(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Προσκύνημα στη Σωζόπολη
Επειδή λοιπόν αυτός ο θαυματουργός άνθρωπος [ο Άγιος Θεόδωρος Συκεώτης] βρισκόταν κάτω από την επίδραση σωματικών ασθενειών, όμοια με τον Απόστολο Παύλο (Β΄ Κορ. 12,7), είναι ανάγκη να μιλήσουμε και για το θέμα αυτό για τη δική μας ωφέλεια ώστε να μη ραθυμούμε όταν πέφτουμε σε οικτρές συμφορές πόνων και ασθενειών, γιατί ο Θεός υπόσχεται μεγάλο μισθό στις ψυχές μας από αυτές.
Έτσι λέει ο Θεός ότι διαφωνεί με τους δικαίους που προσεύχονται για να απομακρύνει τις αρρώστιες από το σώμα τους «Σας είναι αρκετή, λέει, η χάρη μου· διότι η δύναμή μου αναδεικνύεται τέλεια όταν ο άνθρωπος είναι ασθενής (Β΄ Κορ. 12, 9)».
Για να τελειωθεί λοιπόν περισσότερο η δύναμη του Θεού και στο μιμητή του Χριστού και άγιο άνθρωπο μέσα από την ασθένεια, είχε ένα τραύμα το οποίο χωρίς καμιά φροντίδα γινόταν καλά αλλά και πάλι υποτροπίαζε, και καθώς τριβόταν από τα τρίχινα ρούχα του ξεγδερνόταν και αιμορραγούσε ασταμάτητα.
Έλεγε λοιπόν ο Όσιος πως αυτό το τραύμα του το δώρησε ο Θεός μετά από αίτησή του για να το έχει ως ευλογία μέχρι το θάνατό του, και ότι ευχαριστούσε πολύ το Θεό γι’ αυτό.
Υπέφερε όμως και από άλλη αρρώστια των ματιών κάθε χρόνο για ενάμισυ μήνα κατά την περίοδο του καλοκαιριού, και ευχαριστούσε πάρα πολύ το Θεό και γι’ αυτό το πάθος, όμως δεν μπορούσε να δέχεται τον κόσμο.
Γι’ αυτήν λοιπόν τη συμφορά παρακινήθηκε από το Θεό και βγήκε για να πάει στο ναό της Δέσποινάς μας Θεοτόκου, που βρισκόταν στη Σωζόπολη.
Από παλιά είχε πόθο να δει τη θεϊκή δωρεά που πήγαζε από κει. Γιατί έπρεπε αληθινά και αυτός να μαρτυρηθεί από τη θεία ενέργεια που εκδηλώνονταν εκεί, και να γλιτώσει μερικούς από τους κινδύνους που διέτρεχαν.
Όταν έφτασε κοντά στη γέφυρα που λεγόταν Ταυταενδία, άκουσε ο Φερεντίνος ο πανδοχεύς ότι περνά από εκεί ο Όσιος και έστειλε ανθρώπους να τον συναντήσουν, και τον παρακαλούσε να μπει στο πανδοχείο του για να του αφήσει την ευχή του, διότι ήταν μισοπεθαμένος στο κρεββάτι εδώ και πολύν καιρό, και διότι το κεφάλι του στρεβλώθηκε και γύρισε προς την πλάτη του.
Ύστερα από αυτά πήγε ο όσιος Θεόδωρος προς αυτόν και ζητούσε να μάθει από ποια αιτία έγινε έτσι· και αυτός του είπε· «Καθώς στεκόμουνα, δέσποτα, έξω από το πανδοχείο, ήρθε ένα μαύρο σκυλί, στάθηκε μπροστά μου και χασμουρήθηκε, ώστε και εγώ ο ίδιος χασμουρήθηκα με τον ίδιο τρόπο χωρίς να θέλω, και αμέσως εξαφανίστηκε από τα μάτια μου.
Αμέσως λοιπόν ανέβασα πυρετό και έπεσα στο κρεββάτι, ενώ το πρόσωπό μου γύρισε προς τα πίσω· αλλά εάν έχεις τη δύναμη, δούλε του Θεού, βοήθησέ με. Θυμάμαι πώς όταν όλα μου τα ζώα ψοφούσαν, έκανες ευχή γι’ αυτά, και από τότε δεν έχασα ούτε ένα από αυτά».
Αφού μίλησε ο πανδοχέας έτσι, ο μακάριος προσευχήθηκε γι’ αυτόν και φύσηξε τρεις φορές μέσα στο στόμα του.
Μετά ευλόγησε νερό και του το έδωσε λέγοντάς του «Να πίνεις και να αλείφεσαι με αυτό γιατί αυτό που σου παρουσιάστηκε και ενήργησε επάνω σου ήταν δαιμόνιο· αλλά έχοντας εμπιστοσύνη στο όνομα του Χριστού, όταν θα γυρίσουμε από την προσευχή, θα σε βρούμε υγιή».
Μετά από αυτά βγήκε από το πανδοχείο και συνέχισε το δρόμο που είχε να κάνει.
Όταν έφτασε πολύ κοντά στην πόλη του Αμορίου, έγινε ολοφάνερη σ’ όλους η ευεργετική παρουσία του, και τον προϋπάντησε η πόλη με λιτανείες έξω από τα τείχη.
Κάποιος πατέρας έφερε το παιδί του στον Όσιο, που είχε τα πόδια του εξαρθρωμένα και δεν μπορούσε να περπατήσει καθόλου. Μόλις προσευχήθηκε ο Άγιος γι’ αυτό, έγινε αμέσως καλά.
Ένας άλλος από την ίδια πόλη, Ιλλούστριος*, που τον έλεγαν Ιωάννη, έφερε στον Άγιο με τη βοήθεια υπηρετών το δεκαοκτάχρονο παιδί του. Επί τρία χρόνια ήταν παράλυτο στο κρεββάτι.
Με πολλά δάκρυα λοιπόν τον παρακαλούσε και του έλεγε· «Ελέησε το ταπεινό και αξιολύπητο αυτό παιδί, δούλε του Θεού, και κάνε ευχή προς το Θεό γι’ αυτό, ώστε η να το λυτρώσει από την αρρώστια του και να μου το χαρίσει γερό, η όσο γίνεται πιο γρήγορα να φέρει τέλος στη ζωή του, για να μη το βλέπω έτσι να λιώνει από την αρρώστια του».
Τότε τον ρώτησε ο όσιος Θεόδωρος· «Από ποια αιτία έγινε έτσι;» και ο πατέρας του είπε· «Βγήκαμε οι δυο μας για κυνήγι και ο αξιολύπητος αυτός συνάντησε ένα λαγό και το χτύπησε με το δόρυ του δύο φορές· από την ώρα εκείνη έπεσε στην παράλυση αυτή, και συμπληρώνει τρία χρόνια τώρα».
Τα άκουσε αυτά ο δούλος του Χριστού και έδωσε εντολή να το μεταφέρουν στο σπίτι του φιλοχρίστου Αναστασίου του Ιλλουστρίου και να το βάλουν στο εκεί παρεκκλήσιο της Παναγίας Θεοτόκου, όπου επρόκειτο να μείνει και ο ίδιος.
Μετά μπήκε στην πόλη με την πομπή και με ευχές και ψαλμούς τη γύρισε όλη.
Καθώς λοιπόν πήγαιναν προς τον καθεδρικό ναό, τον προϋπάντησε εκεί ο επίσκοπος της περιοχής, που επειδή ήταν άρρωστος δεν μπόρεσε να τον υποδεχθεί μαζί με όλους.
Στη Λειτουργία που ακολούθησε λειτούργησε ο όσιος Θεόδωρος μετά από προτροπή του επισκόπου, και αφού ευλόγησε όλο τον κόσμο και έφαγε μαζί με τον επίσκοπο, βγήκε και πήγε στο σπίτι του Αναστασίου του Ιλλουστρίου, που βρισκόταν έξω από το τείχος.
Μπήκε στο παρεκκλήσιο της Θεοτόκου και βρήκε τον παράλυτο νέο ξαπλωμένο εκεί. Πήρε λάδι στα χέρια του, το ευλόγησε και άλειψε με αυτό το πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια και όλα τα παράλυτα μέλη του σώματός του.
Μετά φώναξε και είπε· «Εσένα λέγω, νέε, στο όνομα του Δεσπότου μας Ιησού Χριστού, σήκω από την αρρώστια σου αυτή και γίνε υγιής για να μη θλίβεται ο πατέρας σου για σένα». Αμέσως το παιδί σήκωσε το κεφάλι του, ενώ ο Άγιος του έδωσε το χέρι του και το σήκωσε. Μετά προσευχήθηκε γι’ αυτό και το έδωσε πίσω στον πατέρα του υγιές.
Συνεχίζεται
* Ιλλούστριος (εκλαμπρότατος): ονομασία που έφεραν ορισμένοι εκπρόσωποι της βυζαντινής αριστοκρατίας, μεγάλοι γαιοκτήμονες.
Ο Άγιος Θεόδωρος Συκεώτης τιμάται στις 21 Απριλίου
Απόσπασμα από το βιβλίο, ο «Άγιος Θεόδωρος ο Συκεώτης» των εκδόσεων το Περιβόλι της Παναγίας. Πρόλογος Αιμιλιανός Ηγούμενος Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους. Μετάφραση Λεωνίδας Χαριτίδης, φιλόλογος.