(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
[…] Τότε ο υιός του βασιλέως εκαυχήθη ότι δύναται να υπάγη να καταστρέψη το Μοναστήριον [της Αγίας Ευδοκίας]. Ματαίως όμως και κενά εμελέτησε, διότι, καθώς επορεύετο έφιππος, έπεσεν ο ίππος του, εκ της πτώσεως δε ταύτης συνετρίβη ο εις εκ των ποδών του. Μετέφερον τότε αυτόν οι στρατιώται εις τα βασίλεια, εντός ολίγου δε βασανιζόμενος από πόνους φρικτούς απέθανεν.
Ενώ λοιπόν ο βασιλεύς έκλαιε και ωδύρετο διά τον θάνατον του υιού του, τον συνεβούλευσεν ο Φιλόστρατος, ειπών προς αυτόν· «Γίγνωσκε, βασιλεύ, ότι η μακαρία Ευδοκία είναι δούλη του αληθινού Θεού και διά τούτο άνθρωπος δεν δύναται να την κακοποιήση, επειδή φυλάττει αυτήν θεία δύναμις. Εάν λοιπόν θέλης να αναζήση ο υιός σου, στείλε γράμμα έντιμον προς αυτήν και παρακάλεσον περί τούτου με πολλήν ταπείνωσιν».
Τότε ο βασιλεύς απέστειλε προς την Αγίαν γράμματα ικετευτικά διά τινος δικαστού ονόματι Βαβύλα, όστις διηυθύνθη προς το Μοναστήριον, προσκυνήσας δε την Αγίαν της έδωσε τα γράμματα· έπειτα εξελθών εκάθισεν έξω του Μοναστηρίου και ανέμενεν απόκρισιν.
Ενώ λοιπόν εκάθητο εις πέτραν τινά απεκοιμήθη, βλέπει δε εις τον ύπνον του Άγγελον Κυρίου αστραπόμορφον, όστις τον εκέντησε με ράβδον εις την πλευράν και του λέγει· «Ο νεκρός σε αναμένει, Βαβύλα». Εκείνος δε ηγέρθη παρευθύς και πορευθείς προς την Οσίαν της εφανέρωσε την οπτασίαν, ζητών απόκρισιν.
Τότε η Αγία πρώτον μεν προσηυχήθη εις τον Θεόν να την φωτίση να κάμη το συμφερώτερον· έπειτα λαβούσα συγχώρησιν από τας αδελφάς, έγραψε τα εξής προς τον βασιλέα με πολλήν ταπεινοφροσύνην και μετριότητα· «Εγώ μεν είμαι ευτελής και αθλία, βεβαρημένη υπό πλήθους ανομιών ως άσωτος, δεν είμαι δε αξία να κάμω δέησιν προς τον Δεσπότην Χριστόν διά τον υιόν σου, πλην, εάν εις Αυτόν ολοψύχως πιστεύσης, θέλεις ίδει την μεγάλην του δύναμιν, ώστε να μετατραπή η πολλή θλίψις σου εις αγαλλίασιν».
Ταύτα αφού έγραψεν η Αγία έκαμε και τρεις σταυρούς εις την επιστολήν και την έδωκεν εις τον δικαστήν, όστις λαβών ταύτην απήλθε δρομαίως και φθάσας εις τον νεκρόν ευθύς ως έβαλε την επιστολήν επάνω αυτού, ω του θαύματος, ανεστήθη. Τότε όχι μόνον αυτός ο νεκρέγερτος, αλλά και πάντες οι παρόντες, βλέποντες τοιούτον φρικτόν τερατούργημα, ακόμη δε και αυτός ο βασιλεύς, εβόησαν άπαντες· «Μέγας ο Θεός της Χριστιανής Ευδοκίας, όστις κάμνει τοιαύτα θαυμάσια».
Έκαμε λοιπόν ο βασιλεύς διά την χαράν του υιού του μεγάλην τράπεζαν και διεμοίρασε πολλήν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς. Έπειτα, προσκαλέσας τον Αρχιερέα της πόλεως εβαπτίσθη με όλους τους συγγενείς και δούλους του και απέστειλε προς την Αγίαν πλήθος χρυσίου διά να το εξοδεύση εις το Μοναστήριον, πολλάκις δε της έστελλε γράμματα και δώρα βασιλικά.
Εις ολίγον καιρόν ο βασιλεύς και η σύζυγός του καλώς ετελεύτησαν, ο δε υιός αυτού ο νεκρέγερτος εχειροτονήθη Διάκονος και όταν ετελεύτησεν ο Αρχιερεύς της πόλεως, εχειροτόνησαν αυτόν ως άξιον.
Η Αγία Ευδοκία τιμάται την 1η Μαρτίου.
Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Μάρτιος, τόμος 2ος.