Ο 19ος και ο 20ος αιώνας ήταν η εποχή του τέλους της Μεταφυσικής. Οι φιλόσοφοι Νίτσε και Χάιντεγκερ έπαιξαν πολύ μεγάλο ρόλο ως προς αυτό- στη Δύση έγινε προσπάθεια καθόλη την διάρκεια του περασμένου αιώνα να απαντήσει η χριστιανική θεολογία απέναντι σε αυτό. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το έργο του σημερινού φιλοσόφου και θεολόγου Jean-Luc Marion, ο οποίος στο έργο του «ο Θεός χωρίς το Είναι» προσπαθεί να απαντήσει στον Χάιντεγκερ, λέγοντας ότι μπορούμε να σκεφθούμε τον Θεό δίχως το Είναι. Παραπέμπει μάλιστα στον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, ο οποίος λέγει ότι το κύριο όνομα του Θεού είναι «Αγάπη» («Έρως») και όχι το Είναι. Παραπέμπει επίσης και σε αρκετά βιβλικά χωρία, όπως ο Θεός «κατάργησε τα όντα για να αναδείξει τα μη όντα» κ.λπ.

Η Ορθόδοξη Θεολογία δεν μπορούσε φυσικά να μείνει αμέτοχη στο πρόβλημα. Ιδιαίτερη σημασία σχετικά έχει το έργο του αγίου Δημητρίου Στανιλοάε, το οποίο έρχεται ως μια ερμηνευτική σύνοψη όλης της προγενέστερης ορθόδοξης παράδοσης- αξίζει να σημειώσουμε ότι ο άγιος κρατά ωστόσο ζωντανή και την επαφή με την δυτική φιλοσοφία και προπαντός θεολογία. Μολονότι, όπως είναι φυσικό, πολέμιος της Μεταφυσικής, προτιμά να ονομάσει κυρίως τον Θεό ως «Απόλυτο» (στο βιβλίο του « Ο Θεός είναι Αγάπη», Εκδ. Πουρναρά, Θεσ/κη 1983. Αυτό το βιβλίο χρησιμοποιώ κυρίως εδώ), λέγοντας τα εξής: «Το πιο ευρύ θείο κατηγόρημα είναι το απόλυτο. Δηλώνει την πλήρη ανεξαρτησία. Ο Θεός δεν εξαρτάται από τίποτα και το παν εξαρτάται από το Θεό… είναι η ανεξάντλητη πληρότητα και η πέρα για πέρα απροσδιόριστη ύπαρξη» (σ. 35).
Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι ανακύπτει μια διαφωνία με τον Jean-Luc Marion, ο οποίος λέγει ότι το κύριο κατηγόρημα για τον Θεό είναι η «Αγάπη». Αυτό δεν είναι ασφαλώς λάθος, ωστόσο, αν αρκεστούμε απλώς σε αυτό, τότε κατ’ ανάγκην η Αγάπη θα συναισθηματικοποιηθεί. Αυτό που γνωρίζει ο άνθρωπος στην καθημερινή του ζωή ως «αγάπη» είναι πάντα κάτι μερικό: για παράδειγμα, η μητέρα αγαπά το παιδί της, ωστόσο αυτή η σχέση δεν παύει να πάσχει από μια μερικότητα. Η μητέρα αγαπά το «δικό» της παιδί, και μάλιστα συχνά με έναν τρόπο που υποδηλώνει, θα μπορούσαμε να πούμε, εγωισμό: για παράδειγμα, όταν το υπερπροστατεύει, τότε αυτό οφείλεται στην «κρυφή», όπως θα μας έλεγαν και οι ψυχαναλυτές, επιθυμία της, να μην φύγει το παιδί μακριά της, να μην απεξαρτηθεί. Το ίδιο συμβαίνει και με την φιλική αγάπη, καθώς τους φίλους τούς ενώνει το «κοινό» ενδιαφέρον, κάτι επίσης μερικό. Το ίδιο και η ερωτική αγάπη κ.λπ. Όσον αφορά την χριστιανική αγάπη, τον τελειότερο λόγο είπε ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Αν μερικούς ανθρώπους τους αγαπάς πολύ, άλλους λίγο και άλλους καθόλου, γνώριζε ότι είσαι πολύ μακριά από την αγάπη που παρήγγειλε ο Χριστός.»
Θα πρέπει λοιπόν να βρεθεί ένας τρόπος για να περιφρουρηθεί η «Αγάπη», στην αληθινή της φύση, έτσι όπως την περιγράφει ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στο έργο του (την αποκαλεί «Έρως»). Και ο τρόπος αυτός είναι να χρησιμοποιήσουμε ακριβώς τον όρο «Απόλυτο», όπως λέγει ο άγιος Δημήτριος. Θα μπορούσε όμως να ρωτήσει κανείς: «Έτσι δεν επιστρέφουμε στην Μεταφυσική;». Η απαντηση είναι όχι, γιατί το «Απόλυτο», όπως λέγει ο άγιος Δημήτριος, είναι κάτι που σχετίζεται με την πλήρη «ανεξαρτησία», ακόμη και έναντι του «Είναι», το οποίο είναι ο κατ’ εξοχήν μεταφυσικός όρος για τον Χάιντεγκερ. Απόλυτο όμως για τον άγιο Δημήτριο μπορεί να είναι μόνο ένα «υποκείμενο»: ως προς αυτό μοιάζει με τον Ζαν-Λυκ Μαριόν, ο οποίος, μιλώντας για Αγάπη, ουσιαστικά μιλά για κάποιο υποκείμενο. Είναι αλήθεια ότι ο Χάιντεγκερ θεωρούσε τον όρο «υποκείμενο» εκπτωτικό, γιατί αυτό ενέχει «εσωτερικότητα», ενώ το δικό του «ενθάδε-είναι» είναι καθαρή και απόλυτη εξωτερικότητα, όσο και αν φαίνεται παράξενο για έναν «υπαρξιστή» φιλόσοφο. Ωστόσο, όπως λέγει ο άγιος Δημήτριος, ο όρος «Αγάπη», που τον περιφρουρεί στην πραγματικότητα το «Απόλυτο», παραπέμπει κατευθείαν στην Τριαδικότητα του Θεού, γιατί δεν μπορεί, όπως λέγει ο θεοφόρος πατήρ, το υποκείμενο να υπάρχει μόνο του, και μάλιστα να είναι αγάπη, δίχως άλλο ένα υποκείμενο το οποίο να το αγαπά. Και μάλιστα, υπάρχει και ένα τρίτο υποκείμενο, ούτως ώστε να μην αποβαίνει η αγάπη μεταξύ των δύο «κλειστότητα». Ας προσέξουμε στο σημείο αυτό. Δεν πρόκειται για μια μεταφυσική αριθμολογία. Πρόκειται για μια ζώσα θεολογία.
Ο άγιος Δημήτριος λέγει επιπροσθέτως, προς επίρρωσιν των ισχυρισμών του, ότι εν μέρει «απόλυτο» είναι και το ανθρώπινο υποκείμενο- στο σημείο αυτό γεννιέται ένα ερώτημα, το οποίο για να το απαντήσουμε πρέπει να προστρέξουμε και πάλι στον Μαριόν. Το ερώτημα είναι: πώς γίνεται να αγαπά κάποιος και μετά να «Είναι»; (επαναλαμβάνουμε ότι το «Είναι» για τον Χάιντεγκερ είναι ο κατ’ εξοχήν μεταφυσικός όρος). Ο γάλλος φιλόσοφος λέγει, ασκώντας σφοδρή κριτική στον Ντεκάρτ, ότι «για να υπάρχω πρέπει πρώτα να αγαπώμαι. Αν δεν με αγαπούν, δεν γίνεται να είμαι». Και πραγματικά, όπως μας διδάσκει και πάλι η ψυχολογία, αν ένα βρέφος το ταΐζουμε κανονικά, αλλά κανείς δεν το αγγίζει τρυφερά, αρνείται να φάει και πεθαίνει.
Θα μιλήσουμε κάπως πιο αναλυτικά τώρα για το εξής θέμα: γιατί η ανθρώπινη αγάπη δεν μπορεί από μόνη της να έχει αληθινά απόλυτο χαρακτήρα; Ή και σε ορθόδοξη θεολογική γλώσσα, γιατί η ανθρώπινη αγάπη δεν «σώζει», δεν «θεώνει»; Στον Μαριόν αυτό δεν ξεκαθαρίζεται όπως πρέπει. Ο άγιος Δημήτριος λέγει λοιπόν (σσ. 27-8) ότι «κάθε συνάντηση του ανθρώπου με άλλους ανθρώπους τείνει και σε μια αποκατάσταση προσωπική, απεριόριστη αλλά και περιορισμένη. Ταυτοχρόνως όμως τούτη η ελπίδα είναι μια σταθερή εξαπάτηση, γιατί η αμοιβαία ενεργοποίηση στην πραγμάτωση της συνάντησης (με τον άλλον άνθρωπο) είναι συνάμα περιορισμός και συσπείρωση. Στην προσωπική συνάντηση ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται πρωταρχικά την περατότητά του σε σχέση με εκείνη του συνανθρώπου του. Αυτή η εμπειρία κορυφώνεται στο προοδευτικό πλησίασμα, έτσι ώστε όσο πιο έντονο γίνεται το πλησίασμα, τόσο να γίνεται πιο προφανής ο φευγαλέος χαρακτήρας του ανθρώπινου ‘Συ’».
Ο Χάιντεγκερ θεωρεί ότι αυτή η «περατότητα» και η «χρονικότητα» του ανθρώπου δεν πρέπει να θιχτεί με κανέναν τρόπο, γιατί έτσι γυρίζουμε στην μεταφυσική. Μπροστά σε μια κηδεία, αποκαλύπτεται κατ’ αυτόν το νόημα του Είναι και θα είναι μεταφυσική να πεις «υπάρχει μετά θάνατον ζωή». Ή, αν μάθεις ότι έχεις καρκίνο, αποκαλύπτεται ξανά το νόημα του Είναι και θα ήταν ανεπίτρεπτη επίσης επιστροφή στη Μεταφυσική να πεις στον ασθενή «κάνε υπομονή και ο Θεός θα σε βάλει στον Παράδεισο». Ο άγιος Δημήτριος εξηγεί πάρα πολύ καλά από πού κατάγεται αυτή η τόσο χαρακτηριστική για τον Χάιντεγκερ στάση- που κατέληξε στην Δύση να γίνει έμμονη ιδέα. Λοιπόν, ο άγιος Δημήτριος λέγει ότι η Δυτική Θεολογία δεν είναι καθόλου εξοικειωμένη με την ιδέα ότι, όπως λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, «ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός». Πιο συγκεκριμένα, συμβαίνει το εξής: η δυτική θεολογία δεν αντιλαμβάνεται ότι τα δημιουργήματα είναι ικανά να βρίσκονται σε σχέση με τον υπερφυσικό Θεό, να γεμίζουν με τη ζωή της αιωνιότητας και να την μεταδίδουν. Η σημερινή δυτική θεολογία φοβάται την αιωνιότητα και δοξάζει την χρονιότητα. «Υπήρξε καιρός, λέγει ο άγιος Δημήτριος, όπου ο Προτεσταντισμός πίστευε ότι η δύναμη της σωτηρίας δεν φανερώθηκε κυρίως με την έλευση του Θεού μεταξύ των ανθρώπων, αλλά ότι μας είχε δοθεί ενόψει αυτής της έλευσης. Ο Ρωμαιοκαθολικισμός είχε την ίδια θέση, αλλά με μια απόχρωση ιδιαίτερη: πέρα απ’ αυτή την έλευση του Χριστού, έβλεπε στο Θεό ένα τέτοιο αναλλοίωτο, έτσι ώστε ο Πατέρας να μη μας σώζει διαμέσου της σάρκωσης του Υιού του, αλλά διαμέσου της κυρίαρχης απόφασής του που την πήρε εξαιτίας των αξιομισθιών αυτής της σάρκωσης.» (σσ. 40-1). Για την Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία η λύτρωση προήλθε από την Σταύρωση ασφαλώς, όπου ο Θεός πήρε όλη την αμαρτία και την ενοχή του Αδάμ, αλλά και με την Ανάσταση, η οποία ανακαίνισε πλήρως την ανθρώπινη φύση, που εφθάρη με την αμαρτία των πρωτοπλάστων. Νικήθηκε ο θάνατος. Αυτό για την Πατερική Θεολογία είναι μια νίκη που το πετυχαίνει ο ίδιος ο Σταυρός και η Ανάσταση του Χριστού, και όχι ασφαλώς κάποιες «αξιομισθίες» του Θείου Πάθους.
Όπως ρητά διευκρινίζει ο άγιος Δημήτριος, ο Θεός είναι βέβαια το Απόλυτο, η Αγία Τριάς, ωστόσο μπορεί, δίχως να αλλοιώνεται η αιωνιότητά του, να συγκαταβαίνει και να εισέρχεται σε μια χρονική σχέση με το δημιούργημά του- και αυτό δεν είναι μεταφυσική. Ωστόσο συμβαίνει το εξής: όπως ο ίδιος ο Χριστός δεν είναι μόνο άκτιστος Θεός αλλά και κτιστός άνθρωπος, αυτό ισχύει κατ’ αναλογίαν και για τον άνθρωπο: ο άνθρωπος, χωρίς να χάνει τη φύση του (η οποία βέβαια μεταμορφώνεται με την Ανάσταση) είναι και κατά χάρη αληθινός θεός. Αυτό η δυτική θεολογία, μαζί και η φιλοσοφία που πρόεκυψε από αυτήν, αδυνατεί να το κατανοήσει, γιατί στερείται της παλαμικής θεολογίας περί διακρίσεως Ουσίας και Ακτίστων Ενεργειών. Η διάκριση αυτή θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι είναι κατ’ εξοχήν «Μεταφυσική», ωστόσο πρόκειται για ένα λάθος: ο όρος «ουσία», που φαίνεται τόσο μεταφυσικός, μεταβάλλεται ήδη από τον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη σε «Υπερουσία», ακριβώς για να φανεί ότι δεν πρόκειται για την αριστοτέλεια «ουσία». Για την δυτική Θεολογία, ή μάλλον, όπως την καταγγέλλει ο Χάιντεγκερ Οντο-θεολογία, ο Θεός δεν ενεργεί. Αυτό ισχύει τελείως για να τον Ακινάτη, για τον οποίο ο Θεός είναι «actus purus»: δεν δημιούργησε τον κόσμο επειδή έτσι ήθελε, αλλά είναι κατ’ ανάγκην δημιουργός. Η δημιουργία, τρόπον τινά, «απέρρευσε» από την ουσία του. Αλλά για τον άγιο Δημήτριο (σ. 21), ο Θεός παραμένει μεν κρυμμένος και αμετάβλητος στην πληρότητά του, αλλά εκδηλώνεται με μια άπειρη ποικιλία ενεργειών αγάπης. Δεν είναι καθόλου ένα εγελιανό καθαρό «γίγνεσθαι»- όπως έφθασε, από αντίδραση στην προγενέστερη (σχολαστική) παράδοση να τον θεωρεί η δυτική Θεολογία. Από την άκρα στατικότητα του Θεού στον Ακινάτη φθάσαμε στον Θεό ως καθαρό «γίγνεσθαι» σε μέρος της δυτικής θεολογίας του 20ου αιώνα. Η παλαμική διάκριση Ουσίας και ενεργειών, για την οποία μιλήσαμε, ισχύει άλλωστε εν μέρει και για τον άνθρωπο: ακόμη και το ανθρώπινο υποκείμενο επικοινωνεί ad extra δίχως καθόλου να μειώνεται (σ.25), παραμένει πάντα ταυτόσημο με τον εαυτό του, πηγή και αυτό πολλών δωρεών για τον συνάνθρωπο.
Τέλος, μιλώντας για την τριαδικότητα του Θεού, θα πρέπει να προσθέσουμε ότι ούτε και αυτό είναι μεταφυσική, γιατί, κατά τον άγιο Δημήτριο, τα Θεία Υποκείμενα δεν είναι εξωτερικά το ένα προς το άλλο. Χωρίς να χάνουν το προσωπικό τους ιδίωμα (πατρότητα- γεννητόν- εκπόρευση), «αλληλοπεριχωρούνται», είναι εσωτερικά το ένα για το άλλο. Σε αυτό διαφέρει Θεός και άνθρωπος: ο άνθρωπος διαλέγει τις σχέσεις του, ενώ αντιθέτως ο Θεός είναι Τριάς Προσώπων, η Τέλεια Κοινωνία. Εικόνα της είναι η ανθρώπινη κοινωνία.
**************
Δεν θα προχωρήσουμε άλλο την ανάλυση για την σχέση του αγίου Δημητρίου με την Μεταφυσική. Μείναμε σε λίγα, αλλά βασικά στοιχεία, τα οποία ελπίζουμε να αναπτύξουμε περαιτέρω σε άλλη εργασία μας- ο θεοφόρος Πατήρ υπήρξε μέγα καύχημα της Ορθοδοξης Θεολογίας τον 20ο αιώνα.