(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Όσιος Ιωάννης Σιναΐτης
Κλίμαξ
Λόγος εικοστός έκτος
Περί διακρίσεως
Α΄
(Περί διακρίσεως λογισμών και παθών και αρετών)
1. Διάκριση, στους μεν αρχάριους είναι η ορθή επίγνωση του εαυτού τους. Στους μεσαίους είναι η νοερή αίσθηση, η οποία διακρίνει αλάνθαστα το πραγματικό αγαθό, από το φυσικό αγαθό και από το αντίθετο του κακό. Στους δε τέλειους είναι η γνώση που έχουν από θεϊκή έλλαμψη και η οποία έχει την δύναμη να φωτίζει πλήρως με την λάμψη της και όσα σκοτεινά υπάρχουν μέσα στους άλλους.
Ή, ομιλώντας κατά τρόπο γενικό, τούτο αναγνωρίζεται ως διάκριση και τούτο είναι: η αλάνθαστη γνώση και αντίληψη του θείου θελήματος σε κάθε καιρό και τόπο και περίπτωση, η οποία συνήθως υπάρχει στους καθαρούς κατά την καρδιά και το σώμα και το στόμα. Διάκριση σημαίνει συνείδηση αμόλυντη και καθαρότητα των αισθήσεων.
2. Εκείνος που με την βοήθεια του Θεού νίκησε τους τρεις, αυτός νίκησε συγχρόνως και τους άλλους πέντε1. Όποιος όμως αδιαφόρησε για τους πρώτους, ούτε από τους δεύτερους θα νικήσει κανέναν.
3. Κανείς ας μη περιπέσει εξ αιτίας της αγνοίας του σε απιστία, όταν ακούσει ή δει υπερφυσικά σημεία μέσα στον χώρο της μοναχικής ζωής. Διότι όπου εγκατασταθεί ο Θεός, που είναι υπέρ την φύση, εκεί παρατηρούνται πράγματα υπερφυσικά.
4. Κάθε πόλεμος των δαιμόνων εναντίον μας, οφείλεται γενικά στις τρεις επόμενες αιτίες: ή στην αμέλεια, ή στην υπερηφάνεια, ή στον φθόνο των δαιμόνων. Ο πρώτος είναι ελεεινός, ο δεύτερος πανάθλιος και ο τρίτος μακάριος.
5. Μετά τον Θεό ας έχουμε σε κάθε ενέργεια μας ως άγρυπνο φρουρό και ως γνώμονα ασφαλή την συνείδηση μας. Έτσι αντιλαμβανόμενοι από που φυσά ο άνεμος θα ανοίγουμε προς τα εκεί τα ιστία του πλοίου μας.
6. Σε όλες τις κατά Θεόν προσπάθειες μας τρεις λάκκους μάς σκάπτουν ύπουλα οι δαίμονες. Κατ’ αρχήν αγωνίζονται να μην κατορθωθεί το αγαθό. Έπειτα, αφού νικηθούν στο πρώτο σημείο, αγωνίζονται ώστε το αγαθό που κατορθώθηκε να μην είναι καθ’ όλα θεάρεστο. Όταν δε και σ’ αυτόν τον στόχο αποτύχουν οι κλέπτες, τότε πλησιάζουν αθόρυβα στην ψυχή μας και μας μακαρίζουν ότι σε όλα πολιτευόμαστε όπως θέλει ο Θεός. Αντίπαλος του πρώτου πολέμου είναι η συστηματική μέριμνα του θανάτου, του δευτέρου η υποταγή και η εξουδένωση, και του τρίτου η έντονη και συνεχής αυτομεμψία.
7. «Τούτο κόπος ἐστίν ἐνώπιον ἡμῶν, ἕως οὗ εἰσέλθῃ εἰς το ἁγιαστήριον ἡμῶν» (Ψαλμ. οβ΄ 16-17) το πυρ του Θεού. Τότε πλέον δεν έχουμε να φοβηθούμε τις προλήψεις*, διότι «Θεὸς ἡμῶν πῦρ καταναλίσκον» (Δευτ. δ΄ 24· Εβρ. ιβ΄ 29) κάθε σαρκική πύρωση και κίνηση, κάθε πρόληψη και πώρωση και σκοτισμό, είτε αυτά είναι εσωτερικά, είτε εξωτερικά, είτε αισθητά, είτε νοητά.
Οι δαίμονες όμως μας προξενούν τα εντελώς αντίθετα. Όταν κυριαρχήσουν στην ψυχή μας και μας σκοτίσουν τον νου, δεν υπάρχει πλέον σ΄ εμάς τους άθλιους, ούτε νήψη ούτε διάκριση ούτε αυτογνωσία ούτε ντροπή, «αλλ’ αναλγησία και αναισθησία και αδιακρισία και αβλεψία».
8. Τα γνωρίζουν αυτά πάρα πολύ καλά όσοι ανένηψαν από την πορνεία και όσοι συνεστάλησαν από την παρρησία και όσοι συνήλθαν από την αναισχυντία. Όλοι αυτοί μετά την ανάνηψη και μετά την διάλυση της πυρώσεως ή καλύτερα της πηρώσεως (=τυφλώσεως) του νου, όσα προηγουμένως έλεγαν και έπρατταν τυφλωμένοι, μόλις τα σκέπτονται ντρέπονται, θα λέγαμε, και τον ίδιο τον εαυτό τους ακόμη.
9. Αν δεν σουρουπώσει και δεν σκοτεινιάσει πρώτα η ημέρα, δηλαδή η φωτεινή ψυχή, «οὐ μὴ οἱ κλέπται κλέψωσι καὶ θύσωσι καὶ ἀπολέσωσι» (πρβλ. Ιω. ι΄ 10). Κλοπή σημαίνει απώλεια της περιουσίας. Κλοπή σημαίνει το να εργάζεσαι σαν καλό εκείνο που δεν είναι καλό. Κλοπή σημαίνει ασυναίσθητη αιχμαλωσία** της ψυχής. Θυσία της ψυχής σημαίνει το να θανατώνεται ο λογικός νους από πτώση σε παράνομες πράξεις. Και απώλεια σημαίνει απελπισία μετά την διάπραξη της παρανομίας.
10. Κανείς ας μη προβάλλει αδυναμία στην εκτέλεση των εντολών του Ευαγγελίου, διότι υπήρξαν ψυχές που έπραξαν και παραπάνω από αυτές. Ασφαλώς θα σε πείσει περί αυτού εκείνος που αγάπησε τον πλησίον παραπάνω από τον εαυτό του και θυσίασε προς χάρη του και την ζωή του ακόμη, παρ’ όλο ότι δεν έλαβε τέτοια προσταγή από τον Κύριο2.
11. Οι εμπαθείς*** που νοιώθουν ταπεινωμένοι ας αναθαρρήσουν. Διότι και αν ακόμη πέσουν σε όλους τους λάκκους, και αν συλληφθούν σε όλες τις παγίδες, και αν δοκιμάσουν όλες τις ασθένειες, όμως μετά την θεραπεία γίνονται στους άλλους «ιατροί και φωστήρες και λύχνοι και κυβερνήται». Δηλαδή από την δική τους πείρα θα είναι εις θέση να διδάξουν τον τρόπο με τον οποίο θεραπεύεται κάθε ασθένεια και να προλαμβάνουν όσους κινδυνεύουν να πέσουν.
12. Όσοι τυραννιούνται από παλαιές προλήψεις και μπορούν, έστω με τον λόγο μόνο, να διδάσκουν, ας διδάσκουν∙ αλλά ας μη αναλάβουν όμως και ευθύνη ψυχών. Ίσως διδάσκοντας να ντραπούν από τα ίδια τους τα λόγια και αρχίσουν και αυτοί να διορθώνονται. Θα συμβεί τότε σ’ αυτούς ό,τι είδα σε μερικούς που έπεσαν στον βόρβορο: Καθώς ήταν καταλασπωμένοι διηγούντο στους διαβάτες πως έπεσαν, και συνιστούσαν σ΄ αυτούς να μην ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, για να σωθούν.
Επειδή δε με τον τρόπο αυτόν έσωζαν τους άλλους, γι’ αυτό και ο παντοδύναμος Θεός τους απάλλαξε από την λάσπη. Εάν όμως οι εμπαθείς ρίχνονται με τη θέληση τους στις ηδονές, ας διδάσκουν καλύτερα με την σιωπή τους. (Θα διδάσκουν δηλαδή ότι συναισθάνονται την αναξιότητα τους για διδασκαλία), αφού η Γραφή αναφέρει: «ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν» (Πράξ, α΄ 1). (Πρώτα «ποιεῖν» και έπειτα «διδάσκειν»).
* Προλήψεις, κακές συνήθειες και αναμνήσεις που οφείλονται σε αμαρτωλό παρελθόν. «Πρόληψις ἐστὶν τῶν προτέρων κακῶν μνήμη ἀκούσιος» (Μάρκος ερημίτης)
** αιχμαλωσία, ο επί κάποιο χρονικό διάστημα αιχμαλωτισμός του ψυχικού κόσμου από τα πάθη ή τους δαίμονες.
*** Εμπαθής, ο υποδουλωμένος στα πάθη (αντίθετο: απαθής).
1] Τρεις εννοεί την γαστριμαργία, φιλαργυρία και κενοδοξία, που θεωρούνται ρίζες των παθών. Στους τρεις αυτούς πειρασμούς πολεμήθηκε και ο Κύριος στην έρημο. Πέντε εννοεί την πορνεία, ακηδία, λύπη, οργή και υπερηφάνεια.
[2] Εννοεί τον αββά Λέοντα από την Καππαδοκία, ο οποίος προκειμένου να σώσει τρεις μοναχούς που συνέλαβαν αιχμαλώτους οι Μάζικες – βερβερικός λαός της Βορείου Αφρικής- δεν δίστασε να παραδοθεί υπέρ αυτών και τελικά να υποστεί μαρτυρικό θάνατος δι’ αποκεφαλισμού. Το περιστατικό αναγράφεται στο Λαυσαϊκό.
Τιμάται στις 30 Μαρτίου και την Δ’ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Από την έκδοση της Ιεράς Μονής Παρακλήτου.