Ο νους κατά τον Αναξαγόρα και κατά την πατερική παράδοση

  Εισαγωγικά

         Πριν προχωρήσουμε καλό είναι να κάνουμε κάποιες διευκρινίσεις σε σχετικούς με το θέμα όρους, όπως νους – διάνοια, νόηση – διανόηση, λόγος – λογική κλπ.

Νους – νόηση,  διάνοια – διανόηση

          Όταν λέμε νου δεν εννοούμε τον εγκέφαλο, Ο εγκέφαλος είναι το όργανο που εδράζεται ο νους. Ο νους είναι η πηγή της σκέψης, νόηση είναι η ικανότητα του νου να σκέφτεται, διάνοι και διανόηση είναι διεργασίες του νου και της νόησης. Υπάρχουν βέβαια και τα παράγωγα των λέξεων αυτών, όπως νοήμων, νοητικός, διανοητικός, διανοούμενος κ.λπ. Όλα αυτά τα παράγωγα σχετίζονται με τον νου και εκφράζουν σκέψη.

Λόγος – λογική

          Ο λόγος έχει διπλή σημασία, σημαίνει και λογική και σκέψη ανέκφραστη, ενδιάθετος λόγος, και εκφραστική, έναρθρος λόγος προφορικός ή γραπτός. Το όργανο του ενδιάθετου λόγου είναι ο νους και του έναρθρου η στοματική κοιλότητα. Η σκέψη με την λέξη έχουν συμπληρωματική σχέση και διατυπώθηκαν πολλές θεωρίες για το ποια προηγείται. Το γεγονός όμως είναι ότι και οι δύο εκφράζουν τον νου, ο οποίος βασισμένος στην λογική σχηματίζει λέξεις από συμβολικούς φθόγγους και εκφράζει έννοιες και σκέψεις και έτσι επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους. Παράγωγα αυτών των λέξεων είναι λογικός, λογιστικός,  λογισμός,  συλλογισμός, διαλογισμός, διάλογος, συνδιάλεξη κλπ.

          Ο ορθός λόγος, εξ’ ου και ορθολογισμός είναι μια επισήμανση της γνησιότητας της νόησης και σε αυτόν έδωσαν μεγάλη βαρύτητα οι ευρωπαίοι ορθολογιστές της Διαφώτισης, οι οποίοι αντιμάχονταν για την πρώτη πηγή της γνώσης, την αίσθηση ή την σκέψη. Έτσι εμφανίστηκαν τα φιλοσοφικά ρεύματα της νοησιαρχίας και της αισθησιοκρατίας (non intellektu, quod non in sensu και το αντίθετο).

          Επομένως όλες αυτές οι παραπάνω λέξεις μπορεί να έχουν την ιδιαίτερη σημασιολογική απόχρωση, δεν παύουν όμως να κινούνται στο ίδιο νοητικό επίπεδο.

 Ο νους χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελληνικής σκέψης

Ο νους απασχόλησε πολύ την σκέψη των Ελλήνων και των πατέρων της εκκλησίας αλλά από διαφορετική οπτική γωνία. Οι Έλληνες φιλόσοφοι, όπως και όλοι οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία στον νου. Όλες οι δραστηριότητες στην πολιτική ζωή π.χ. η καθιέρωση της Δημοκρατίας, στην φιλοσοφική σκέψη π.χ. το  Λογιστικό του Πλάτωνα, στην καλλιτεχνική έκφραση π.χ. οι μαθηματικές αποστάσεις στο μνημείο του Παρθενώνα, τα δραματικά αριστουργήματα κλπ. χαρακτηρίζονται από καθαρή νοητική διεργασία.

Οι απόψεις των αρχαίων συμπυκνώνονται στο απόφθεγμα: «νους ορά και νους ακούει» (Επίχαρμος), πράγμα που σημαίνει υπέρβαση των αισθήσεων και μεταφορά σε άλλο επίπεδο, το νοητικό. Αυτό εκφράζεται χαρακτηριστικά από τον Πλάτωνα, ο οποίος πέρα από τον αισθητό κόσμο, τον κόσμο των αισθήσεων, μιλούσε για ένα άλλο κόσμο, τον νοητό. Η χριστιανική σκέψη όμως δίνει άλλη διάσταση στην υπέρβαση των αισθήσεων. Όταν ο Δαυίδ λέγει ότι  «στόμα ἔχουσι, καὶ οὐ λαλήσουσιν, ὀφθαλμοὺς ἔχουσι, καὶ οὐκ ὄψονται,  ὦτα ἔχουσι, καὶ οὐκ ἀκούσονται(Ψαλμ 113) και ο ευαγγελιστής Λουκάς «ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω» μιλάνε για μια άλλη πραγματικότητα πέρα από αυτή των αισθήσεων.

Η επικράτηση του ορθού λόγου ήταν καθολική και θα έλεγα και διαχρονική, αν σκεφτούμε τον ορθολογισμό της Δύσης, ο οποίος επηρέασε ακόμη και την Δυτική εκκλησία. Αντίθετα η Ανατολική εκκλησία ακολούθησε άλλον δρόμο. Δεν απέρριψε την χρησιμότητα του ορθού λόγου αλλά στράφηκε στα νέα διδάγματα του Χριστού, τα οποία μιλούσαν για άλλη σοφία, την σοφία του Θεού και όχι των ανθρώπων.

Ο πρώτος εισηγητής του ορθολογισμού στην αρχαία φιλοσοφική σκέψη είναι ο Αναξαγόρας, ο οποίος έδωσε μοναδική προτεραιότητα στην συμβολή του νου στην διαμόρφωση όλων των όντων.  Ο Αναξαγόρας  είναι ο πρώτος γνήσιος αντιπρόσωπος του επιστήμονα – φιλοσόφου με την σημερινή έννοια. Ο Αναξαγόρας θα διακηρύξει ότι ύψιστο ιδανικό και σκοπός της ζωής είναι η παρατήρηση και ο ορθολογικός στοχασμός,  η «θεωρία», και η «ἐλευθερία» που πηγάζει από αυτήν.

Ο νους κατά τον Αναξαγόρα

Βιογραφικά 

          Ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος (περ. 500 – 428 π.Χ.) γεννήθηκε   στις Κλαζομενές της Ιωνίας.  Γνώρισε την ορθολογική παράδοση των Ιώνων «φυσικών φιλοσόφων», τη διδασκαλία του Ξενοφάνους, του Ηρακλείτου, του Εμπεδοκλέους κλπ.  Αν και από εύπορη οικογένεια, θα παραμελήσει και τελικά θα εγκαταλείψει την ακίνητη περιουσία του στους συγγενείς. Θα έλθει στην Αθήνα και θα παραμείνει τριάντα χρόνια, διδάσκοντας και συναναστρεφόμενος με την πνευματική ηγεσία της πόλης και κυρίως με τον Περικλή.

Με βάση σχετικό ψήφισμα  κατηγόρησαν τον Αναξαγόρα για ασέβεια, «διότι τόν ἥλιον μύδρον ἔλεγε διάπυρον», σε μια εποχή που οι Αθηναίοι θεωρούσαν ακόμη τον ήλιο θεό.  Ο Αναξαγόρας   πέρασε από δίκη, καταδικάσθηκε σε θάνατο και εγκλείσθηκε στη φυλακή  αλλά με τη βοήθεια του Περικλή, κατέφυγε στη Λάμψακο, στον Ελλήσποντο. Εκεί θα συνεχίσει τη διδασκαλία του, ιδρύοντας φιλοσοφική σχολή, στην οποία θα τον διαδεχθεί, μετά τον θάνατό του, ο μαθητής του Αρχέλαος, που υπήρξε διδάσκαλος του Σωκράτη.

Έργο του Αναξαγόρα

 Από το   έργο του Περί  σώζονται μερικά αποσπάσματα, χίλιες περίπου λέξεις, ενώ τα άλλα μέρη του βιβλίου του, στα οποία   εξέταζε αναλυτικότερα θέματα αστρονομίας, φυσιολογίας κ.ά., σώζονται κυρίως από εκτενή σχόλια μεταγενέστερων μελετητών. Εικάζεται ότι έγραψε και μια πραγματεία Περί προοπτικής, θέμα που τον απασχόλησε ιδιαίτερα, μεταφέροντας τις γήινες παρατηρήσεις του στα ουράνια σώματα.

Ύλη κατά τον Αναξαγόρα

 Υποστηρίζει ότι όλα είναι αναμεμειγμένα μέσα σε όλα, καθώς παρατηρούσε ότι καθετί γεννιόταν από το καθετί. Τη θεωρία αυτή ο Αναξαγόρας θα την στηρίξει επάνω στα εξής αξιώματα:

  1. Τίποτε δεν γίνεται από το τίποτε ούτε χάνεται στην ανυπαρξία αλλά από τα υπάρχοντα σωματίδια άλλα αναμειγνυόμενα συντίθενται και άλλα διαχωριζόμενα αποσυντίθεται.
  2. Στο καθετί ενυπάρχει μερίδιο από το καθετί, εκτός από τον νου, και όλα έχουν το μερίδιό τους σε όλα, όπως δηλαδή από τροφή που τρεφόμαστε, ψωμί και νερό,  αυτή μετατρέπεται σε τρίχες, φλέβες, αρτηρίες, σάρκα, νεύρα, οστά και τα λοιπά μέρη του σώματος.
  3. Τίποτε δεν είναι όμοιο με κανένα, αλλά αυτό που εμπεριέχεται σε μεγαλύτερη ποσότητα, αυτό επικρατεί.  Η διαφοροποίηση εξηγείται με την ποσοτική υπεροχή ενός από τα άπειρα, ενυπάρχοντα συστατικά του, το οποίο και το χαρακτηρίζει.

Ο Νους κατά τον Αναξαγόρα

Ο Αναξαγόρας εισάγει για πρώτη φορά τον Νου ως δρώσα ρυθμιστική αρχή του κοσμικού γίγνεσθαι.

Η πρωτοποριακή διδασκαλία του Αναξαγόρα κινήθηκε επάνω σε δύο βασικούς άξονες:

1.Στην ανάπτυξη μιας θεωρίας περί της δομής της ύλης.

  1. Στην εισαγωγή μιας νοητικής αρχής, του νου, ως   ρυθμιστικής δύναμης στην ανόργανη ύλη.

Χαρακτηριστικά του Νου

Ο νους είναι ανεξάρτητος από την  υλική ουσία, αποτελεί την πρώτη αιτία της αρχικής ώθησης που οδηγεί στον διαχωρισμό της ύλης και ο τελικός σκοπός του είναι η ευταξία του σύμπαντος. Ο ίδιος ενυπάρχει σε όλα τα έμβια όντα ως ψυχή, αλλά στον άνθρωπο και ως φρόνηση. Είναι «Ἄπειρος»,   αιώνιος,   αυτοδύναμος, αμιγής, ολομόναχος, το λεπτότερο και καθαρότερο από όλα τα όντα. Είναι παντογνώστης,  παντοδύναμος, ομοιογενής.  Όλες αυτές οι ιδιότητες είναι ιδιότητες Θεού αλλά πουθενά δεν αναφέρεται ο νους ως θεός

Κοσμογονία του  Αναξαγόρα

Την πρωταρχική ύλη αποτελεί ένα συμπαγές, αδρανές υλικό μίγμα όλων των πραγμάτων.  Σε αυτήν την άμορφη, ακίνητη υλική μάζα ο «νοῦς» κάποια στιγμή θα δώσει την πρώτη κίνηση. Η κίνηση αυτή θα οδηγήσει στον διαχωρισμό και στη διαφοροποίηση των όντων. Η μετέπειτα εξελικτική πορεία του κόσμου διέπεται πλέον από καθαρά φυσικά αίτια, χωρίς την παρέμβαση του νου. Ο νους ενεργεί, για  να επιφέρει την τάξη στο σύμπαν και να επικρατεί η ευταξία, δηλαδή  « διακοσμεῖ» το σύμπαν. Η αποφθεγματική ρήση του Αναξαγόρα «Νους εστι πάντων αίτιος και διακοσμών», δηλαδή ο Νους είναι αυτό που δημιούργησε τα πάντα και τα έβαλε σε τάξη, δηλώνει την προτεραιότητα που δίνει στον Νου, τον οποίο δεν τον θεωρεί ως θεό αλλά έχει όλα τα γνωρίσματα του Θεού.

Η ευταξιολογική αρχή

Ο Πλάτων  είναι ο θεμελιωτής της «υπερβατικής τελεολογίας», όπου ο αισθητός κόσμος είναι αντίγραφο του νοητού, ενώ αντίθετα, ο Αριστοτέλης θα εισαγάγει την «ενυπάρχουσα τελεολογική αρχή». Σύμφωνα με αυτήν σε όλα τα όντα ενυπάρχει μια εσωτερική προς τον τελικό σκοπό παρωθούσα δύναμη, η «ἐντελέχεια», η οποία πραγματώνει την ύλη σε «ἐνεργείᾳ ὄν», αποδίδοντάς  το πρότυπο σχέδιο, το «είδος», προς το οποίο στόχευε.

Ο Αναξαγόρας δεν ενδιαφέρεται για τον τελικό σκοπό των όντων παρά μόνο για την επιβολή της τάξης στα όντα δίνοντας καθοριστικό ρόλο στον Νου. Στην Αναγέννηση προεκτείνοντας το σκεπτικό του Αναξαγόρα θα μιλήσουν, όπως ο I.Newton, για την   “ευταξιολογική” αρχή του Αναξαγόρα, θέτοντας όμως στη θέση τού Νου τον Θεό: Η τάξη δημιουργήθηκε αρχικά από τον Θεό και διατηρήθηκε από αυτόν μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους.

Ο ΝΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ  ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

          Πρέπει να κάνουμε και εδώ μερικές διευκρινίσεις προκειμένου να παρακολουθήσουμε την σκέψη των πατέρων σχετικά με τον νου. Ο νους αντιδιαστέλλεται από την λογική και την διάνοια. Και τα δύο, νους και λογική,  είναι γνωρίσματα της ψυχής. Η λογική έχει σχέση περισσότερο με το Λογιστικό του Πλάτωνα, το οποίο χαρακτηρίζεται από σύνεση, την οποία προσπαθεί να επιβάλλει και στα άλλα δύο «άλογα»( χωρίς λόγο – νου) μέρη της ψυχής, λιγότερο άλογο το θυμοειδές και περισσότερο άλογο το  επιθυμητικό.

Ο νους κατά την πατερική παράδοση είναι εκείνο το μέρος της ψυχής που συνδιαλέγεται με τον Θεό, που συχνά λέγεται και καρδιά. Η καρδιά είναι το δοχείο υποδοχής του Αγίου Πνεύματος και αυτή κατευθύνει την λογική και την διάνοια. Η επαφή με τον Θεό μπορεί να γίνει και με την διάνοια αλλά αυτή είναι ανθρώπινη, κυρίως πρέπει να γίνεται με τον νου, ο οποίος διαποτίζει την καρδιά, που δέχεται τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος και πορεύεται με οδηγό αυτό στην ζωή. Η λογική είναι χρήσιμη για τον εδώ κόσμο ακόμη και για ένα πρώτο βήμα προς τον Θεό, για τον άλλο όμως κόσμο, τον κόσμο του Θεού, χρειάζεται καθαρή καρδιά αφιερωμένη και αφοσιωμένη στις ευεργετικές ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, με τις οποίες ο χριστιανός πετυχαίνει την θέωση.

Αυτή η ιδέα πρέπει να γίνει βίωμα πίστης και απόλυτης εμπιστοσύνης στον Πανάγαθο και Παντοδύναμο Θεό. Όλα αυτά δεν είναι εύκολα. Τα κατοχύρωσαν όμως οι διδαχές των αποστόλων και τα βιώματα των αγίων της εκκλησίας, οι οποίοι μας δείχνουν τον δρόμο της σωτηρίας. Ας παρακολουθήσουμε τώρα την σκέψη των πατέρων, για να τις κατανοήσουμε καλύτερα

 Ο νους   κατά τον  άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

Το θεολογικό έργο τού αγίου Μάξιμου του Ομολογητή είναι μεγαλειώδες. Ο άγιος ξεκίνησε από τον ησυχασμό, δείχνοντας ότι η θεολογία τής Εκκλησίας είναι κατ’ εξοχήν εμπειρική. Η εμπειρία δείχνει την διαφορά μεταξύ τής θεολογίας των Πατέρων τής Εκκλησίας και των αιρετικών. Οι Πατέρες είχαν εμπειρία των ακτίστων ενεργειών του Θεού και στην συνέχεια την κατέγραψαν με απλά λόγια, νοήματα και εικονίσματα,   ενώ οι αιρετικοί χρησιμοποιούσαν την φιλοσοφία και την λογική για να μιλήσουν για τον Θεό.

Η πρώτη γνώση του νου είναι  εμπειρική με την συνδρομή των αισθήσεων. Η γνωστική όμως ικανότητα του νου δεν περιορίζεται μόνο στην εμπειρική γνώση. Ο νους υπερβαίνει το σύνολο των γνωστικών δυνάμεων και εκφράζει την καθολική γνωστική δυνατότητα της ψυχής Αυτή η  ενέργεια του νου, αν και έχει ξεκινήσει από την αισθητηριακή εμπειρία και τη λογική πρόσληψη του κόσμου, οδηγεί στην υπέρβαση της αισθητηριακής πραγματικότητας   και κατατείνει σε μία γνώση του Θεού, ως κοινή συνισταμένη αυτών των αισθητηριακών εμπειριών. Στην παρούσα ζωή, ενώ ο νους προσλαμβάνει τον κόσμο, ανακαλύπτει σ’ αυτόν πολλές και διάφορες θείες ενέργειες, και διδάσκεται πως κάθε θεία ενέργεια υποδηλώνει τον Θεό  ως μια ενιαία παρουσία. Έτσι, ο ενοποιητικός χαρακτήρας του νου αντανακλά την ενότητα της παρουσίας του Θεού.

    Η τριμερής υπόσταση της ανθρώπινης ψυχής, νους, λόγος, πνεύμα, κατά τον άγιο Μάξιμο  απηχεί την  Τριαδική υπόσταση του Θεού, όπου εμφανίζεται ο νους ως θεός Πατήρ, ο λόγος ως Υιός του θεού  Πατρός («εν αρχή ήν ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος» και το πνεύμα του ανθρώπου  ως Πνεύμα, που εκπορεύεται απόν Πατέρα.   Ο Χριστός γεννιέται για δεύτερη φορά, σωματικά αυτή τη φορά,  λαμβάνει σάρκα και οστά και εκφράζει έτσι με την συνδρομή του Αγίου Πνεύματος  το Νου και το Θέλημα του Θεού μέσα στον κόσμο.

Η αποστολή του ανθρώπου είναι να στρέψει τον νου του προς τον Θεό και όχι προς τον κόσμο, για να γίνει  έτσι δεκτικός της χάριτος του Θεού, να επικοινωνεί με τους πλησίον και να εκφράσει με τον λόγο του τα νοήματα του Θεού με τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος. Σε ένα απόσπασμα (98)στα κεφάλαια «Περί αγάπης» συμπεραίνει: «Νους τέλειος είναι εκείνος ο οποίος με την αληθινή πίστη του γνώρισε πάνω από κάθε γνώση, με τρόπο υπεράγνωστο, τον Υπεράγνωστο, και είδε καθολικά τα δημιουργήματά Του και έλαβε από τον Θεό την περιεκτική γνώση περί Πρόνοιας και Κρίσεως των δημιουργημάτων Του. Εννοώ βέβαια όσο αυτό είναι δυνατό σε ανθρώπους».

Ο Νους κατά τον Γρηγόριο τον Παλαμά

         Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ακολουθώντας την πατερική παράδοση υποστηρίζει ότι ο νους είναι το «οφθαλμός της ψυχής», μας θυμίζει το «νους ορά…» του Επιχάρμου και το ανώτερο κέντρο της πνευματικής ζωής, που έχει ως φυσικό προορισμό την ένωση με τον Θεό μέσω της προσευχής. Όταν αποσπάται από τον Θεό, γίνεται «κτηνώδης» ή «δαιμονιώδης», ενώ με την κάθαρση και την άσκηση επιτυγχάνει τη θέωση.

Διάκριση λογικής και νοεράς ενέργειας του νου

Ο Παλαμάς διαχωρίζει τη λογική ενέργεια (διάνοια) του ανθρώπινου νου, που λειτουργεί με τις  αισθήσεις και τα νοήματα, από τη νοερά ενέργεια (νοητική ενέργεια), η οποία εδρεύει στην καρδιά και οδηγεί με την ενόραση στη θεωρία του Θεού. Στον ανθρώπινο νου η ουσία του νου (νοητική ενέργεια) παραμένει στην καρδιά,  ενώ η ενέργεια του νου (λογική ενέργεια) μεταβαίνει και διαχέεται προς αισθήσεις και λογισμούς. Η νοερά προσευχή επαναφέρει την λογική ενέργεια στην νοητική της ψυχής,  ενοποιώντας ψυχικές δυνάμεις και ανοίγοντας τον δρόμο για την Χάρη.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς χρησιμοποιεί την διάκριση ουσίας και ενέργειας   και για τον Θεϊκό Νου και για τον ανθρώπινο, αλλά τονίζει κρίσιμες διαφορές, για να αποφύγει κάθε σύγχυση κτιστού-άκτιστου. Η ουσία του Θεού είναι άγνωστη και αμέθεκτη, ενώ οι ενέργειές του είναι άκτιστες μεν αλλά γνωστές και μεθεκτές και επιτρέπουν τη μέθεξή τους από τον άνθρωπο  χωρίς κοινωνία με την ουσία του Θεού αλλά μόνο με τις ενέργειές του.

Με την άσκηση ο νους συγκεντρώνεται στην καρδιά με την νοερά προσευχή, υπερβαίνοντας τις αισθήσεις και τον λόγο για να γνωρίσει το άκτιστο φως. Η καρδιά, όχι η διάνοια, είναι η οδός προς τη θεία εμπειρία, όπως συμβαίνει και με τον ήλιο: η ουσία του μένει απρόσιτη, οι ακτίνες του προσιτές. Αυτό διαφοροποιεί την Ορθόδοξη θεολογία από τη Δυτική, η οποία ταυτίζει τον  νου αποκλειστικά με τη λογική.

Όταν ο νους εγκλωβίζεται στη διάνοια, αυτή παραμένει ως λογική ενέργεια, ενώ η χάρη μπορεί να την υψώσει  σε νοητική ενέργεια   για την θεωρία του Θεού. Η διάκριση ουσίας και ενέργειας τόσο στη θεία φύση όσο και στον ανθρώπινο νου, επιτρέπει την ένωση του κτιστού με το άκτιστο χωρίς να συγχέονται αυτά τα δύο.