(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Κάποτε αντιμετώπισαν μεγάλη έλλειψη από ψωμί και αλάτι [η συνοδεία του Οσίου Σεργίου του Ραντονέζ]. Ο Όσιος έδωσε οδηγίες να μη βγει κανένας από το μοναστήρι διά να ζητιανέψει απ’ τους χωρικούς αλλά να παραμείνουν όλοι υπομονετικά στα κελλιά τους και να περιμένουν το έλεος του Θεού.
Ο ίδιος πέρασε τρεις ή τέσσερις μέρες χωρίς να φάει τίποτα. Την τέταρτη μέρα έκοβε ξύλα και δούλευε όλη μέρα διά ν’ ανοίξει δρόμο προς την είσοδο του κελλιού ενός απ’ τους γέροντες, διά να κερδίσει λίγα κομμάτια μουχλιασμένο ψωμί.
Όταν βράδυασε και πήρε την αμοιβή του έκανε προσευχή, έφαγε το ψωμί και ήπιε λίγο νερό.
Μερικοί απ’ τους μοναχούς, και ιδιαίτερα ένας, έχοντας παραμείνει νηστικοί διά δύο μέρες, γόγγισαν εναντίον του Οσίου· κι εκείνος βλέποντας ότι όλοι οι Αδελφοί είχαν εξασθενήσει και ήταν λυπημένοι, συγκέντρωσε όλη την αδελφότητα και τους έδωσε οδηγίες και συμβουλές απ’ τις θείες Γραφές, λέγοντας:
– Η Χάρη του Θεού δε χορηγείται χωρίς δοκιμασίες. Μετά τη δοκιμασία όμως έρχεται η χαρά. Έχει γραφτεί ότι: «Το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός και εις το πρωί αγαλλίασις». Σήμερα δεν έχετε ψωμί ή φαγητό, αύριο όμως θα τα απολαύσετε όλα με αφθονία.
Πριν τελειώσει καλά καλά την ομιλία του ακούστηκαν δυνατοί χτύποι στην πόρτα. Ο πορτάρης, βλέποντας ότι τους είχαν φέρει ένα φορτίο με τρόφιμα, έτρεξε να ειδοποιήσει τον Όσιο, ο οποίος πρόσταξε αμέσως ν’ ανοίξει η πύλη.
Πριν όμως αρχίσουν το φαγητό έδωσε εντολή να χτυπήσει το σήμαντρο και μαζί με τους αδελφούς πήγαν στην Εκκλησία διά να ευχαριστήσουν το Θεό. Μετά κάθησαν στην Τράπεζα όπου έφαγαν το φρέσκο ψωμί που ήταν ακόμη ζεστό και μαλακό και η γεύση του ήταν γλυκειά σαν μέλι.
Όταν τέλειωσαν το φαγητό ο Όσιος παρατήρησε:
– Και πού είναι ο αδελφός μας που γόγγυζε διά το μουχλιασμένο ψωμί; Μπορεί να διαπιστώσει τώρα ότι είναι γλυκό και φρέσκο. Ας θυμηθούμε τον Προφήτη που είπε: «Ότι σποδόν ωσεί άρτον έφαγον και το πόμα μου μετά κλαυθμού εκίρνων».
Έπειτα ο Όσιος ζήτησε να μάθει ποιος έστειλε το ψωμί και οι απεσταλμένοι απάντησαν:
– Κάποιος ευσεβής λαϊκός, πολύ πλούσιος, που ζει αρκετά μακριά απ’ εδώ, το έστειλε στο Σέργιο και την αδελφότητά του.
Την επόμενη μέρα έφεραν κατά τον ίδιο τρόπο περισσότερα τρόφιμα και την τρίτη μέρα επίσης. Βλέποντας όλα αυτά ο Όσιος δοξολόγησε το Θεό μπροστά σ’ όλους τους αδελφούς:
– Βλέπετε, Αδελφοί, ότι ο Θεός μας παρέχει τα πάντα και δεν εγκαταλείπει τον τόπο αυτό.
Από τότε οι μοναχοί έμαθαν να μην απελπίζονται στις δοκιμασίες και στις στερήσεις, να υπομένουν όλους τους πειρασμούς, να εμπιστεύονται στο Θεό με θερμή πίστη και να έχουν ενώπιόν τους σαν παράδειγμα τον όσιο πατέρα μας Σέργιο.
Απόσπασμα από τον βίο του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ, από το βιβλίο η «Θηβαΐδα του Βορρά».