(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Κάποτε, βγαίνοντας ο Όσιος από το κελί του, σαν από θεία Πρόνοια, βλέπει κάποιον χωρικό που οδηγούσε βόδια τα οποία έσερναν μια φορτωμένη άμαξα.
Συνέβη όμως να μπερδευτεί ένα από τα βόδια και να πέσει μπρούμυτα στη γη, και ο οδηγός έτρεξε για να το σηκώσει.
Μάταια όμως κοπίαζε, επειδή το βόδι έγινε σχεδόν σαν ακίνητη πέτρα και δεν μπορούσε να κουνηθεί από τη θέση του.
Έτσι, ο χωρικός, απορώντας για το τι έπρεπε να κάνει, καθόταν θρηνώντας και βρέχοντας τον εαυτό του με δάκρυα.
Βλέποντάς τον ο συμπονετικός Ησύχιος, τον λυπήθηκε για τη συμφορά του και, αφού πλησίασε το πεσμένο βόδι και έτριψε με το χέρι του τον λαιμό του, του είπε:
«Σήκω, ω οκνηρό ζώο, και περπάτησε τον υπόλοιπο δρόμο, μήπως και ο εχθρός σε σφάξει με το μαχαίρι».
Αφού είπε αυτά ο Όσιος και σχημάτισε πάνω στο βόδι το σημείο του Τιμίου Σταυρού, το ζώο σηκώθηκε και έσυρε ελεύθερα την άμαξα.
Βλέποντας αυτό το θαύμα ο οδηγός εξεπλάγη και, πέφτοντας στη γη, ευχαριστούσε τον Άγιο, διότι και αυτόν συμπόνεσε και το ζώο του ανέστησε και τον βοήθησε να συνεχίσει καλά τον δρόμο του.
Τιμάται στις 6 Μαρτίου.
Μεταφορά στην νεοελληνική από τον βίο του Οσίου Ησυχίου από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Μάρτιος, τόμος γ’.