(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Βασιλειών Α’ (Μασ. Σαμουήλ Α’)
Α’ Βασιλέων 30
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2026/01/oi-satrapes-ton-filistaion-den-anechontai-ton-david-sto-strato-tous-gia-ton-fovo-tis-prodosias/
Α Βασ. 30,1 Ο Δαυίδ κατά την τρίτην ημέραν από της αναχωρήσεώς του επέστρεψε μαζί με τους άνδρας του εις την Σεκελάκ. Οι Αμαληκίται εν τω μεταξύ είχαν επιτεθή νοτίως της Παλαιστίνης εναντίον της Σεκελάκ, την κατέλαβαν και την παρέδωσαν στο πυρ.
Α Βασ. 30,2 Κανένα όμως από τους κατοίκους δεν εφόνευσαν, αλλά όλους όσοι ευρίσκοντο εις αυτήν, από μικρού έως μεγάλου, άνδρας και γυναίκας, τους επήραν αιχμαλώτους και επανήλθον εις την πατρίδα των.
Α Βασ. 30,3 Έφθασεν ο Δαυίδ με τους άνδρας του εις την πόλιν Σεκελάκ και ιδού, ήτο ολόκληρος παραδεδομένη εις τας φλόγας, αι δε γυναίκες αυτών και τα παιδιά των και αι θυγατέρες των είχαν αιχμαλωτισθή.
Α Βασ. 30,4 Ο Δαυίδ και όλοι οι άνδρες, που ήσαν μαζί του, έβγαλαν μεγάλην κραυγήν και έκλαυσαν τόσον πολύ, ώστε δεν τους είχεν απομείνει πλέον ισχύς να κλαύσουν περισσότερον.
Α Βασ. 30,5 Και αι δύο γυναίκες του Δαυίδ είχον επίσης αιχμαλωτισθή, η Αχινόομ η Ισραηλίτις και η Αβιγαία η σύζυγος του Νάβαλ του Καρμηλίου.
Α Βασ. 30,6 Ο Δαυίδ ελυπήθη πάρα πολύ διά αυτά και διότι ο λαός του είχεν αποφασίσει να τον λιθοβολήση. Η ψυχή όλων επονούσε βαθύτατα, διότι τα παιδιά και αι θυγατέρες ενός εκάστου από αυτούς, είχαν αιχμαλωτισθή. Ο Δαυίδ μέσα εις την μεγάλην του αυτήν οδύνην ενισχύθη από τον Κύριον και Θεόν του.
Α Βασ. 30,7 Είπε τότε ο Δαυίδ προς τον αρχιερέα Αβιάθαρ, τον υιόν του Αχιμέλεχ· «φέρε εδώ και φόρεσε το εφούδ».
Α Βασ. 30,8 Αφού ο αρχιερεύς εφόρεσε το εφούδ, ο Δαυίδ ηρώτησε τον Κύριον μέσω του εφούδ και είπε· «να επιτεθώ εναντίον αυτών των ληστών; Θα τους καταβάλω;» Ο Κύριος απήντησε προς αυτόν· «καταδίωξέ τους διότι ασφαλώς θα τους καταβάλης και θα απελευθερώσης τους αιχμαλώτους».
Α Βασ. 30,9 Ο Δαυίδ εβάδισεν αυτός και οι εξακόσιοι άνδρες του και έφθασαν μέχρι του χειμάρρου Βοσόρ. Εκεί οι βραδυπορήσαντες έμειναν πίσω.
Α Βασ. 30,10 Ο Δαυίδ με τους υπολοίπους τετρακοσίους άνδρας συνέχισε την πορείαν εις καταδίωξιν των Αμαληκιτών, ενώ οι άλλοι διακόσιοι άνδρες εκάθισαν πέραν από τον χείμαρρον Βοσόρ.
Α Βασ. 30,11 Καθώς προχωρούσαν οι τετρακόσιοι με τον Δαυίδ, ευρήκαν εις κάποιον αγρόν ένα άνδρα Αιγύπτιον, τον συνέλαβαν και τον ωδήγησαν ενώπιον του Δαυίδ.
Α Βασ. 30,12 Έδωσαν εις αυτόν τροφήν και έφαγε, έδωσαν νερό και έπιε. Του έδωσαν επίσης μερικά σύκα, τα οποία έφαγε, και τοιουτοτρόπως αυτός συνήλθεν από την λιποθυμίαν του, διότι είχε τρεις ημέρας και τρεις νύκτας να φάγη άρτον και να πίη νερό.
Α Βασ. 30,13 Τον ηρώτησεν ο Δαυίδ· «τίνος είσαι συ; Από που κατάγεσαι;» Και ο νεαρός εκείνος Αιγύπτιος είπεν· «εγώ είμαι δούλος ενός Αμαληκίτου και ο κύριός μου με εγκατέλιπε, διότι τρίτην αυτήν ημέραν εγώ ήμην ασθενής.
Α Βασ. 30,14 Ημείς είμεθα εκείνοι, οι οποίοι είχομεν επιτεθή προς τας νοτίας περιοχάς της Παλαιστίνης, εναντίον των φυλών Χολθί, εις τα μέρη της Ιουδαίας προς νότον, εις την περιοχήν εκείνην, η οποία ανήκει στον Χάλεβ και ημείς επίσης παρεδώσαμεν στο πυρ την Σεκελάκ».
Α Βασ. 30,15 Του είπεν ο Δαυίδ· «ημπορείς να με οδηγήσης εις αυτήν την συμμορίαν;» Ο δε Αιγύπτιος απήντησεν· «ορκίσου μου ενώπιον του Θεού ότι δεν θα με φονεύσης ή δεν θα με παραδώσης εις τα χέρια του κυρίου μου, και εγώ αναλαμβάνω να σε οδηγήσω εναντίον αυτής της συμμορίας».
Α Βασ. 30,16 Πράγματι ο νεαρός εκείνος Αιγύπτιος δούλος, ωδήγησε τον Δαυίδ στο μέρος, όπου ευρίσκετο η συμμορία των Αμαληκιτών. Και ιδού, οι Αμαληκίται είχαν διασκορπισθή εις την περιοχήν εκείνην τρώγοντες και πίνοντες και πανηγυρίζοντες διά τα πολλά και μεγάλα λάφυρα, τα οποία είχαν πάρει από την γην των αλλοφύλων και από την γην του Ιούδα.
Α Βασ. 30,17 Ο Δαυίδ επετέθη αιφνιδίως εναντίον των και τους εκτύπα από το πρωί έως το βράδυ και έως την άλλην ημέραν. Κανείς από αυτούς δεν εσώθη ει μη μόνον τετρακόσιοι νέοι, οι οποίοι είχον καβαλικεύσει καμήλας και έφυγαν ολοταχώς.
Α Βασ. 30,18 Ο Δαυίδ ξαναπήρε πάλιν και διέσωσεν όλα όσα είχαν λαφυραγωγήσει οι Αμαληκίται, διέσωσε δε και τας δύο γυναίκας του.
Α Βασ. 30,19 Τίποτε από όσα είχαν οι Ισραηλίται δεν εχάθηκε ούτε μικρόν ούτε μεγάλον από τα λάφυρα ούτε φυσικά οι αιχμαλωτισθέντες υιοί και αι θυγατέρες των. Γενικώς όλα όσα είχαν λαφυραγωγήσει οι Αμαληκίται, ο Δαυίδ τα επήρε πίσω και επέστρεφεν εις την Σεκελάκ.
Α Βασ. 30,20 Επήρεν ο Δαυίδ τα πρόβατα και τα βόδια· ωδηγούσαν δε αυτά εμπρός από τα άλλα λάφυρα και διαλαλούσαν· «αυτά είναι τα λάφυρα του Δαυίδ».
Α Βασ. 30,21 Ο Δαυίδ μαζί με τους τετρακοσίους άνδρας του, ήλθεν στους διακοσίους άλλους άνδρας, οι οποίοι βραδυπορούντες είχον υπολειφθή πίσω από τον Δαυίδ και είχαν παραμείνει στον χείμαρρον Βοσόρ. Αυτοί εξήλθον εις προϋπάντησιν του Δαυίδ και εις προϋπάντησιν των άλλων στρατιωτών που ήσαν μαζί με αυτόν. Όταν επλησίασεν ο Δαυίδ έως αυτούς, εκείνοι τον εχαιρέτησαν ειρηνικώς και τον ηρώτησαν διά τα συμβάντα.
Α Βασ. 30,22 Από τον στρατόν του Δαυίδ μερικοί φαύλοι και πονηροί άνδρες, από εκείνους τους πολεμιστάς που είχαν πορευθή μαζί με τον Δαυίδ, είπαν· «αυτοί οι βραδυπορήσαντες δεν μας ηκολούθησαν εις την εκστρατείαν· λοιπόν δεν θα δώσωμεν εις αυτούς τίποτε από τα λάφυρα, τα οποία επήραμεν. Ειμή μόνον ο καθένας των θα πάρη την γυναίκα του και τα παιδιά του και ας γυρίσουν πίσω».
Α Βασ. 30,23 Ο Δαυίδ απήντησε· «δεν θα κάμετε έτσι, διότι ο Κύριος παρέδωσε τους εχθρούς μας εις τα χέρια μας. Ο Κύριος μας διεφύλαξεν από την επιδρομήν των ληστών τους οποίους και παρέδωκεν εις τα χέρια μας.
Α Βασ. 30,24 Ποιος δε ποτέ θα ακούση αυτά τα λόγια σας και θα τα εγκρίνη; Αυτοί που, βραδυπορούντες έμειναν πίσω, δεν είναι καθόλου κατώτεροι από ημάς. Διά αυτό όποια μερίδα θα πάρη εκείνος, που έλαβε μέρος στον πόλεμον, την ίδια μερίδα από τα λάφυρα θα πάρη και εκείνος ο οποίος εκάθισε και εφύλασσε τας αποσκευάς των πολεμούντων. Η αυτή μερίς θα δοθή εις όλους».
Α Βασ. 30,25 Από την ημέραν εκείνην και έπειτα έγινε αυτό εντολή και νόμος στον ισραηλιτικόν λαόν μέχρι της ημέρας αυτής.
Α Βασ. 30,26 Ο Δαυίδ ήλθεν εις την Σεκελάκ και έστειλεν από τα λάφυρα στους πρεσβυτέρους της φυλής Ιούδα και στους συνδεομένους με αυτόν διά φιλίας λέγων· «ιδού, ένα δώρον από τα λάφυρα των εχθρών του Θεού».
Α Βασ. 30,27 Τα δώρα αυτά εδόθησαν εις αυτούς, που κατοικούσαν την Βαιθσούρ, εις αυτούς που κατοικούσαν την Ραμά, προς νότον της Παλαιστίνης, και εις εκείνους που κατοικούσαν εις την Ιεθθόρ.
Α Βασ. 30,28 Ακόμη δε και εις εκείνους οι οποίοι ήσαν εις την Αροήρ, εις την Αμμαδί, εις την Σαφί και εις την Εσθιέ.
Α Βασ. 30,29 Και εις εκείνους οι οποίοι κατοικούσαν την Γεθ, την Κινάν, την Σαφέκ, εις αυτούς που κατοικούσαν εις Θιμάθ, στο Κάρμηλον, εις την πόλιν Ιεραμηλί και στους κατοίκους των πόλεων Κενεζί.
Α Βασ. 30,30 Επίσης έδωκεν εις όσους κατοικούσαν εις Ιεριμούθ, εις Βηρσαβεέ και εις Νομβέ.
Α Βασ. 30,31 Έδωσεν στους κατοίκους της Χεβρών και γενικώς έστειλε δώρα εις όλους τους τόπους από τους οποίους επέρασαν αυτός και οι άνδρες του.
Μετάφραση Ιωάννης Κολιτσάρας. Από την ιστοσελίδα Ιεράς Μητρόπολης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου: http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/09.%20VasilionA.htm