(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
75. Αν με ρωτήσει κάποιος και για τον τρίτο ουρανό που δεν αναφέρει μεν ο Μωυσής, αλλά είδε ο απ. Παύλος, και ανέβηκε σ’ αυτόν, σαν σε άλλα άδυτα της σοφίας, και άκουσε λόγια ανήκουστα, θα πω τούτο· το ότι δηλαδή ο τρίτος εκείνος ουρανός δε βρίσκεται έξω από αυτά, που μελετάμε.
Γιατί νομίζω ότι ο μεγάλος Απόστολος, που επεκτεινόταν συνεχώς προς τα εμπρός (Φιλιπ. 3,13), όταν ξεπέρασε τα όρια όλης της αισθητής δημιουργίας, προχώρησε μέσα στη νοητή πραγματικότητα, χωρίς να είναι εντελώς αισθητής μορφής αυτή η αποκάλυψη που του έγινε για τα νοητά.
Αυτό δηλώνει κατηγορηματικά και ο ίδιος, όταν γράφει: «Δεν γνωρίζωτ αν αυτή η αποκάλυψη μου έγινε ενώ βρισκόμουν στο σώμα η αν είχα βρεθεί εκτός σώματος. Αυτό μόνο ο Θεός το γνωρίζει, γιατί αρπάχτηκε, αυτός ο άνθρωπος, και ανυψώθηκε μέχρι τον τρίτο ουρανό» (Β΄Κορ. 12,2-3).
Noμίζω, λοιπόν, ότι ο απ. Παύλος ονομάζει τρίτο ουρανό την ανώτατη περιοχή του αισθητού κόσμου, επειδή χωρίζει σε τρία μέρη καθετί που φαίνεται, σύμφωνα άλλωστε και με τη συνήθεια της Αγίας Γραφής, και ονομάζει καθένα από αυτά τα μέρη ουρανό.
Γιατί στη γλώσσα της Γραφής γίνεται κάποια κατάχρηση των λέξεων, αφού ονομάζει έναν ουρανό την περιοχή της βαρύτερης ατμόσφαιρας, μέχρι εκεί που φθάνουν τα νέφη και οι άνεμοι, και τα υψηπετή πτηνά.
Γιατί αναφέρει και «νεφέλες του ουρανού» και «πετεινά του ουρανού» (Δαν. 7,13. Λουκ. 13,19).
Και δεν αναφέρει μόνο αυτόν τον ουρανό, αλλά προσθέτει και άλλον μετά από το στερέωμα, γιατί λέγει: «Ας αποδώσουν τα ύδατα ερπετά με ζωντανές ψυχές, και πετεινά που θα πετούν πάνω από στρέωμα του ουρανού» (Γεν. 1,20). Έπειτα τα τον άλλο τον αποκαλεί και ουρανό και στερέωμα, αυτό δηλαδή που φαίνεται στην εσωτερική επιφάνεια της ακίνητης σφαίρας, όπου περιφέρονται οι πλανήτες.
Γιατί σημειώνει ότι «ο Θεός εδημιούργησε τους μεγάλους αστέρες και τους τοποθέτησε στο στερέωμα του ουρανού, για να φωτίζουν τη γη» (Γεν. 1,16). Οπωσδήποτε είναι όλοφάνερο στον καθένα που μελετάει κάπως τη δημιουργία του σύμπαντος, πόσο υστερούν αυτά στην κίνηση προς τα άνω, και ότι το ανώτατο σημείο του αισθητού κόσμου, που είναι και το σύνορο της νοητής φύσης, το ονομάζει στερέωμα και ουρανό.
76. Αυτός, λοιπόν, που επεθύμησε όσα είναι πάνω από τη λογική, και επέβλεψε σε όσα δεν φαίνονται, σύμφωνα και με την παραγγελία του, «γιατί όσα φαίνονται είναι πρόσκαιρα, ενώ τα μη βλεπόμενα είναι αιώνια» (Β΄Κορ. 4,18), έφθασε εκεί, όπου ο πόθος ανύψωσε και τον ίδιο, ανεβαίνοντας με τη δύναμη εκείνου ο Οποίος του πρόβαλε το επιθυμητό.
Και αντί να πει, «γνωρίζω άνθρωπο, που ξεπέρασε όλη τη αισθητή δημιουργία, και έφθασε στα άδυτα της νοητής φύσης», αποκαλύπτει το νοημα με τις λέξεις της Γραφής, επειδή γνωρίζει τα ιερά γράμματα από την παιδική του ακόμη ηλικία.
Και ονομάζει τρίτο ουρανό, την υπέρβαση αυτών των τριών τμημάτων, που φαίνονται σ’ όλη τη δημιουργία. Γιατί εγκατέλειψε την ατμόσφαιρα, διέτρεξε τον ενδιάμεσο χώρο, όπου κυκλοφορούν οι πλανήτες αστέρες, και τέλος ξεπέρασε και το ακραίο σημείο, που είναι το όριο για τους αιθέρες.
Και όταν έφθασε στη νοητή και ακίνητη φύση, που είναι ο Θεός, είδε τα κάλλη του παραδείσου, και άκουσε αυτά που δεν μπορεί να διηγηθεί άνθρωπος.
Από από το βιβλίο του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, «Απολογία περί της Εξαημέρου», εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Αρχιμανδρίτη Παγκρατίου Μπρούσαλη (εκδόσεις Επέκταση).