Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: Η ακτημοσύνη είναι μητέρα της αμεριμνίας, η δε αμεριμνία μητέρα της προσοχής και της προσευχής!

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Άγιος Φιλόθεος Κόκκινος
Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς

Από το βιβλίο του Αγίου Φιλοθέου Κοκκίνου, «Βίος Γρηγορίου Παλαμά» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Χρήστου.

Τελειότης στην πράξι και θεωρία

18 Καθώς η αρετή γενικώς διαιρείται στο πρακτικό και το θεωρητικό μέρος, του οποίου υπόβαθρα και θεμέλιο είναι κατά τους σοφούς στα θέματα αυτά το πρακτικό, το μεν ένα είναι ευχερέστερο και κατορθώνεται γρήγορα μέχρι τέλους από τους ασκητάς, ενώ το θεωρητικό είναι δυσκολώτερο και με δυσκολία κατακτάται έως το τέλος ή μάλλον ούτε έχει καν τέλος καθόλου (διότι εκ φύσεως ανάγει τον ιερό και καθαρό νου των θεοειδών ανδρών προς τον Θεό και τον συνάπτει με αυτόν αμέσως, όπου, λέγει, φθάνοντας, ευρίσκεται ανάπαυσις από κάθε άλλη θεία θεωρία, το θείο δε είναι αδιάβατο και άπειρο, διότι δεν έχει τίποτε υψηλότερο, λέγει· ούτε θα έχη ακόμη και ο φιλοσοφικώτατος και διαβατικώτατος ή πολυπραγμονέστατος νους.

«Τούτο είναι πραγματικά το έσχατο των ορεκτών, γύρω από το οποίο, κατά τον Μέγα Διονύσιο [Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης], κινούνται πάντοτε κυκλικώς οι θειότατοι και υψηλότατοι νόες, ενούμενοι με τις άναρχες και ατελεύτητες ελλάμψεις του καλού και αγαθού»1· αφού λοιπόν έτσι διαιρείται η αρετή, στην πράξι ο θείος Γρηγόριος [ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς] και πριν από την αποταγή και μετά την μοναχική κουρά και την αναχώρησι εφάνηκε τόσο επιτυχώς ν’ αγωνίζεται και να κατορθώνη, ώστε να είναι τέλειος από αυτήν την αρχή σχεδόν και να αμιλλάται σ’ αυτήν με τους μεγάλους και σπουδαίους γενναίως.

19 Καθώς δε προχωρούσε ο χρόνος και η άσκησις, τι χρειάζεται να ειπούμε πόσο υπερέβαλλε σ’ όλα τους πρακτικούς, και πόσο θαυμαστό παράδειγμα λιτότητος και άκρας απροσπαθείας στα γήινα, νηστείας και ταπεινώσεως, παντοειδούς εγκρατείας, αναχωρήσεως και πένθους, σιωπής και όλων των πρακτικών κατορθωμάτων, αναφάνηκε στους πλησίον και στους μακρινούς.

20 Επειδή δε ο κατ’ εξοχήν στόχος και σκοπός της σπουδής του ήταν η θεωρία, και μάλιστα η υψηλοτέρα και εξέχουσα από όλες θεωρία, την οποία οι θεοφόροι πατέρες συνήθως καλούν εποπτεία Θεού και άμεση ένωσι, έλλαμψι και θέωσι, και τα παρόμοια, δια της οποίας ή μαζί με την οποία οι θεωρητικοί καλώς προχωρούν προς την ακροτάτη αγάπη και προς το καθ’ ομοίωσι θεία, και μάλιστα προς την υψηλή και άπταιστη θεολογία δι’ αδιαλείπτου ευχής και νοεράς ησυχίας, ταπεινώσεως και πένθους, ας παρατηρήσωμε, πώς προχώρησε ο αληθινός άνθρωπος του Θεού και σ’ αυτά τα θεία και υψηλά επιτεύγματα.

21 Αλλά τα σχετικά με την υψηλή θεολογία και το περιεχόμενό της ας περιμένουν αργότερα τον κατάλληλο τόπο και καιρό· τα άλλα όμως εύκολα θα μπορούσε να θαυμάση κανείς ίσως, αν και όχι κατ’ αξίαν, αλλά μου φαίνεται ότι είναι αδύνατο να τα διηγηθή λεπτομερώς και να τα παρουσιάση εμπρός στους ακροατάς. Για τον σκοπό αυτόν μάλιστα χρειάζεται ν’ ακούσωμε μάλλον τη γλώσσα εκείνου ν’ αναπτύσση αυτά τα πράγματα, αφού κανένας δεν γνωρίζει εκείνον και την εμπειρία εκείνου όσο αυτός ο ίδιος, ούτε κατά προσέγγισι· και δεν είναι σε θέσι να ειπή και να γράψη αυτά τα πράγματα σαν αυτόν.

Λέγει λοιπόν ο σοφός περί της ησυχίας του νου και των γεννημάτων της, όπως επίσης και περί του θείου φωτισμού, όταν γράφη μεταξύ πολλών άλλων προς τον αντίπαλο του θείου φωτός2.

22 Όταν ο νους απομακρυνθή από κάθε αισθητό και ανακύψη από τον κατακλυσμό της εξωτερικής ζάλης και κατοπτεύση τον εσωτερικό άνθρωπο, κατά πρώτο βλέποντας την απαίσια όψι που προσγίνεται από την περιπλάνησι στα κάτω, σπεύδει με το πένθος να το ξεπλύνη.

Έπειτα, αφού αφαιρέση το άσχημο τούτο κάλυμμα, τότε επειδή η ψυχή δεν διασπάται αναξίως σε ποικίλες σχέσεις αταράχως προχωρεί μέσα στ’ αληθινά ταμεία και σύμφωνα με την εντολή προσεύχεται προς τον Πατέρα στο κρυπτό3, ο οποίος πρώτα χορηγεί σ’ αυτόν το χωρητικό των θείων χαρισμάτων δώρο, την ειρήνη των λογισμών, μαζί με την οποία τελειώνει την γεννητική και συνεκτική κάθε αρετής ταπείνωσι, όχι την εύκολα από κάθε επιθυμούντα επιτυγχανομένη με αποτελεσματικά λόγια και σχήματα, αλλά την μαρτυρουμένη από το αγαθό και θείο Πνεύμα, την οποία κτίζει το ίδιο το Πνεύμα εγκαθιστάμενο στα έγκατα.

Σ’ αυτές τις δύο λοιπόν αρετές, σαν σε ασφαλές περιτείχισμα του νοερού παραδείσου, φύονται τα παντοειδή δένδρα της αληθινής αρετής· στο μέσο δε αναγείρονται τα ιερά ανάκτορα της αγάπης. Στα πρόθυρα δε αυτών ανθίζει το προοίμιο του μέλλοντος αιώνος, η ανεκλάλητη και αναφαίρετη χαρά.

23 Διότι η μεν ακτημοσύνη είναι μητέρα της αμεριμνίας, η δε αμεριμνία της προσοχής και της προσευχής· αυτές οι δύο του πένθους και των δακρύων· αυτά δε απαλείφουν τις προλήψεις. Όταν αποβληθούν αυτά, η οδός της αρετής γίνεται ευκολωτέρα, αφού παραμερίζονται τα εμπόδια, και προσγίνεται ακατάκριτη συνείδησις· αυτά δε πάλι πηγάζουν τελειότερη χαρά και μακάριο γέλωτα της ψυχής.

Τότε λοιπόν και το θλιβερό δάκρυ μεταβάλλεται σε γλυκύ και «τα λόγια του Θεού γίνονται σαν γλύκα στον λάρυγγα και σαν μέλι στο στόμα»4, και η δέησις στην προσευχή μετατρέπεται σ’ ευχαριστία και η μελέτη των θείων βουλευμάτων είναι αγαλλίαμα της καρδίας5, που συνομιλεί με ελπίδα ακαταίσχυντη και κατά κάποιον τρόπο φθάνει προοιμιακώς στην εμπειρία αυτή της γεύσεως και καταλαβαίνει μερικώς τον υπερβολικό πλούτο της χρηστότητος του Θεού, σύμφωνα με τον λέγοντα, «γευθήτε και ίδετε ότι ο Κύριος είναι χρηστός»6, το αγαλλίαμα των δικαίων, η χαρά των ευθέων, η ευφροσύνη των ταπεινών, η παρηγοριά των δι’ αυτόν πενθούντων.

1 Περί θείων ονομάτων 4,8 PG 3, 704 Δ.
2 Το τμήμα που περιέχεται στις παραγράφους 22-30 προέρχεται από το έργο του Παλαμά, «Αντιρρητικός προς Ακίνδυνον», 7,34 – 40 (Χρήστου Π. 486-492) με μικρές περικοπές.
3 Ματθ. 6,6.
4 Ψαλμ. 118,103.
5 Ψαλμ. 118,24· 111.
6 Ψαλμ. 33,9.