Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Η οδός της πνευματικής τελειώσεως

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Άγιος Φιλόθεος Κόκκινος
Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς

Από το βιβλίο του Αγίου Φιλοθέου Κοκκίνου, «Βίος Γρηγορίου Παλαμά» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Χρήστου.

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2026/03/agios-grigorios-palamas-i-aktimosyni-einai-mitera-tis-amerimnias-i-de-amerimnia-mitera-tis-prosochis-kai-tis-prosefchis/

Τελειότης στην πράξι και θεωρία

27. Ο δε άγιος Διάδοχος ενώνοντας την αρχή με το τέλος, γράφει σ’ ένα κεφάλαιο· «Δύο αγαθά μας προσφέρει η αγία χάρις δια του βαπτίσματος, των οποίων το ένα υπερβάλλει απείρως το άλλο. Διότι μας ανανεώνει μέσα στο νερό και λαμπρύνει το κατ’ εικόνα, εξαλείφοντας κάθε ρυτίδα της αμαρτίας μας· το δε άλλο αναμένει να εργασθή μαζί με εμάς.

Όταν λοιπόν ο νους αρχίζη να γεύεται την χρηστότητα του αγίου Πνεύματος με βαθειά αίσθησι, τότε οφείλομε να γνωρίζωμε ότι αρχίζει η χάρις σαν να επιζωγραφή στο κατ’ εικόνα το καθ’ ομοίωσι· ώστε η μεν αίσθησις αυτή δηλώνει ότι μορφωνόμαστε στο καθ’ ομοίωσι, την δε τελειότητα της ομοιώσεως θα γνωρίσωμε από τον φωτισμό».

Και πάλι· «Την πνευματική αγάπη δεν μπορεί ν’ αποκτήση κανείς, αν δεν φωτισθή με κάθε πληρότητα από το άγιο Πνεύμα. Διότι εάν ο νους δεν απολαύση τελείως το καθ’ ομοίωσι δια του θείου φωτός, μπορεί μεν να έχη όλες τις άλλες αρετές, αλλά μένει άμοιρος της τελείας αγάπης»21.

28. Ακούομε δε επίσης και τον άγιο Ισαάκ να λέγη· «Κατά τον καιρό της προσευχής είναι δυνατό ο χαριτωμένος νους να βλέπη την καθαρότητά του όμοια με επουράνιο χρώμα, η οποία από την γερουσία του Ισραήλ ωνομάσθηκε τόπος Θεού, όταν τους εμφανίσθηκε στο όρος».

Και πάλι, «καθαρότης νου είναι η κατάστασις στην οποία κατά τον καιρό της προσευχής καταυγάζει το φως της αγίας Τριάδος».

29. Διότι παντού μεν είναι το θείο φως, αλλά δεν διαυγάζει φανερά παντού· και ένα μεν είναι, αλλά δεν επιλάμπει σε όλους κατά τον ίδιο τρόπο ούτε σ’ αυτούς τους θείους και θεοειδείς που λάμπονται φανερά.

Όπως δηλαδή ένα είναι το φως του ηλίου, ενώ οι ακτίνες είναι πολλές και όχι πολλές αλλά και λαμπερότερες και θαμπώτερες, αναλόγως προς την επιτηδειότητα της φωτοληψίας των δεχομένων, κατά τον ίδιο τρόπο σαν με αμυδρή εικόνα των αισθητών συμβαίνει και στο υπεραισθητό φως.

Πρέπει δε να λαμβάνεται εδώ υπ’ όψι και η θέλησις του φωτίζοντος. Ο δε νους που έχει καταξιωθή του φωτός εκείνου διαβιβάζει πολλά δείγματα του θείου κάλλους προς το συνημμένο σώμα, μεσιτεύοντας με τη θεία χάρι και στην παχύτητα της σαρκός και εμβάλλοντας δύναμι στα αδύνατα.

30. Από αυτό προέρχεται η θεοειδής και απαράμιλλη έξις της αρετής και η πλήρης ακινησία ή δυσκινησία προς την κακία. Από αυτό προέρχεται ο λόγος που διασαφηνίζει τα αίτια των όντων και από την καθαρότητα ανακαλύπτει τα μυστήρια της φύσεως, δια των οποίων κατά τους νόμους της αναλογίας ανυψώνεται προς κατάληψιν των υπερφυσικών η διάνοια των ακροατών, την οποία έχει συλλάβει αυτός ο πατέρας του λόγου νους με άυλες επαφές.

Από αυτό πλην των άλλων ποικίλων θαυματοποιών προέρχονται και η διορατικότης και προορατικότης και η συζήτησις περί των μακρινών σαν να είναι εμπρός στους οφθαλμούς.

Το σπουδαιότερο δε όλων είναι ότι των μακαριωτάτων εκείνων ανδρών ο σκοπός δεν περιορίζεται ούτε καν σ’ αυτά· αλλά όπως, αν κυττάξη κανείς προς την ηλιακή ακτίνα, αισθάνεται και τα ατμοσφαιρικά άτομα, αν και δεν είναι αυτός ο σκοπός του, έτσι και σ’ εκείνους που έρχονται σ’ επαφή με τις θείες ακτίνες, που φυσικά διαθέτουν τη θεία αποκάλυψι· αυτοί παρέργως αποκτούν γνώσι όχι μόνο των υπαρχόντων και των γενομένων, αλλά κι’ εκείνων που θα γίνουν κατ’ αναλογία της καθαρότητος.

Το κυριώτερο όμως έργο αυτών είναι η επιστροφή του νου προς εαυτόν και η σύννευσις, μάλλον δε η επιστροφή όλων των δυνάμεων της ψυχής προς τον νου, αν και τούτο είναι θαυμαστό να το ειπούμε, και η ενέργειά του καθ’ εαυτόν και κατά τον Θεό, δια της οποίας επισκευαζόμενοι προετοιμάζονται καλώς για να δεχθούν το πρωτότυπο, δηλαδή το αρχαίο εκείνο και ανέκφραστο κάλλος, με την καρποφορία της χάριτος.

31. Αυτά είναι τα λεγόμενα από τον θεοειδή και ουράνιο εκείνο νου και από την θεία και πραγματικά σοφή γλώσσα περί της ιεράς αναπαύσεως και ησυχίας, περί θείου φωτισμού και θεώσεως.

Ποιος θα μπορούσε να διανοηθή και να ειπή περί αυτών ποτέ τέτοια θεία και υψηλά λόγια, ακόμη και από αυτούς τους υψηλούς που έχουν προχωρήσει στην κορυφή της θεωρίας και έχουν αποκτήσει την γνώσι αυτών των πραγμάτων με πείρα και πάθος; Αυτά τα λόγια έχουν το αναντίρρητο και ασφαλές σε όλα, διότι είναι καθ’ όλα σύμφωνα με τα συγγράμματα και τα λόγια των θεοφόρων ανδρών.

Ότι δε εμυήθηκε τα θεία και υπερφυά εκείνα πράγματα καλώς ο μεγάλος άνθρωπος δια προσωπικού πάθους κατά πράξι και ενέργεια, κι’ έπειτα από πολλά χρόνια, καθώς το εκαλούσε η χρεία, ήλθε στην απόφαση να τα λέγη και να τα γράφη, τούτο και από αυτά καθίσταται γνωστό σ’ αυτούς που έχουν νου· διότι τέτοια πράγματα δεν είναι δυνατό να είναι ανθρωπίνης σοφίας και λόγου και νου, κάθε άλλο, εκτός εάν θελήση κανείς ν’ αντιπαραβάλη χωρίς ενδοιασμό και τις πυγολαμπίδες με τις ηλιακές ακτίνες και τους κρότους των χαλκουργών και ξυλοκόπων με τις ουράνιες βροντές, μάλλον δε τα τελευταία απηχήματα των κρουσμάτων εκείνων.

Θα το δηλώσουν δε αυτό με λίγα λόγια και όσα θα λεχθούν τώρα, έτσι ώστε το δέντρο να είναι γνώριμο από τον καρπό κατά τον λόγο του Χριστού και η ρίζα να διαγιγνώσκεται καλώς από τους κλάδους.