Άγιος Συμεών ο μονοχίτων και ανυπόδητος, Η επί τρία χρόνια ζωή του κάτω από μια μηλιά πριν δημιουργήσει το μοναστήρι του!

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

[…]

Έφυγε, λοιπόν από το Άγιον Όρος και ήλθεν εις όρος τι λεγόμενον Φλαμούριον, είναι δε τούτο ηνωμένον με το Ζαγόριον όρος, ωδηγήθη δε εκεί υπό Θεού ο Άγιος διά να κτίση Μοναστήριον.

Εξετάζων δε διά να εύρη τον κατάλληλον τόπον, εύρεν αυτόν, εις τον οποίον ευρίσκεται σήμερον το Μοναστήριον.

Πριν δε να κτίση τα θεμέλια, έμεινε τρεις χρόνους κάτω από μηλέαν τινά, εταλαιπωρείτο δε σφοδρώς κατά τον χειμώνα από το άμετρον ψύχος, το δε θέρος πάλιν εδεινοπάθει από τον καύσωνα και την υπερβολικήν θερμότητα του ηλίου.

Αλλά και η εν γένει άσκησις, την οποίαν έκαμνεν εκεί, ήτο κατά πολύ αυστηρά. Διότι την στάσιν, την προσευχήν, την αγρυπνίαν και την νηστείαν, τας οποίας έκαμνεν εις το διάστημα των τριών εκείνων χρόνων, κατά τους οποίους διέμεινε κάτωθεν τούτου του δένδρου, είναι αδύνατον να διηγηθή τις.

Οποία θαυμασία υπομονή ήτο εκείνη!

Βεβαίως κατά το θέρος η μηλέα είχε τα φύλλα της και ήθελε νομίσει τις ότι του προσφέρει κάποιαν παρηγορίαν με την σκιάν, την οποίαν έκαμνε την μεσημβρίαν και ούτω ανεπαύετο ο Άγιος. Ομοίως και κατά την νύκτα, ότε δεν ήτο δυνατόν το ψύχος ένεκα της κατά την ημέραν θερμότητος του ηλίου.

Αλλά διά τον χειμώνα τι ήθελεν είπει τις;

Διότι τότε η μηλέα δεν είχε φύλλα· αλλά και αν ίσως είπωμεν, ότι είχε, θα ήσαν ανωφελή και άχρηστα εξ αιτίας των ανέμων, οίτινες εφύσων και της χαλάζης και των χιόνων, αίτινες έφθαναν τας δύο και τρεις σπιθαμάς η και περισσότερον, ενώ αυτός ήτο γυμνός και ανυπόδητος, εν μόνον ένδυμα φέρων και εκείνο παλαιόν.

Τίποτε δε δεν είχε διά να εμποδίση την βίαν των ανέμων· ούτε κλίνην διά να έχη ολίγην ανάπαυσιν, ούτε ηδύνατο να ανάπτη πυράν, επειδή η χιών και αι βροχαί την έσβυναν. Αληθώς και λίθινος εάν ήτο, πάλιν δεν θα υπέμενεν επί τοσούτον. Τούτο δεν είναι άλλο, ει μη μόνον φανερά η χείρ και η δύναμις του Θεού, ήτις τον εσκέπαζε και τον διεφύλαττεν.

Όταν δε παρήλθον οι τρεις χρόνοι, ήλθον εκεί τινές και τον εύρον. Ως δε είδον αυτόν κατά τοιούτον τρόπον πολιτευόμενον, χωρίς καλύβην, χωρίς στρώμα και σκέπασμα, χωρίς κανέν άλλο ένδυμα, εκτός εκείνου όπου εφόρει, τον ηυλαβήθησαν και επεθύμησαν να παραμείνουν μετ’ αυτού.

Ούτος δε ο Όσιος Πατήρ ημών Συμεών πρώτον τους ενουθέτησε, τους εδίδαξε, τους συνεβούλευσε και κατόπιν τους εδέχθη και κατεσκεύασε καλύβας με κορμούς από βρύζαν και τους έβαλε και εκάθηντο.

Ύστερον ήλθον και άλλοι δύο και έγιναν επτά, είχε δε ο ίδιος ο Όσιος την μέριμναν διά την τροφήν των.

Έπειτα σπείρας εκεί τριγύρω έκαμε περισσήν εσοδείαν και εδέχετο και άλλους, οίτινες ήρχοντο προς αυτόν, επειδή διεδόθη η φήμη του και ηκούσθη εις τα περίχωρα.

Έτρεχον δε πολλοί, εξ ων άλλοι μεν διά να ίδουν μόνον τον Άγιον και άλλοι διά να παραμείνουν εκεί μετ’ αυτού.

Κατόπιν και αφ’ ου παρήλθον επτά χρόνοι, έκτισε μικράν Εκκλησίαν εις το όνομα της Αγίας Τριάδος και ελειτούργει τω Θεώ καθ’ εκάστην ημέραν. Έπειτα ήλθον πλησίον του και Ιερείς και Διάκονοι, οίτινες τον εβοήθουν.

Ο Άγιος Συμεών τιμάται στις 19 Απριλίου.

Απόσπασμα από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Απρίλιος, τόμος δ’.