Εδώ και χρόνια με γοητεύουν τα λαϊκά μας παραμύθια επειδή κλείνουν μέσα τους την σοφία και την παράδοση του λαού μας και επίσης, όπως όλα τα λαϊκά δημιουργήματα, αναδίνουν απλότητα, γνησιότητα και φρεσκάδα. Πάει ακόμη πολύς καιρός που κατάλαβα πως τα παραμύθια μας δεν είναι μόνο για τα παιδιά.
Ένα παραμύθι που μου αρέσει ιδιαίτερα είναι «Ο κυρ Σιμιγδαλένιος». Το βρήκα στη συλλογή του λαογράφου Γεωργίου Α. Μέγα με τίτλο «Ελληνικά Παραμύθια», εκδόσεις Ι. Δ. Κολλάρος και Σια Α.Ε. με εικονογράφηση του Ράλλη Κοψίδη, σε δύο τόμους. Το παραμύθι βρίσκεται στον β’ τόμο, σελίδα 115.
Η υπόθεση σε συντομία έχει ως εξής.
Μια βασιλοπούλα αποφασίζει να φτιάξει μόνη της έναν άντρα, αφού κανείς από όσους την ζητούν δεν της αρέσει. Ζυμώνει μαζί τρία κιλά αμύγδαλα κοπανισμένα, τρία κιλά ζάχαρη και τρία κιλά σιμιγδάλι, πλάθει έναν άντρα και τον στήνει μπροστά στον Άγιο του σπιτιού. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες κάνει μετάνοιες και παρακαλάει το Θεό κι απάνω στις σαράντα μέρες ο Θεός τον ανασταίνει και τον ονομάζουν κυρ Σιμιγδαλένιο.
Η ομορφιά του και η φήμη του φτάνουν στα πέρατα της γης. Μια ξένη βασίλισσα έρχεται και με πονηριά τον αρπάζει. Η βασιλοπούλα πορεύεται πρώτα στη μάνα του φεγγαριού και ρωτάει το φεγγάρι αν έχει δει τον άντρα της. Δεν ξέρουν τίποτα, τη στέλνουν στον ήλιο αφού πρώτα της χαρίσουν ένα μύγδαλο.
Ούτε ο ήλιος κι η μάνα του ξέρουν κάτι και τη στέλνουν στ’ αστέρια, αφού της δώσουν ένα καρύδι. Τα αστέρια δεν έχουν δει τον κυρ Σιμιγδάλι, στο τέλος, όμως, ένα μικρό αστεράκι έχει δει πού βρίσκεται. Της δίνουν ένα φουντούκι και την ξεπροβοδούν.
Μετά από πεζοπορία, φτάνει στο παλάτι της κακιάς βασίλισσας, κάνει πως είναι ζητιάνα, τη βάζουν να βόσκει τις χήνες και να μένει στην αυλή του παλατιού. Σπάζει κάθε μέρα έναν – έναν τους ξηρούς καρπούς, βγαίνει από τον καθένα κάτι θαυμαστό που η βασίλισσα της το ζητάει, και η βασιλοπούλα απαιτεί να της δώσουν για ένα βράδυ τον κυρ Σιμιγδαλένιο. Τον ποτίζουν υπνωτικό και της τον στέλνουν τα δύο πρώτα βράδια. Την τρίτη βραδιά ο κυρ Σιμιγδάλης που έχει μάθει τί συμβαίνει, κάνει πως πίνει το κρασί με το υπνωτικό και πως κοιμάται και, όταν τον μεταφέρουν στην καλύβα της γυναίκας του, την παίρνει και δραπετεύουν.
Η κακιά βασίλισσα ζυμώνει κι εκείνη και πλάθει έναν άντρα, αλλά αντί για προσευχές έλεγε βλαστήμιες και στις σαράντα μέρες ο άντρας μούχλιασε και τον πέταξαν.
Από αυτή την διήγηση, αν το σκεφτούμε βαθύτερα, μπορούμε να πάρουμε κάποια μηνύματα. Το πρώτο, ότι με την πίστη και την υπομονή της η βασιλοπούλα πέτυχε να της χαρίσει ο Θεός αυτό που ζητούσε. Το δεύτερο, ότι έμεινε πιστή στον άντρα της και με φοβερές ταλαιπωρίες, κατάφερε να τον βρει και να ξαναενωθούν. Και το τρίτο, όπως στα περισσότερα παραμύθια, στο τέλος το καλό θριαμβεύει και το κακό κατατροπώνεται. Κάτι τελείως απαραίτητο, νομίζω, για την ψυχική υγεία των παιδιών που έχουν ανάγκη να μεγαλώνουν με αισιοδοξία για τη ζωή, έστω και αν αργότερα καταλάβουν ότι κάποιες φορές επικρατεί το κακό.
Μια τελευταία παρατήρηση. Η βασιλοπούλα βάζει την κούκλα που έπλασε μπροστά στον Άγιο του σπιτιού, κάνει μετάνοιες και προσεύχεται. Σκέφτομαι, πόσο δεμένη είναι η πίστη με τη ζωή μας! Πώς θα μπορέσουν να διαχωρίσουν την Εκκλησία από την Πολιτεία οι σύγχρονοι άπιστοι;