Άγιος Συμεών Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Περί μετανοίας και εξομολογήσεως
Κεφάλαιο Β΄
Ότι πρέπει όλοι να μετανοώσιν ιερωμένοι τε και λαϊκοί
Διά τούτο λοιπόν πρέπει μόνον να μετανοώμεν, καθώς ο Βαπτιστής και ο Δεσπότης εκήρυξε και μετ’ αυτούς οι Μαθηταί· και ουχί μόνον τινές αλλ’ όλοι απλώς λαϊκοί και μονασταί και κληρικοί και ιερείς και αρχιερείς και να μη χωρίζη τις τον εαυτόν του από την μετάνοιαν· διότι όλοι ημάρτομεν και αμαρτάνομεν και χρέος έχομεν όλοι να μετανοώμεν.
Διά τούτο ο Σωτήρ ημών και ο βαπτιστής είπε· «μετανοείτε· ήγγικε γάρ η βασιλεία των ουρανών»· δηλαδή αυτός ο των ουρανών βασιλεύς ήγγικε και είναι πλησίον των μετανοούντων, διότι, ως γέγραπται «είναι εγγύς ο Κύριος πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αληθεία».
Εγώ δε μεγαλοφώνως βοώ εις όλους, ας μετανοώμεν όλοι, αδελφοί, διά της χάριτος του Σωτήρος ημών, διά να σωθώμεν.
Εγγύς είναι η βασιλεία του Θεού και διά να είπωμεν κατά τον θειότατον Παύλον νυν εγγύτερον ημίν η σωτηρία· ο γάρ Σωτήρ και Κριτής ημών έρχεται. «Αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός».
Ότι δε αναγκαία είναι και εις τους ιερείς, καθώς εις τους μοναχούς και λαϊκούς, η εξαγόρευσις και η μετάνοια τούτο το μαρτυρεί και ο Απόστολος λέγων «εξομολογείσθε τα παραπτώματα και εύχεσθε υπέρ αλλήλων όπως ιαθήτε».
Διδάσκει με την εξομολόγησιν αλλήλοις και με τας ευχάς υπέρ αλλήλων ότι εις όλους είναι χρειώδης και άφευκτος η εξαγόρευσις και η μετάνοια των επταισμένων, την οποίαν προεκήρυξε μεν ο βαπτιστής, ως είπομεν, ενήργησε δε και ο Σωτήρ δεξάμενος τας των αμαρτωλών εξομολογήσεις και εξαιρέτως του τελώνου, του ασώτου, της πόρνης, του Ζακχαίου, του ληστού επί του Σταυρού και πολλών άλλων αμαρτησάντων.
Και με παραβολάς δε πολλάκις αυτό τούτο δηλοί και μάλιστα με την παραβολήν του ασώτου, ο οποίος όλα τα της μετανοίας ενεργεί και μας διδάσκει και λέγων μεν το «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου» την εξομολόγησιν ενεργεί, το δε «ουκ ειμί άξιος κληθήναι υιός σου», την συντριβήν της καρδίας υπεμφαίνει και την κατάκρισιν και αυτομεμψίαν εαυτού· το δε «ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου» παριστάνει την με ελπίδα ταπεινήν ικεσίαν και ότι δεν πρέπει να απελπισθή τις.
Ιδού λοιπόν και υπό του Ευαγγελίου προβάλλονται οι καρποί της μετανοίας, τους οποίους απαιτεί και ο βαπτισθείς, οι οποίοι είναι το να επιστρέψωμεν δηλαδή από την αμαρτίαν· διότι με αυτόν τον τρόπον και ο άσωτος το κατώρθωσε, και αφήσας την ασωτίαν επέστρεψε προς τον πατέρα εξομολογούμενος· ήμαρτον, λέγει παρρησία· ήμαρτον ουχί απλώς, αλλ’ εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου πράττων τα ανόσια και εναντία των ουρανίων· ήμαρτον και ενώπιόν σου, διότι εφάνην δηλαδή καταφρονητής σου και δεν εφοβήθην μήτε συνεστάλην ή ενετράπην παντάπασι σέ τον άγιον Ποιητήν μου.
Τούτο παριστά και την κατάκρισιν εαυτού· λέγει δηλαδή «ουκ ειμί άξιος κληθήναι υιός σου». Μας παριστά δε με το ακόλουθο να ευχώμεθα και να ζητώμεν τα έργα των ταπεινών και υποδίκων και οφειλόντων «ποίησόν με, λέγων, ως ένα των μισθίων σου».
Αυτήν την μετάνοιαν και ο χορός των Αποστόλων έπραξε και την εδίδαξε· μάλιστα δι’ αυτό τούτο κυρίως εκοπίαζον και επέδραμον την οικουμένην και έτρεχον εις τον θάνατον διά να επιστρέφουν εις μετάνοιαν τους αμαρτάνοντας και εις το φως της γνώσεως τους αφωτίστους· ποτέ μεν εκανόνιζον τους αμαρτωλούς, ποτέ δε τους παρεκάλουν, ποτέ τους απεστρέφοντο και πάλιν τους εδέχοντο, όταν ήτο χρεία, και παντοίοις τρόποις όλως διόλου απέβλεπον προς την σωτηρίαν αυτών.
Από το βιβλίο, «Συμεών Θεσσαλονίκης αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Τα άπαντα», των εκδόσεων Βασ. Ρηγόπουλος.