Άγιος Σάββας ο εν Καλύμνω, Οι Λαμπρές… Ευωδίαζε καθώς περνούσε!

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

 

Εκείνες οι Λαμπρές! Εκείνα τα….

Αχ, γέροντά μου και που να βρεθής.

Γέροντά μου!

Έβγαινε έξω από το ιερό Πάσχα, ανέβαινε επάνω σ’ ένα σκαμνί την ημέρα την Λαμπροφόρο, την ημέρα της Αναστάσεως.

Έβγαινε με κάτασπρα ρούχα και καθώς περνούσε ευωδίαζε, ευωδίαζε, γέροντα (σ.σ. απευθύνεται προς τον π. Αυγουστίνον) ευωδίαζε, γέροντα, ευωδίαζε, γέροντα, ευωδίαζε!

Ανέβαινε επάνω στο σκαμνί και έλεγε «Διαγινομένου του Σαββάτου» και κονούσε έτσι το κεφάλι και έκανε έτσι τα ματάκια του, όταν είχε να πη «Χριστόόός Ανέέέέστη!»

Τι άνθρωπος ήσουσι [ήσουν], γέροντά μου.

Τι άνθρωπος ήσουσι.

Τι άνθρωπος ήσουσι.

Στο πέρασμά του ευωδίαζε.

Αυτό το ομολογούν όλοι.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασιλείου Χρ. Παπανικολάου, ο «Άγιος Σάββας ο Νέος ο εν Καλύμνω», β΄έκδοση που εξέδωσε η Ιερά Μονή Αγίων Πάντων Καλύμνου.