
Και όμως το Μεσολόγγι δεν έπεσε!
Ανασηκώθηκε ολόκληρο ως Ανάληψη, όπως, μοιάζει να φανερώνει το γνωστό έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη.
Σ’ αυτό βλέπουμε τους πολεμιστές να μάχονται και να ανοίγουν δρόμο ελευθερίας κατά την Έξοδό τους από το Μεσολόγγι και την Είσοδό τους στην αθανασία. Πάνω από αυτούς παρατηρούμε τους Αγγέλους να τους στεφανώνουν, ενώ ακόμη πιο ψηλά βλέπουμε τον Χριστό να ανοίγει την αγκαλιά Του σε όλους!
Όπως και στα μαρτυρικά γυναικόπαιδα που βρίσκονται, χαμηλά στο έργο, κάτω από την γέφυρα από την οποία εξέρχονται οι πολεμιστές!
Μια ανάληψη κατ’ ευθείαν από την σταύρωση, την εις Άδου κάθοδο της μαρτυρικής πόλης, του μαρτυρικού λαού της και των μαρτυρικών υπερασπιστών της που πρόστρεξαν για συμπαράσταση.
Και όσοι εξήλθαν ηρωικώς, και δεν ήταν λίγοι, όπως ομολόγησαν οι ίδιοι σε επιστολή τους προς την ελληνική διοίκηση της μαχόμενης Ελλάδας: «εφθάσαμεν εις την αθλιωτάτην κατάστασιν». Γιατί έφτασαν σε αθλιότατη κατάσταση θα πούμε πιο κάτω κάτι που, σίγουρα, όλοι ξέρουμε…
Και, όμως, οι πεινασμένοι και οι κουρελιασμένοι, ότι απέμεινε, δηλαδή από την ανθρώπινη ύπαρξη, φύση και διάστασή, ακόμη και από το ελληνικό αίμα που κυκλοφορούσε μέσα τους, εξήλθε εις αναψυχή!
Εν προκειμένω, το σωματικό υπόλοιπο του ανθρώπου, του Έλληνα πολέμησε με εμψυχία και νίκησε. Η «Έξοδος» πέτυχε! Και όχι μόνον πέτυχε, αλλά και πέρασε μέσα από τις ποικίλες γραμμές των Τούρκων, Τουρκοαιγυπτίων και Αλβανών, αφήνοντας στο θρυλικό αυτό πέρασμα χιλιάδες νεκρούς!
Και μάλιστα χωρίς να αιφνιδιάσουν τους αμυνόμενους, αφού είχε ήδη προδοθεί η μέρα της «Εξόδου» και έτσι, ουσιαστικά τους την είχαν… στημένη! Και είναι απορίας άξιον, πώς μετά από την προδοσία αυτή ένας ολόκληρος στρατός δεν κατάφερε να τους ανακόψει, να τους κόψει επί τόπου…
Τα κατάφεραν, λοιπόν, με όλα τα εχθρικά κύματα που έπεφταν πάνω τους. Την πεζούρα και το ιππικό, αλλά και τον στόλο τους που καραδοκούσε για να ενισχύσει την προσπάθειά τους. Ίσως ο πίνακας του Βρυζάκη να είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός. Σε άλλο πίνακα ο ζωγράφος δεν παραλείπει να βάλει ανάμεσα στους πολεμιστές και τον αρχιερέα της πόλης, ηρωομάρτυρα και ιερομάρτυρα, επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ (1776-1826).
Αλλά και όσοι έμειναν πίσω, δηλαδή στην πόλη του Μεσολογγίου γιατί δεν μπορούσαν να φύγουν έκαναν και αυτοί την δική τους ηρωική Έξοδο και Είσοδο στην αθανασία, όπως προαναφέραμε.
Κανένας, λοιπόν, δεν έμεινε επί τόπου! Όλοι κινήθηκαν, όπως μπορούσε ο καθένας και κυρίως ψυχικά. Ό,τι προσπάθησαν το έκαναν με το εσωτερικό τους φρόνημά και αυτό ήταν αεικίνητο και έτσι κανείς δεν μπορούσε με οποιοδήποτε τρόπο να τους καθηλώσει. Ακόμη και η παροιμιώδης πείνα που υπαινιχθήκαμε πιο πάνω:
«Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ‘γω στο χέρι;
οπού συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».
(Διονύσιος Σολωμός, «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»)
Με… λιγότερο ποιητικά λόγια και με τα λόγια των θαυμαστών αυτών ηρωικών Εξοδούχων του Μεσολογγίου:
«Εφάγαμεν όλα τα άλογα, μολάρια, γομάρια, σκύλους και γάτες, τα οποία ετελείωσαν και αυτά».
Και ποια ήταν η συνέχεια αυτής της τουρκικής απόπειρας πολιορκητικής κατοχής:
«Έφθασε να πεθαίνουν και από εκατόν και εκατόν πενήντα την ημέραν, ώσπου οπού έμειναν και ανάθαφτοι, διότι οι άλλοι δεν είχον δύναμιν να τους θάφτουν».
Οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι έζησαν μέρες κατοχής, όπως κατά την αντίστοιχη γερμανική οι απόγονοί τους. Και έτσι, οι Μεσολογγίτες μαζί με τους υπερασπιστές της πόλης τους, επειδή βρίσκονταν αποκλεισμένοι και δεν άντεχαν αυτό το στένεμα της ύπαρξής τους, σωματικής και ψυχικής, αποφάσισαν:
«Διά να μην χαθή όμως με την ολότητα το στρατιωτικόν, απεφασίσαμεν να εβγούμεν με έξοδον με τα σπαθιά εις τας χείρας, να εβγάλωμεν και όλον το αδύνατον μέρος και όποιος γλυτώση· πράγμα, οπού δεν έγινε ποτέ εις τον κόσμον»!
Παραφράζοντας, λοιπόν, τον Οδυσσέα Ελύτη θα μπορούσαμε να πούμε πως η έξοδος που έγινε προς το ξημέρωμα της Κυριακής των Βαΐων του 1826:
«Ξημερώνοντας τ’ Αϊλαζάρου, με την αύριο των Βαΐων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες».
Και, μάλιστα, στον πίνακα του Βρυζάκη, ο δεύτερος Άγγελος κρατά βάγια, κλαδιά φοινικιάς, όπως αυτά που κρατούσαν κατά την θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.
Αυτή ήταν είσοδος των Μεσολογγιτών στα δικά τους Ιεροσόλυμα και στην καθολική ελευθερία που δεν αντέχει την σκυφτή ζωή και ούτε μπορεί να συνθηκολογήσει για έναν «βίο φιλοτομάρη» (Δ. Σαββόπουλος). Αυτό τους πρότειναν οι ορδές που τους είχαν κατακλύσει από θάλασσα και ξηρά.
Και το αποτέλεσμα της Εξόδου θα μου πείτε; Της «απονενοημένης» προσπάθειάς τους να βγούνε από τον ασφυκτικό αυτό εχθρικό κλοιό που τους περιέβαλλε και πέθαναν, από την πείνα και τις αρρώστιες;
Αυτό είχε να κάνει με το Θουκυδίδειο: «Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον» Δηλαδή: «Ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροι και ελεύθεροι είναι οι γενναίοι».
Και, έτσι, επέλεξαν την ηρωική ευ-θανασία! Την ωραία, γενναία, ηρωική και παράτολμη Έξοδο που πήρε μαζί της και πάρα πολλούς από τους καλοταϊσμένους και στιβαρούς πολιορκούντες.
Πέραν, λοιπόν, από όσους κατάφεραν να βγουν με την ανδρεία τους και την μαγκιά τους θα λέγαμε από το Μεσολόγγι, την ίδια ανδρεία και μάλιστα αυτοθυσία έδειξαν και όσοι έμειναν πίσω. Οι «αδύναμοι» που ούτε τους νεκρούς τους δεν μπορούσαν να θάψουν και έμεναν «ανάθαφτοι».
Εντούτοις, όπως μας πληροφορούν οι εύψυχοι οι οποίοι με γενναιότητα διέσπασαν τις εχθρικές γραμμές σκορπώντας τον πανικό και τον θάνατο σε ανθρώπους και άλογα: οι «λαβωμένοι και άρρωστοι οπού είχομεν μέσα [στο Μεσολόγγι], άλλοι μεν εμβήκαν εις τον τζεπχανέν [στην πυριτιδαποθήκη] και βάνοντες φωτιά εκάηκαν με πολλούς εχθρούς, άλλοι δε εκλείσθησαν εις τα σπίτια και επολέμησαν έως εσώθησαν, χωρίς κανείς να παραδώση τον εαυτόν του εις τους εχθρούς».
Οι αμυνόμενοι, λοιπόν, με τις στοχευμένες ανατινάξεις που προκαλούσαν, μπορεί να ήταν περισσότερο φονικοί στην «υποδοχή» και την αντιμετώπιση των ορδών οι οποίες μπήκαν στην πόλη. Ανάλογη ήταν και η γενναιότητά τους, αφού δεν παρέλειψαν να… πάρουν μαζί τους ή να αποθάνουν μετά των αλλοφύλων.
Έτσι δεν παρέδωσαν τον εαυτόν στους εχθρούς, αλλά στον κοινό θάνατο. Το σύνθημα της Ελληνικής Επανάστασης «Ελευθερία ή θάνατος» ήταν κανόνας ζωής, ηρωικής ευ-θανασίας.
Έτσι, το ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου ήταν μια ηρωική Έξοδος στην αθανασία, ένας κανόνας της ελληνικής ύπαρξης που γενναία μάχεται και αγωνίζεται.
Και ας μην αναμένουμε επικές στιγμές για να δείξουμε το ηρωικό μας σθένος. Υπάρχουν και οι ανάλογες καθημερινές με τις οποίες πρέπει κάθε άνθρωπος να αναμετριέται και μάλιστα με ολόκληρη την ύπαρξή του. Χωρίς να ενδίδει και αυτός και παραμένοντας ακέραιος, γενναίος, αξιοπρεπής, συνεπής, φιλάνθρωπος.
Ή αν θέλετε απλά ωραίος ως κατ’ εξοχήν Έλλην! Και στην περίπτωσή μας Μεσολογγίτης!
Η Έξοδος, λοιπόν, του Μεσολογγίου είχε αίσιο τέλος!
Τόσο με το πέρασμα των γενναίων ανάμεσα στους καραδοκούντες πολιορκητές, όπως και μέσα στην ίδια την μαρτυρική, ηρωική και ένδοξη πόλη από την σθεναρή άμυνα των «αδυνάτων» της.
Και, όπως, είναι γνωστό μετά από τα γεγονότα αυτά φούντωσε παντού το κίνημα του φιλελληνισμού και προσέφερε πολλά στην γενικότερη εξέλιξη της Εξόδου του Ελληνισμού στο φως και της Εξόδου μας από τα σκοτάδια της τουρκοκρατίας.
Και αυτό το φως δεν πρέπει ποτέ να σβήσει. Και μία από τις σοβαρότερες προϋποθέσεις για να κρατήσει αυτό είναι η εθνική και ψυχική ενότητα, η καλλιέργεια της παιδείας, της παράδοσης και του πολιτισμού. Δικού μας και ξένου!
Αιωνία η μνήμη στους ηρωομάρτυρες της Εξόδου!
Αυτής της μεγάλης παράλληλης Εισόδου στα Ιεροσόλυμα του μέσα Ελληνισμού που έγινε πριν 200 χρόνια ξημέρωμα των Βαΐων του 1826.