(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Το κιλίμι και οι σκορπιοί
Βρήκα τον Γέροντα [τον Άγιο Πορφύριο], μια μέρα, να είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και νάχῃ πάνω από τις κουβέρτες, που τον σκέπαζαν, ένα παλιό τρύπιο κιλίμι. Μου έκανε εντύπωση κι᾿ ο Γέροντας το κατάλαβε, χωρίς να του πω τίποτε γι’ αυτό.
Μου λέει: «Βλέπεις αυτό το παλιό κιλίμι και αναρωτιέσαι, γιατί το έχω ρίξει επάνω μου; Το κιλίμι αυτό, που λες, το αγαπώ πολύ, γιατί έχει μεγάλη ιστορία. Το χάρισε στον Γέροντά μου η γιαγιά του, από τα προικιά της κι᾿ ο Γέροντας το χάρισε σε μένα, σαν ευλογία, όταν ήμουν νέος υποτακτικός του. Από τότε δεν το αποχωρίσθηκα.
Όταν ήμουν στο Άγιον Όρος, το έστρωνα κάτω στο χώμα του κελλιού μου και ξάπλωνα επάνω του και κοιμώμουν. Την νύχτα όμως, καθώς έκανε κρύο, ερχόταν και κρυβόταν, κάτω από το κιλίμι, σκορπιοί, γιατί εκεί, κάτω από το σώμα μου, έβρισκαν ζεστασιά. Το πρωί, όταν ξυπνούσα, ανασήκωνα με προσοχή το κιλίμι, έπαιρνα μια σκούπα και απαλά – απαλά, έβγαζα τους σκορπιούς έξω από το κελλί μου, χωρίς να τους τραυματίσω. Το άλλο βράδυ, οι σκορπιοί ξανάρχονταν να ζεσταθούν».
Θαύμασα και ανατρίχιασα για το περιστατικό, φανταζόμενος τον Γέροντα να κοιμάται μακάριος επάνω σε σκορπιούς. Περιώρισα όμως την φρικίασή μου, σκεπτόμενος, πως ίσως οι σκορπιοί ήσαν μικροί και γι’ αυτό ακίνδυνοι.
Σε λίγο ο Γέροντας σηκώθηκε από το κρεββάτι και μου πρότεινε να τον συνοδεύσω, για περίπατο, έξω στα δένδρα. Περιέργως, επισκέπτες δεν υπήρχαν την ώρα εκείνη και έτσι απέκτησα το σπάνιο προνόμιο, να έχω τον Γέροντα αποκλειστική συντροφιά μου.
Καθώς βαδίζαμε σιωπηλοί, έψαχνα με τη σκέψη μου να βρω το πιο επείγον θέμα μου, για να το συζητήσουμε.
Όμως ο Γέροντας διέκοψε τις σκέψεις μου, λέγοντας:
«Και μη νομίσης, ότι οι σκορπιοί που σούλεγα ήταν μικροί. Ήταν κανονικοί, μεγάλοι».
Δεν ήξερα, τι να πρωτοθαυμάσω: Το μέγεθος της διόρασης του Γέροντα, που «έπιανε» και τους πιο κρυφούς λογισμούς μου ή το μέγεθος των σκορπιών.
Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα μια σχετική φράση του Ευαγγελίου και του είπα: «Γέροντα, με σας πραγματοποιήθηκε ο λόγος του Χριστού:
“Ιδού δίδωμι υμίν την εξουσίαν του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού, και ουδέν υμάς ου μη αδικήση”».
Ο Γέροντας αντέδρασε θυμωμένα:
«Όχι, μωρέ, μη λες τέτοια πράγματα. Αυτό το είπε ο Χριστός για τους εβδομήκοντα μαθητάς του, δεν το είπε για μένα».
Και τότε θαύμασα, περισσότερο απ’ τη διόρασή του κι’ απ᾿ τους σκορπιούς, την μεγάλη του ταπείνωση.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Γιαννιτσιώτη, «Κοντά στο Γέροντα Πορφύριο, (Ένα πνευματικοπαίδι του θυμάται), έκδοση Ιερόν Γυναικείον Ησυχαστήριον, η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Αθήνα 1995.