τύχων ήταν πάντα ξύπνιος και όταν κοιμόταν, λαγοκοιμόνταν που λέει ο λαός. Η «δεομένη» των κατακομβών εικονίζει την μόνην και αληθινήν στάσιν της ψυχής του Γέροντος. Και όταν το σώμα του εκάθευδε «η καρδιά του αγρυπνούσε». Αυτόν δεν τον εύρισκε ο εχθρός να κάνη ποτέ κάτι έξω από το επάγγελμά του (αγ. Εφραίμ). Δεν έκανε προσευχή μόνο με το μεγάλο του κοσμοσχοίνι που σήμερα κρέμεται επάνω στο Σταυρό του μνήματός του, ήταν ο ίδιος μια ενσαρκωμένη προσευχή!
Και το χαμόγελο του παπα-Τύχωνα ήταν κι’ αυτό μια προσευχή, ένα τραγούδι λατρείας. Όταν του έλεγαν «παπα-Τύχωνα έχεις ωραία γενειάδα» και είχε μια πλούσια κάτασπρη γενειάδα που σαν καταρράκτης ξεχυνόταν προς τα κάτω, ο Γέροντας με χαμόγελο έλεγε «ο Κύριος έδωκε».
Η πιο συχνή και μεγάλη μαρτυρία της πίστεως του Γέροντος ήτο η δοξολογία του Θεού. «Δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός» κάθε τόσο έλεγε με τη βαρειά φωνή του. Και πρόσθετε «πάντα λέει δόξα σοι ο Θεός» όχι μόνο στα καλά, αυτό κόσμος λέει, όχι μοναχός. Και στα κακά Δόξα σοι ο Θεός. Λέει αυτό και άγ. Γιάννης Χρυσόστομος. Πω, πω, πω μεγάλος άγιος!…
Απόσπασμα από το βιβλίο Χ. Φιλοαθωνίτου, ο «Παπα-Τύχων, Ένα λουλούδι από το περιβόλι της Παναγίας», έκδοση Ι. Μονής Οσίου Δαβίδ Ευβοίας, 1972.