Δοκίμια

 Η Θεία Οδύνη στην Θεολογία του αγίου Δημητρίου Στανιλοάε

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που απασχόλησε την δυτική Θεολογία στον αιώνα που πέρασε είναι αυτό της θείας οδύνης. Διατυπώθηκαν απόψεις που διαφοποιήθηκαν πολύ από αυτά που έλεγε η παλαιότερη δυτική Θεολογία κι έγινε προσπάθεια να δοθούν νέες λύσεις. Ο άγιος Δημήτριος Στανιλοάε, βαθύς γνώστης της πατερικής παράδοσης, αλλά και άνθρωπος γεμάτος με αγιοπνευματική χάρη, απάντησε σε αυτό το πρόβλημα, που ταλάνισε τόσο τον δυτικό στοχασμό.

Εν πρώτοις ο άγιος Δημήτριος παρατηρεί ότι από την δυτική ιδίως φιλοσοφία των τελευταίων καιρών απουσιάζει η έννοια της «εσωτερικότητας» («Ο Θεός είναι Αγάπη», Εκδ. Πουρναρά, Θεσ/κη 1983, σ. 45. Πάνω σε αυτό το βιβλίο εργάζομαι κυρίως στο παρόν άρθρο). Ο π. Δημήτριος έχει απόλυτο δίκιο: δύο κορυφαία ονόματα της δυτικής φιλοσοφίας, ο Νίτσε και ο Χάιντεγκερ, αρνήθηκαν ότι υπάρχει «εσωτερικότητα». Ο μεν Νίτσε είχε αναπτύξει μια θεωρία κατά την οποία πιστεύουμε ότι υπάρχει «εγώ» γιατί η γλώσσα μάς παραπλανά (θέτοντας υποκείμενα εκεί όπου δεν υπάρχουν, όταν λέμε π.χ. [η αστραπή] αστράφτει κ.λπ.), ενώ δεν υφίσταται στην πραγματικότητα κανένα υποκείμενο∙  και ο Χάιντεγκερ επίσης ακολουθεί παρόμοια άποψη. Πιο συγκεκριμένα, λέγει ότι το λεγόμενο «ενθάδε-είναι» είναι ένα «άνοιγμα» προς τον κόσμο και τίποτε πέραν αυτού. Ως καθαρό άνοιγμα δεν έχει λοιπόν καμία εσωτερικότητα.

Μιλώντας για «εσωτερικότητα» ο άγιος Δημήτριος εννοεί φυσικά το «υποκείμενο», με την έννοια που έχει στην πατερική παράδοση. Υπάρχει πραγματικά το «εγώ» και το «συ» και δεν πρόκειται για φαντασιώσεις, όπως θα έλεγαν αυτοί οι φιλόσοφοι. Και, όταν μιλάμε για το Υπέρτατο Υποκείμενο, τότε μιλάμε και για «αιωνιότητα» (σ. 45). Η αιωνιότητα είναι στην ουσία της μια πληρότητα ζωής. Η Δύση δυστυχώς, παρατηρεί ο π. Δημήτριος, δεν γνωρίζει την αληθινή αιωνιότητα. Μιλά για μια ψεύτικη αιωνιότητα της αναλλοίωτης Θείας Ουσίας, που δεν γνωρίζει βέβαια άκτιστες ενέργειες, ή, αργότερα, για τον Θεό ως ένα συνεχές «γίγνεσθαι», για τίποτε σταθερό εντός της Θεότητας. Η πρώτη αντίληψη αναφέρεται στην θεολογία του Θωμά Ακινάτη, η δεύτερη ουσιαστικά στην επίδραση που άσκησε ο Έγελος στην δυτική θεολογία του εικοστού αιώνα.

Η αληθινή αιωνιότητα, όμως, λέγει ο άγιος Δημήτριος είναι αυτή της Αγίας Τριάδος, όπως μίλησαν σχετικά οι μεγάλοι Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Και αυτό γιατί ζωή υπάρχει εκεί που υφίσταται αληθής «κοινωνία» μεταξύ υποκειμένων. Η ζωή της αιώνιας θείας υποκειμενικότητας πρέπει από κάθε άποψη να είναι μια αναλλοίωτη πληρότητα. Πρέπει επίσης ένα τέλειο υποκείμενο να αγαπά άλλο ένα τέλειο υποκείμενο ώστε η κοινωνία αυτή να είναι αληθινά ζωντανή και ανεξάντλητη.

                               ****************

Δεν αναφερθήκαμε ακόμη στην θεία Οδύνη. Λοιπόν, αυτή μπορεί να υπάρξει μόνο εν χρόνω- αλλά ο χρόνος είναι γνώρισμα του ανθρώπου και όχι του Θεού. Ωστόσο, γράφει ο άγιος Δημήτριος ότι μόνο η θεία αιωνιότητα κάνει δυνατή την κατανόηση του χρόνου –δίχως θεία αιωνιότητα δεν θα υπήρχε και χρόνος. Αυτό ηχεί φιλοσοφικά εντελώς παράδοξο, και μάλιστα για έναν στοχαστή όπως π.χ. ο Χάιντεγκερ. Για αυτόν η «αιωνιότητα» είναι μεταφυσική, ο χρόνος η πεμπτουσία του «Είναι». Είπαμε όμως πως για τον άγιο Δημήτριος η αιωνιότητα όχι μόνο δεν είναι μεταφυσική, αλλά είναι αποτέλεσμα της τέλειας θείας εσωτερικότητας, όπου το ένα Άγιο Υποκείμενο δίδεται ολόκληρο σε ένα άλλο Τέλειο Υποκείμενο. Χρόνος στην Αγία Τριάδα δεν υπάρχει γιατί η δωρεά του Ενός Αγίου Υποκειμένου στο Άλλο είναι εξ ορισμού πλήρης και ολοκληρωμένη. Ωστόσο, όταν ο Κύριος δημιουργεί τον άνθρωπο, που είναι μυριοϋπόστατος αλλά δεν γνωρίζει την πληρότητα της δωρεάς του ενός υποκειμένου στο άλλο, δημιουργείται ο  «χρόνος», ώστε ο άνθρωπος να προοδεύσει διαρκώς στην πνευματικοποίησή του. Περαιτέρω, το πιο βασικό, ο Θεός έκανε εμάς τους ανθρώπους ικανούς να μετάσχουμε στην θεία αιωνιότητα ακόμη και από αυτή την ζωή -συμφώνως και προς τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά. Πορευόμαστε λοιπόν προς τον Κύριο, αγωνιζόμαστε να γίνουμε άξιοι της μετοχής στην θεία αιωνιότητα- και αυτός ακριβώς ο αγώνας είναι από υπαρξιακή άποψη ο χρόνος. Μας είναι απαραίτητος για να ανταποκριθούμε πλήρως στην θεία δωρεά.

Ο Θεός λοιπόν μπορεί και κατέρχεται στον χρόνο για να βοηθήσει το πλάσμα Του. Ωστόσο, ισχύει και το αντίθετο, πράγμα που η δυτική θεολογία δεν κατάλαβε ποτέ αληθινά: «ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός» (Μ. Αθανάσιος). Η δυτική θεολογία, που δεν πιστεύει ότι ο άνθρωπος μπορεί στα αλήθεια να γίνει «θείας φύσεως κοινωνός» (κατά τον Θωμά Ακινάτη η μακαριότητα της άλλης ζωής θα έγκειται απλώς σε μια ‘ευδαίμονα θέαση’ της θείας Ουσίας), θεώρησε ότι δεν μας έσωσε κατευθείαν ο Σταυρός και η Ανάσταση του Χριστού: αυτό που συνέβη είναι ότι ο Θεός-Πατήρ έσβησε τις αμαρτίες μας λόγω των «αξιομισθιών» της Σταυρικής Θυσίας (η γνωστή θεωρία του Ανσέλμου Καντερβουρίας περί ικανοποίησης της θείας δικαιοσύνης). Η ορθόδοξη Πατερική Θεολογία φυσικά πιστεύει ότι μας έσωσε ο ίδιος ο Σταυρός και η Ανάσταση του Χριστού, που κατάργησε τον θάνατο, ανακαίνισε και θέωσε την φύση μας. Και με τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, όπως τονίζει ο άγιος Δημήτριος Στανιλοάε, ο άνθρωπος γίνεται θεός κατά χάριν και μάλιστα μετέχει στην θεία Αιωνιότητα!

Όπως λοιπόν είναι άκρως ρεαλιστικό το ότι μετέχουμε ως άνθρωποι στην θεία φύση, το ίδιο ρεαλιστικό είναι ότι ο Λόγος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Θεότητας, ενανθρώπησε, έγινε δηλαδή άνθρωπος και εισήλθε στον χρόνο. Ανέκαθεν ο Θεός συγκατέβαινε και εισερχόταν στον χρόνο μιλώντας π.χ. στους Προφήτες του. Με την Ενσάρκωση ωστόσο γνωρίσαμε την ίδια την Υπόσταση του Λόγου- κανείς δεν μπορεί να μιλήσει επάξια για το μέγεθος αυτής της δωρεάς. Γίναμε κι εμείς μικροί Χριστοί, αληθινοί θεοί κατά χάριν! Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο άγιος Δημήτριος, όταν ο Θεός ενανθρώπησε, δεν εγκατέλειψε την αιωνιότητα της τριαδικής ζωής (σ. 49), όπως νομίζουν μερικοί δυτικοί θεολόγοι- αυτοί θεωρούν ότι ο Θεός στον Σταυρό εγκατέλειψε την Θεότητά Του! Αυτό είναι προφανώς λάθος. Η πληρότητα της Τριαδικής Θείας Ζωής δεν επηρεάζεται από την σχέση του Θεού με τα κτίσματα: αυτό είναι ένα ορθόδοξο δόγμα. Ωστόσο, ο Θεός, όπως λέγει ο άγιος Δημήτριος, «υποφέρει» πραγματικά, όταν το πλάσμα Του αδυνατεί να ανταποκριθεί στην θεία κλήση.

Φθάσαμε στο σημείο που είναι άκρως σημαντικό: ο Θεός, όντως, λέγει ο άγιος Δημήτριος, με ένα συγκεκριμένο τρόπο μετέχει στον πόνο μας (σ. 59). Έχουμε τη συνήθεια να λέμε πως ο Θεός υποφέρει εξαιτίας της δικής μας άρνησης, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει πως στερείται κάτι, για αυτό και πάσχει. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι υποφέρει όχι γιατί έχει ανάγκη την αγάπη μας, αλλά μόνο και μόνο γιατί το πλάσμα Του περιπίπτει με την άρνησή του στην οδύνη. Τα θεία αγαθά στην πραγματικότητα προσφέρονται σε όλους άφθονα. Ο Θεός αγαπά όλα τα πλάσματά Του. Και έτσι, βλέποντας ότι ο άνθρωπος αρνείται να δεχθεί και να αφομοιώσει τις άκτιστες ενέργειές Του, με τις οποίες τον προσεγγίζει, υποφέρει πραγματικά (σ. 59).

Δεν είμαστε εξοικειωμένοι ως ορθόδοξοι ότι πράγματι ο Θεός υποφέρει εξαιτίας μας. Ωστόσο, αυτό είναι αληθινό γεγονός και μάλιστα, κατά τον μεγάλο θεολόγο και άγιο, αυτό θεμελιώνεται στην ίδια την τριαδική ζωή (σ. 59). «Το ότι ο Θεός μπορεί ν’ αναφέρεται στο κτίσμα, να υποφέρει εξαιτίας του, τούτο θεμελιώνεται στην τριαδική ζωή. Έτσι μπορεί κανείς να καταλάβει τη θεωρία για τον ‘σφαγμένο αμνό πριν από τη θεμελίωση του κόσμου’, που υποστήριζε πρόσφατα ο H. U.von Balthasar: ‘Ή σύγχρονη ρωσική θεολογία- όχι βέβαια δίχως γνωστική και εγελιανή επίδραση- τοποθέτησε στη σωστή θέση αυτή την άποψη, στο κέντρο των προκαταλήψεών της. Έπρεπε η αντίληψη του Bulgakov να ξεκαθαριστεί από τις σοφιολογικές προκαταλήψεις και να φανεί η κεντρική σκέψη- αντικείμενο πολλαπλών εξελίξεων-, μια σκέψη που πιο πάνω τη θέσαμε στο κέντρο της συζήτησης: η τελευταία προϋπόθεση της κένωσης είναι η ‘αυτό-λήθη’ των τριαδικών πρόσωπων στις καθαρές τους σχέσεις στην ενδοτριαδική ζωή της αγάπης’» (σσ. 60-1).

Συνοψίζοντας την σχετική διδασκαλία του π. Στανιλοάε περί θείας οδύνης, θα λέγαμε τα εξής: ο Θεός υποφέρει εξαιτίας της δικής μας άρνησης να τον προσεγγίσουμε, αλλά δεν ζει τούτη την άρνηση σαν έλλειψη αγάπης και μακαριότητας στην ενδοτριαδική ζωή. Έτσι η ευτυχία αυτής της αγάπης δεν μειώνεται, παραμένοντας πάντοτε τέλεια. Η αγάπη των χριστιανών δεν ικανοποιεί καμία ανάγκη της θείας Ουσίας, για αυτό και η θεία οδύνη είναι εκούσια- πάντως υπαρκτή (σ. 61). Αυτή είναι η διδασκαλία του αγίου Δημητρίου, που ουσιαστικά μιλά για το μη παθητό της Θείας Ουσίας.

                        *****************

Θα σταματήσουμε εδώ την παρουσίαση της θεολογίας του Αγίου Δημητρίου περί θείας οδύνης, μολονότι υπάρχουν και άλλα σημαντικά να ειπωθούν. Κάνει εντύπωση ότι στον συγκεκριμένο άγιο καταφάσκεται η πραγματικότητα της θείας οδύνης, που βέβαια δεν θίγει σε τίποτε την τελειότητα της μακαριότητας της ενδοτριαδικής ζωής. Θα ήθελα εδώ να τελειώσω με έναν λόγο που μου είπε ο μακαριστός αγιασμένος γέροντάς μου π. Ιγνάτιος Καπνίσης, όταν τον ρώτησα αν στενοχωρήθηκε ο Θεός-Πατήρ όταν σταυρώθηκε ο Υιός Του. Η απάντηση του Γέροντα ήταν : «Ναι, στενοχωρήθηκε». Τον ξαναρώτησα, «πώς μπορεί να συνέβη κάτι τέτοιο, εφόσον ο Πατήρ δεν ενανθρώπησε και ξέρουμε πως η Θεότητα είναι απαθής;». Ο Γέροντας τότε μου απάντησε με ένα περιστατικό από τη ζωή του αγίου Αυγουστίνου, που, περπατώντας στην ακρογιαλιά και σκεπτόμενος το τριαδικό δόγμα, είδε ξαφνικά κάποιον να προσπαθεί να γεμίσει ένα κουβαδάκι με όλη την θάλασσα. «Δεν γίνεται αυτό», είπε ο άγιος. Και ο άγγελος –γιατί άγγελος ήταν- που προσπαθούσε να αδειάσει όλη την θάλασσα, του απάντησε: «Γιατί, γίνεται και ο Θεός να χωρέσει μέσα στο ανθρώπινο μυαλό;». Ο Θεός είναι απερινόητος. Για αυτό ας μείνουμε σε όσα η Γραφή και οι άγιοι Πατέρες λένε για τον Θεό, χωρίς να προσπαθούμε να εξορθολογίσουμε μυστήριο.